Άνθρωποι και Αριθμοί

Όλα όσα συμβαίνουν τον τελευταίο καιρό στην ωραιότερη ίσως θάλασσα του κόσμου, το ελληνικό Αιγαίο πέλαγος, με τη ραγδαία είσοδο των μεταναστών και προσφύγων στην Ευρώπη μέσω των ελληνικών νησιών, είναι κάτι που λίγα χρόνια πριν κανείς δεν θα μπορούσε να προβλέψει. Πρόκειται για ένα φαινόμενο, «φυσικό»θα το λέγαμε, όπως π.χ. μια έκρηξη ηφαιστείου, που θυμίζει τις μεγάλες μεταναστεύσεις των λαών κατά τον 5ο μ.Χ. αιώνα, όταν τεράστιες πληθυσμιακές ομάδες από διάφορους λαούς (Ούννοι, Βησιγότθοι, Οστρογότθοι κ.ά.) μετακινήθηκαν από τις εστίες τους, καταλαμβάνοντας περιοχές του Δυτικού Ρωμαϊκού κράτους, που βρισκόταν υπό κατάρρευση. Και όπως τότε κανείς δεν μπόρεσε να ανακόψει αυτές τις μετακινήσεις, έτσι και τώρα τα ευρωπαϊκά κράτη παρουσιάζουν την ίδια αδυναμία. Κι αν δεχτούμε αυτό που προειπώθηκε, ότι δηλαδή το εν λόγω φαινόμενο μοιάζει με τα φυσικά φαινόμενα, τότε είναι αναπότρεπτο, εκτός κι αν δημιουργηθούν οι συνθήκες εκείνες στους τόπους των μεταναστευόντων και προσφύγων, οι οποίες θα εξαλείψουν τους κινδύνους για τη ζωή τους και τους επιτρέψουν να ζήσουν ανθρώπινα.

Ωστόσο, το πρόβλημα που θα με απασχολήσει δεν είναι αυτό, επειδή είναι κάτι που όλοι γνωρίζουν κι επιπλέον ανήκει στις αρμοδιότητες των ισχυρών της γης. Εκείνο που με απασχολεί είναι ότι στο όμορφο Αιγαίο χάνονται σχεδόν κάθε μέρα δεκάδες άνθρωποι όλων των ηλικιών, προπάντων όμως γυναίκες και μικρά παιδιά. Κι εμείς, πολύ συχνά, καθισμένοι στους τηλεοπτικούς μας δέκτες παρακολουθούμε τα φρικτά αυτά γεγονότα, απολαμβάνοντας ίσως το φαγητό ή το ποτό μας και συγκινούμαστε, μόνο όταν ο αριθμός των νεκρών είναι μεγάλος. Βλέπετε η συνήθεια αμβλύνει σιγά-σιγά τις ευαισθησίες μας, ακόμη και μπροστά στο θάνατο μικρών παιδιών, ακόμη και μπροστά στο θρήνο των μαννάδων τους. Μπορεί, βέβαια, να θυμώνουμε με τους αιτίους του φαινομένου, να συζητάμε γι’ αυτό, αλλά επί της ουσίας δεν μας αγγίζει, επειδή δεν το ζούμε παρά μόνο τηλεοπτικά. Εκείνοι που το ζουν άμεσα είναι οι κάτοικοι των νησιών μας, οι οποίοι έχουν δείξει πολύ μεγάλη ανεκτικότητα και ευαισθησία κι έχουν συμπαρασταθεί σ’ αυτούς τους δυστυχείς ανθρώπους.

Υπάρχουν, όμως, κι εκείνοι που θα ήθελαν να τους διώξουν κακήν κακώς και να μη τους επιτρέψουν να περάσουν από τη χώρα, αδιαφορώντας για την κατάστασή τους και για όσους πνίγονται καθημερινά. Γι’ αυτούς οι άνθρωποι αυτοί δεν είναι παρά ένα είδος εισβολέων, που έρχονται να αρπάξουν και να στερήσουν από εμάς τα «υψηλά» τάχα standards της ζωής μας. Είναι σίγουρο ότι ανάμεσα στις χιλιάδες των ανθρώπων που έρχονται υπάρχουν κι αυτής της λογής οι άνθρωποι. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να τους αντιμετωπίζουμε όλους σαν να ήταν κακούργοι. Οι άνθρωποι αυτοί βρέθηκαν σε μια κατάσταση στην οποία κανείς δεν θα ήθελε να βρεθεί. Διωγμένοι, φτωχοί, ταλαιπωρημένοι, χωρίς πατρίδα, χωρίς ένα μέρος για να κοιμηθούν, χωρίς ένα πιάτο φαγητό, δεν παύουν να είναι άνθρωποι, και ως τέτοιοι θα πρέπει να αντιμετωπιστούν.

Ο άλλος τρόπος θεώρησης αυτών των ανθρώπων είναι να τους δούμε σαν εχθρούς ή στην καλύτερη περίπτωση σαν αριθμούς, όπως γίνεται καθημερινά στις ειδήσεις, όπου μαθαίνουμε μόνο πόσοι ήλθαν ή πόσοι πνίγηκαν. Έτσι, οι άνθρωποι μεταβάλλονται σε αριθμούς. Κι όμως αυτοί οι άνθρωποι είχαν πατρίδα που τους τη στέρησαν βίαια, είχαν συγγενείς και φίλους που έχασαν, έκαναν όνειρα με την οικογένειά τους που τους τα έσβησαν, είχαν σπίτια που γκρεμίστηκαν, είχαν πρόσωπο, όνομα και ταυτότητα, πράγματα που εμείς ξεχνάμε και ακούμε μόνο ψυχρούς αριθμούς. Αυτή η ποσοτική αντιμετώπιση του ανθρώπου, η αριθμοποίησή του, είναι η αρχή κάθε μαζοποίησης, ο τρόπος για να πάψει ο άνθρωπος να είναι άνθρωπος. Την τακτική αυτή δεν ακολούθησε ο Χίτλερ στην περίπτωση της εξόντωσης των Εβραίων; Πρώτα τους χάραξε στο μπράτσο έναν αριθμό, ώστε να ξεχάσουν το όνομά τους, την ταυτότητά τους, σκοτώνοντας έτσι το πρόσωπό τους, κι έπειτα τους οδήγησε στο φυσικό θάνατο.

Θα διερωτηθεί ίσως κάποιος: -Μπορούμε να ζούμε διαρκώς με την ίδια συναισθηματική ένταση το πρόβλημα των προσφύγων; Μήπως η αριθμοποίησή τους είναι κι ένας τρόπος να αποφορτιστούμε από τα αρνητικά συναισθήματα που γεννά όλη αυτή η θλιβερή κατάσταση; Η απάντηση είναι καταφατική, αν λάβει κανείς υπόψη του και το ότι κάθε μέρα σε όλο τον κόσμο συμβαίνουν χιλιάδες αρνητικά γεγονότα, τα οποία παραμένουν άγνωστα σε μας, που όμως, κι αν ακόμη τα γνωρίζαμε, θα ήταν αδύνατο να νιώθουμε συναισθηματική συμμετοχή σε όλα. Από την άλλη όμως, εκείνο που θέλω να πω είναι ότι το προσφυγικό αποτελεί μια ευκαιρία, ώστε, όταν δεν μπορούμε να βοηθήσουμε άμεσα τους κατατρεγμένους αυτούς ανθρώπους με κάποιο τρόπο, να αναμετρηθούμε τουλάχιστον με τον εαυτό μας και τις ιδέες και στάσεις μας απέναντι στους ανθρώπους και τις καταστάσεις και να δούμε σε ποια κατηγορία ανήκουμε: σ’ αυτούς που βλέπουν τον άνθρωπο ως πρόσωπο ή στους άλλους που τον βλέπουν σαν αριθμό. Διότι από τη στάση μας αυτή θα κριθούν και κρίνονται πολλά πράγματα σε σχέση με τη συμπεριφορά μας έναντι των συνανθρώπων μας εν γένει, άσχετα αν είναι συμπολίτες μας ή μη. Αντιμετωπίζοντας τους ανθρώπους αριθμητικά και μόνο, εύκολα τους θεωρούμε αναλώσιμους και άρα με μικρή αξία. Αντίθετα, βλέποντας στον άλλο τη μοναδικότητα του ανθρώπινου προσώπου, στεκόμαστε με σεβασμό απέναντί του.

Αυτή η στάση απορρέει από τη μακρόχρονη παράδοσή μας, τόσο την αρχαιοελληνική, όσο και προπάντων από την ορθόδοξη χριστιανική. Αντιμετωπίζοντας τον άνθρωπο ως πρόσωπο, βρισκόμαστε εντός της παράδοσής μας και ακολουθούμε τα χνάρια της, ενώ βλέποντας ανθρώπους-αριθμούς εκτρεπόμαστε απόλυτα από αυτήν. Η πρώτη στάση υπαγορεύει μια υψηλή θεώρηση του ανθρώπου, η δεύτερη τον ευτελισμό του. Γράφει ο Γ. Σεφέρης στο ποίημά του «Ο τελευταίος σταθμός»:

Όμως τη σκέψη του πρόσφυγα τη σκέψη του αιχμάλωτου

τη σκέψη του ανθρώπου που κατάντησε κι αυτός πραμάτεια

δοκίμασε να την αλλάξεις, δεν μπορείς.

Η μόνη ελπίδα να αλλάξουμε τη σκέψη των προσφύγων είναι να τους κάνουμε να νιώσουν σαν να ήταν στην πατρίδα τους. Κι αυτό θα γίνει μόνο αν τους δούμε πάνω από όλα ως ανθρώπους.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *