ΑΙ ΔΙΟΝΥΣΙΑΚΑΙ ΕΟΡΤΑΙ

Απόκριες

Οι Ελληνικοί μύθοι δεν είναι παραμύθια,  είναι θείες μυστηριακές εμπνεύσεις που δόθηκαν με αυτόν τον τρόπο για  να προστατεύσουν μεγάλες αλήθειες από βέβηλους καιρούς. Δεν υπάρχουν μύθοι ανόητοι, ανήθικοι ή κατάλοιπα δεισιδαιμονιών, όπως χρόνια τώρα προσπαθούν να μας πείσουν  οι πολέμιοι του ελληνικού πνεύματος, αλλά μεγάλες αλήθειες που ζητούν αποκάλυψη όπως στο μύθο του Διονύσου.

Ο Διόνυσος είναι παιδί του Θεού Διός και της νύμφης Σεμέλης.

Η Σεμέλη (γήινη ουσία) έρχεται σε ερωτική επαφή με το Δία (ουράνιο πρωταρχικό πυρ) και δέχεται σπέρμα γονομοποιό.

Η Σεμέλη  όμως δεν αρκείται να έρχεται προς αυτήν ο Δίας μεταμορφωμένος. Εκείνος  κατ’ απαίτηση της εμφανίζεται μπροστά της με πλήρη την ουράνια περιβολή του και την κατακεραυνώνει. Ο Ζευς αποσπά από την καιγόμενη Σεμέλη το έμβρυο και το τοποθετεί στο μηρό του. Ο γεννηθείς  Διόνυσος φέρει το σπέρμα του ουράνιου φωτός αλλά και τη γήινη φύση της μητρός του.  Αμέριμνο παίζει και γελά όταν δέχτηκε επίθεση από Τιτάνες. Ξεφεύγει αλλάζοντας μορφές. Όφις, λέωνν, τίγρης, ταύρος. Σαν ταύρο τον συλλαμβάνουν. Κομμάτια κάνουν το παιδί σε σούβλες το περνάνε.

Ψήνουν, τρώγουν Ζαγρέα τον θεάνθρωπο.  Η Αθηνά σώσει και μεταφέρει την καρδιά του κατασπαραγμένου Διόνυσου στον πατέρα Δία.  Από τη διασωθείσα καρδιά αναγεννιέται ένας νέος αθάνατος Διόνυσος. Ο νέος Διόνυσος δεν φέρει επάνω του τίποτα το φθαρτό, κατοικεί στον Όλυμπο και παίρνει μέρος στην Τιτανομαχία.

Η αλληγορία της γέννησης, του θανάτου και της αναγέννησης του Διόνυσου αποτελεί ένα από τα μεγαλουργήματα της διανόησης των αρχαίων προγόνων μας. Ανθελληνικό όμως σύστημα εκπαίδευσης κράτησε και κρατάει μακριά τους Έλληνες από όλες αυτές τις υψηλές ιδέες, που δίνουν απαντήσεις στα πανανθρώπινα ερωτήματα της ζωής, του θανάτου, της ψυχής και της αθανασίας.  Ο Διόνυσος είναι και  στην κυριολεξία ο θεός της αμπέλου και του οίνου, αλλά συγχρόνως  οι αρχαίοι με την λέξη «οίνος» εννοούσαν τον ενδιάμεσον αιθέρα, που είναι απαραίτητος για την αθανατοποίηση του ανθρώπου.

Η δε μέθη, ήταν μέθη πνευματική.

Ο Διόνυσος ο Ζαγρεύς ήταν το αντικείμενο της λατρείας των  Ορφικών φυσιολατρών, αλλά τον βλέπουμε και στη λειτουργία των Ελευσινίων μυστηρίων.

Ακόλουθοι του Διόνυσου  ήταν  οι Σάτυροι κι οι   Σειληνοί. Περίεργα όντα που μοιάζουν με τον Θεό Πάνα. Το σώμα του τους από τη μέση και κάτω ζωώδες ενώ στην κεφαλή φέρουν μεγάλα αφτιά και κέρατα.

Την ακολουθία συμπληρώνουν οι Μαινάδες οι οποίες πάντοτε γαλουχούν άρρενα τέκνα  ζώων ή ανθρώπων που καμιά φορά τα κατασπαράζουν. Όλα αυτά είναι συμβολισμοί που μας δείχνουν πολύ βαθύτερες έννοιες όταν αποκωδικοποιηθούν.

Οι Έλληνες λάτρευαν το Διόνυσο το θεό της  ανεκδήλωτης  φύσης και του απέδιδαν  τιμές  ίσες με του Απόλλωνα, που ήταν ο θεός της εκδηλωμένης φύσης.

Απόλλων, Διόνυσος η διπλή όψη του ιδίου νομίσματος.

Απόλλων ο ήλιος της ημέρας ο νικητής του Πύθωνα.

Διόνυσος ο ήλιος της νύχτας, ο θριαμβευτής τού θανάτου.

Ο Διόνυσος λατρεύτηκε  σε όλα τα μήκη και πλάτης του κόσμου.

Τα Διονύσια ήταν γιορτές που γινόταν προς χάρη του. Χαρακτηριστικό των γιορτών αυτών ήταν η ευθυμία, ο ενθουσιασμός, η οινοποσία( με μέτρο), γενικά η χαρά της ζωής. Οι Διονυσιακές γιορτές παρότρυναν τους ανθρώπους να ατενίζουν τη ζωή και τον κόσμο με χαρωπή διάθεση απαλλαγμένοι, από φόβους και προκαταλήψεις.

Τα εν Αγροίς ή μικρά Διονύσια, υπήρξαν η αρχέγονος θρησκευτική τελετή από την οποία προήρθαν οι υπόλοιπες γιορτές.

«Τα μικρά ή εν Αγροίς Διονύσια» τελούνταν τον μήνα Ποσειδεώνα (Δεκέμβριο) κι έπαιρναν μέρος ακόμη  κι οι δούλοι.

Κύριο μέρος της τελετής ήταν ο κώμος, κατά τον οποίον οι « Κωμιστές» κατέληγαν στους δρόμους, εν μέσω θορύβων, μουσικής άτακτης, τραγούδια και χορούς. Ο κώμος   έγινε η βάση  να δημιουργηθεί η κωμωδία.

Κατά τα  Λήναια που  ετελούνταν το μήνα Γαμηλιώνα(Ιανουάριο) η πομπή κατέληγε στο ναό του Ληναίου Διόνυσου όπου διαξάγετο  στιχομυθία μεταξύ ενός που στεκόταν πάνω σε ένα τραπέζι και του χορού. Αυτό απετέλεσε την αρχή της τραγωδίας.

Τα Ανθεστήρια τελούνταν το μήνα Ανθεστηριώνα(Φεβρουάριο).

Στη γιορτή αυτήν τελούνταν και μυστήρια κατά τη διάρκεια της νύχτας.

Την πρώτη μέρα άνοιγαν τους πίθους, τη δεύτερη πρόσφεραν χοές και την τρίτη γινότανε «ο εξ’ αμάξης κώμος».

Τα μεγάλα ή κατ΄Αστυ Διονύσια τελούνταν το μήνα Ελαφηβιώνα (Μάρτιο)

 Η θορυβώδης μουσική, τα τύμπανα, τα κύμβαλα ήταν κοινά σε όλες τις Διονυσιακές γιορτές. Της πομπής προηγούντο κανηφόροι παρθένες που έφεραν επί της κεφαλής κάνιστρα (πολλάκις χρυσά) γεμάτα με άνθη και σύκα,  Ακολουθούσε άνδρας πάνω σε κοντάρι σε σχήμα συνήθως υπερμεγέθη φαλλού και μετά  άνδρες με γυναικείες ενδυμασίες(ιθύφαλοι).

 Οι ακολουθούντες την πομπή των Διονυσίων  (θίασος) μεταμφιεσμένοι  σε Σάτυρους, Σειληνούς και  Βάκχες, προκαλούσαν την ελεύθερη εκδήλωση του Διονυσιακού στοιχείου της ψυχής, τον αυθορμητισμό, την απελευθέρωση της εσωτερικής ορμής και δημιουργούσαν τον Διονυσιακό ενθουσιασμό, με τη βοήθεια του  «άκρατου οίνου» ψάλλοντας διθυράμβους.

Ο θρησκευτικός και πνευματικός χαρακτήρας των Διονυσιακών γιορτών έδωσε αφορμή να δημιουργηθεί η διδακτική τραγωδία, το σατυρικόν δράμα κι η κωμωδία.

Οι χαρούμενες όμως αυτές  Διονυσιακές γιορτές που ωθούσαν τους ανθρώπους στη λατρεία της φύσης και λύτρωναν τις ανθρώπινες ψυχές από τα σκοτάδια της αμαρτίας και αμάθειας καταργήθηκαν από δοξασίες κατά τις οποίες το γέλιο κι χαρά ήταν έργα του διαβόλου.

 Με την κατάργηση αυτών των γιορτών έσβησε από τα χείλη των Ελλήνων η ανυπόκριτη χαρά και  το άδολο γέλιο, χάθηκε η αίσθηση του χιούμορ και μαζί με αυτά χάθηκε η αίσθηση του ωραίου, η έμπνευση, το φτερούγισμα της ψυχής, η μεγαλοφυΐα, η δημιουργική ικανότητα.

Δεν σβήστηκαν όμως παντελώς γιατί αυτά αν και απαγορευμένα μακροημέρευαν στις ψυχές των Ελλήνων. Απομεινάρια της Διονυσιακής λατρείας είναι τα δρώμενα των απόκρεων που γιορτάζονται απ’ όλους τους Έλληνες με περίσσια αγάπη τρεις Κυριακές και την καθαρά Δευτέρα.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *