Άκριτος Φανατισμός και Αφανάτιστη Κριτική

Συχνά βρίσκεται κανείς στη δύσκολη και δυσάρεστη θέση να έλθει αντιμέτωπος με ανθρώπους που εκτιμά, ακόμη και με φίλους, επειδή τόλμησε να ασκήσει κριτική στα πολιτικά και ιδεολογικά τους «πιστεύω».

Και συχνά ανακαλύπτει ότι οι άνθρωποι κρύβουν μέσα τους το φανατισμό (ίσως και ασυνείδητα), όταν κάποιος σταθεί κριτικά απέναντί τους, μη ανεχόμενοι να αντικρύσουν την αλήθεια. Πρόκειται για ένα φαινόμενο, που κάνει την εμφάνισή του σε κοινωνίες υπανάπτυκτες και ανορθολογικές, σε κοινωνίες που ζουν σε ολοκληρωτικά καθεστώτα, που δείχνουν μικρή ή μηδενική ανοχή στη διαφορετική άποψη, σε κοινωνίες που τα κοινωνικά, πολιτικά και οικονομικά προβλήματα είναι μεγάλα. Στην Ελλάδα το φαινόμενο δεν εξέλιπε ποτέ. Όλη η πολιτική ιστορία της χώρας μας, από τη σύσταση του ελληνικού κράτους κι έπειτα, είναι ιστορία ζυμωμένη με το φανατισμό, που γέννησε διχασμούς και αιματηρές συγκρούσεις. Στα χρόνια μετά τη χουντική δικτατορία και την επαναφορά της δημοκρατίας το φαινόμενο συνεχίστηκε σε επίπεδο κυρίως πολιτικό, χωρίς όμως ακρότητες, πράγμα που αποδεικνύει ότι τα πολιτικά πάθη καταπραΰνθηκαν, καθώς η δημοκρατία σταθεροποιήθηκε και καμιά άποψη δεν διώκεται. Σήμερα το φαινόμενο του φανατισμού εξακολουθεί να υφίσταται και να κάνει την εμφάνισή του με διάφορες μορφές και κάποτε με οξύτητα, σε επίπεδο ιδεολογικο-πολιτικό, ή και με βιαιότητα, σε επίπεδο αθλητικό.

Ας δώσουμε πρώτα-πρώτα το πορτρέτο του φανατικού. Ο φανατικός είναι άνθρωπος «κολλημένος» με σε μια συγκεκριμένη ιδεολογία, σε αντιλήψεις πολιτικές, σε ομάδες (αθλητικές και άλλες) ή σέχτες θρησκευτικές, τις οποίες αποδέχεται άκριτα, άσχετα δηλαδή προς την ορθότητά τους. Ο φανατικός δεν δείχνει καμία ανοχή σε απόψεις και ιδέες αντίθετες από εκείνες που ο ίδιος πρεσβεύει, επειδή αποδέχεται δογματικά την αλήθεια των ιδεών του, στις οποίες, όπως και στους εντολείς του, υπακούει τυφλά. Ως εκ τούτου, είναι αδύνατο να θέσει τις απόψεις και ιδέες του υπό αμφισβήτηση. Αντίθετα, είναι έτοιμος να ασκήσει βία και να εξουδετερώσει εκείνον που κριτικάρει και αμφισβητεί τις απόψεις του. Χαρακτηριστικά γνωρίσματα του φανατικού: η αδιαλλαξία, η αδυναμία διαλόγου, η κλίση προς τη βία, η εμπάθεια, η θέληση επιβολής επί του αντιπάλου ή και εξόντωσής του, η άγνοια του ορίου, η απουσία κριτικής σκέψης.

Ο φανατικός δεν ανέχεται την κριτική ούτε και μπορεί να σκεφτεί με κριτικό τρόπο, δηλαδή λαμβάνοντας υπόψη όλες τις πλευρές ενός θέματος και αναγνωρίζοντας αδυναμίες στο δικό του τρόπο σκέψης, διότι ο φανατισμός είναι εκ των πραγμάτων άκριτος. Όσο πιο φανατικός είναι κανείς, τόσο πιο αδύναμος είναι πνευματικά. Γι’ αυτό, όπως έχει πει ο Νίτσε, ο φανατισμός είναι μια μορφή θέλησης που διαπνέει τους αδύναμους και τους ντροπαλούς. Πίσω από το «σιδηρούν προσωπείο»του φανατικού κρύβεται συνήθως ένας αδύναμος και ευτελής χαρακτήρας, ένας άνθρωπος ανασφαλής, που προσηλώνεται απόλυτα στις ιδέες, στο κόμμα ή στην ομάδα, επειδή από εκεί ζητεί τη σωτηρία και την πλήρωση του πνευματικού ή ψυχολογικού του κενού.

Το μεγάλο όπλο κατά του φανατισμού (όχι κατά του φανατικού) είναι η κριτική σκέψη. Με τον όρο αυτό εννοούμε τον τρόπο σκέψης εκείνο που, βασιζόμενος στην εμπειρία, στον ορθό λόγο και στις αξίες που κληροδότησε στον κόσμο η αρχαία Ελλάδα, η Ρώμη και ο Χριστιανισμός και λαμβάνοντας υπόψη όλες τις παραμέτρους ενός γεγονότος ή φαινομένου, οδηγείται σε ένα συμπέρασμα, το οποίο μπορεί να είναι διαλεκτική σύνθεση αντίθετων απόψεων. Ο κριτικός νους είναι διαλεκτικός και διαλλακτικός, βρίσκεται στον αντίποδα του φανατικού, γι’ αυτό και δεν προσπαθεί ποτέ να είναι ευχάριστος απέναντί του. Αντίθετα, είναι πάντοτε έτοιμος, ασκώντας κριτική, να αναδείξει το ψεύδος και τον κίνδυνο του φανατισμού, ο οποίος όμως δεν είναι λίγες οι φορές που επικρατεί, λόγω ακριβώς της εμπάθειας και της έντονης συναισθηματικής φόρτισης από τα οποία διακατέχεται ο φανατικός, στοιχεία που τον κάνουν εξαιρετικά μαχητικό, έτοιμο ακόμα και να πεθάνει για τις ιδέες του (π.χ. τζιχαντιστές ή οπαδοί ποδοσφαιρικών ομάδων).

Ωστόσο, η κριτική σκέψη είναι το μεγάλο βήμα που έχει κάνει η ανθρωπότητα στην πορεία της προς τον πολιτικό πολιτισμό. Αυτό επ’ ουδενί αποκλείει ή αρνείται την αξία των υψηλών συναισθημάτων και της πίστης σε υψηλές αξίες. Αντίθετα, η κριτική σκέψη προς αυτή την κατεύθυνση αγωνίζεται να ωθήσει τον άνθρωπο: να εμπνευσθεί δηλαδή από την πίστη σε πανανθρώπινες αξίες, αυτές που διδάσκουν το σεβασμό στην ανθρώπινη ζωή. Με την κριτική σκέψη ο άνθρωπος κινείται πνευματικά και συναισθηματικά, λύνει προβλήματα, γίνεται δημιουργικός, βρίσκει έδαφος διαλόγου με τους συνανθρώπους του, διαλέγεται. Άρα, η κριτική σκέψη, ως δημιουργική σκέψη, εξαλείφει τα εμπόδια και μικραίνει τις αποστάσεις που χωρίζουν τους ανθρώπους, επιφέρει την καταλλαγή και την κοινωνική ειρήνη και σε πολιτικό επίπεδο εξασφαλίζει την ομαλή λειτουργία της δημοκρατίας. Γι’ αυτό, όσο ασκείται η κριτική, σύμφωνα πάντα με το κριτήριο της αλήθειας και του σεβασμού προς τον κρινόμενο, τόσο η δημοκρατία λειτουργεί σωστά, καθώς η επισήμανση των πολιτικών λαθών βοηθά στη διόρθωσή τους.

Πού βρίσκεται η χώρα μας αυτή τη στιγμή; Επικρατεί ο άκριτος φανατισμός ή η αφανάτιστη και νηφάλια κριτική, η κριτική δηλαδή που εκπορεύεται από την κριτική σκέψη; Επειδή ο φανατισμός χαρακτηρίζει πάντοτε τα άκρα του πολιτικού φάσματος, το φαινόμενο υφίσταται, αφού τα πολιτικά «άκρα» πάντοτε υπάρχουν. Είδαμε όμως τελευταία και στην Ελληνική Βουλή εκδηλώσεις του φαινομένου από βουλευτές δημοκρατικών κομμάτων, που λίγο έλειψε να μετατρέψουν το Κοινοβούλιο σε αρένα. Καθόλου θετικό το φαινόμενο, όταν τα κόμματα δεν αντέχουν την κριτική. Η κριτική είναι στοιχείο sine qua non του δημοκρατικού βίου, το οποίο πρέπει να γίνεται σεβαστό, όσο κι αν δεν είναι αρεστό σε κάποιους. Η απουσία της κριτικής (που βέβαια βασίζεται στην κριτική σκέψη) αποτελεί προφανή καταδήλωση του ότι πολιτικοί και πολίτες δεν έχουμε παιδεία, δεν έχουμε δημοκρατική κουλτούρα. Διότι μόνο η παιδεία, η καλλιέργεια δηλαδή του νου και της ψυχής, συμβάλλει στην καλλιέργεια της κριτικής σκέψης αλλά και εμπνέει υψηλές αξίες ζωής, μακριά από τη μικροψυχία και τη μικρόνοια του φανατισμού. Η Ελλάδα αυτή την ώρα έχει ανάγκη από πίστη σε αξίες, από κριτική σκέψη και από ιδέες. Η φανατική προσκόλληση σε ιδεολογίες (δεξιές ή αριστερές) μόνο κακό κάνουν.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *