Αναζητώντας “Χαμένα Όνειρα στο Αλ Χαλίλι”

Ήθελα από καιρό να γράψω κάτι, αλλά δεν είχε γίνει αυτό το “κλικ” της έμπνευσης, μέχρι που “τυχαία” έπεσε το μάτι μου σε ένα βιβλίο που με κάποιο μαγικό τρόπο “ξεκαταχωνιάστηκε” μόνο του από το πίσω μέρος κάποιου ραφιού, για να τραβήξει την προσοχή μου. «Χαμένα Όνειρα στο Αλ Χαλίλι» του μέγιστου Αιγύπτιου Νομπελίστα: Ναγκίμπ Μαχφούζ, το οποίο διαδραματίζεται τις μέρες των βομβαρδισμών του Καΐρου από τους Γερμανούς και με την Εθνική μας επέτειο προ των πυλών… έγινε το -προσδοκώμενο- “κλικ”. Και αυτό γιατί το όνομα του συγκεκριμένου συγγραφέα, έπαιξε μεγάλο ρόλο στην επίσκεψή μου στο Κάιρο, προ μερικών ετών. Αφού αποφάσισα να επισκεφτώ τη μεγάλη αυτή πόλη και ευνόητα -παιδικό όνειρο- τις πυραμίδες και αφού κανόνισα τα πάντα: διαμονή, εισιτήρια, εκδρομές, διαδρομές, διατροφή, κλπ… Γνώρισα -τυχαία πάντα- μια Ελληνίδα κοπέλα που γεννήθηκε και μεγάλωσε εκεί, η οποία μου τόνισε: “να πας οπωσδήποτε στο καφέ του Ναγκίμπ Μαχφούζ”… και έχοντας διαβάσει ήδη αρκετά βιβλία του, χάρηκα ιδιαίτερα τόσο που υπάρχει μαγαζί με το όνομά του, όσο και για το “tip”.

1

Χριστούγεννα λοιπόν στο Κάιρο, 2007

Το Κάιρο είναι μια αρκετά μεγάλη πόλη, με πληθυσμό που πλέον ξεπερνάει τα 20 εκατομμύρια κατοίκων εκ των οποίων το 90% ζει μέσα στην φτώχεια. Μια πόλη με ασύλληπτο για τα ελληνικά δεδομένα κυκλοφορικό σύστημα, τεράστιους δρόμους χωρίς σηματοδότες, χωρίς παύση της ροής των οχημάτων ακόμα και αργά… αργά τη νύχτα. Το δωμάτιό μου βρίσκονταν στον έβδομο όροφο του ξενοδοχείου και ο θόρυβος των αυτοκινήτων καθώς και τα ασταμάτητα καθ’ όλη τη νύχτα κορναρίσματα, διαπερνούσαν αβίαστα τα κουφώματα αλουμινίου και… τα αυτιά μου.

Όπως όλες οι πόλεις αυτού του μεγέθους, φιλοξενεί χιλιάδες μαγαζιά κάθε τύπου. Μπορεί να μην είναι Λονδίνο, όπου υπάρχει κάτι για τον πιο απλό πελάτη, που θέλει απλά ένα καφέ, αλλά και για τον πιο “διεστραμμένο”, που θέλει θεούς και δαίμονες… με τον καφέ του, αλλά πάνω κάτω, θα βρεις αυτό που ζητάς, δεδομένο ότι κάθε τι θέλει το ψάξιμο του.

Για καλή μου τύχη, όλοι γνώριζαν το συγκεκριμένο καφέ και για καλύτερη μου τύχη, βρισκόταν στο κέντρο της πιο μαγικής συνοικίας της πόλης. Στο Αλ Χαλίλι.

Η ομορφιά του χάους, σε όλο της το μεγαλείο

Μια απέραντη (κυριολεκτικά απέραντη) λαϊκή αγορά, με μαγαζάκια, μικροπωλητές, πάγκους και καφενέδες που φιλοξενούσε ό,τι λογής εμπόρευμα μπορείς να φανταστείς. Τα πάντα μπορείς να αγοράσεις στο Αλ Χαλιλι. Δεδομένο όμως ότι θα κινηθείς και θα πράξεις, βάση των άγραφων κανόνων του. Αν είσαι μια απλή τουρίστρια και αιωρείται από πάνω σου μια φωτεινή επιγραφή με ένα βέλος που δείχνει προς τα εσένα που αναγράφει “Τουρίστας”… τότε τα πράγματα είναι λίγο δύσκολα. Η φτώχεια, έχει οδηγήσει του κατοίκους της πόλης σε ακραίες καταστάσεις και οι “τσαντάκιδες”, τα “κλεφτρόνια”, καθώς και οι γενικής φύσης απατεώνες, καραδοκούν σαν τους γύπες πάνω από έναν ετοιμοθάνατο κακομοίρη στη μέση της ερήμου. Είσαι λίγο-πολύ καταδικασμένη. Γι’ αυτό λοιπόν, το πρώτο πράγμα που έκανα, ήταν να πάρω μια μαντήλα και φθηνά ρούχα από κάποιο πάγκο για να καλύψω κυρίως τα καστανόξανθα μαλλιά μου και γενικά να μη φαίνομαι από μακριά ότι είμαι ξένη. Αυτό σε καθιστά αόρατη στο πρώτο κύμα ενοχλητικών που “ορμάνε” στους εμφανείς τουρίστες. Πιστεύω πως η μεταμφίεσή μου έπιασε, πρώτον γιατί όντως δεν με ενόχλησε κάποιος “τσαντάκιας”, αλλά επίσης δεν με αναγνώρισαν αρχικά και στο ξενοδοχείο, όταν επέστρεψα από την “αναγνωριστική” εξόρμησή μου.

 

Το επόμενο βράδυ και αφού ήξερα πλέον πόσο κοστίζει το ταξί από το ξενοδοχείο μέχρι το Αλ Χαλίλι, αποφάσισα να βρω το καφέ που μου είχαν συστήσει. Βγαίνοντας από το ταξί, δίνω στον οδηγό 10 αιγυπτιακές λίρες, που γνώριζα (και γνώριζε) πως ήταν το σωστό αντίτιμο (ταξίμετρα κλπ…. ανύπαρκτα) και προς καθόλου μεγάλη μου έκπληξη, μου έκανε νόημα πως ήθελε άλλα τόσα. 20 λίρες δεν είναι κάνα μεγάλο ποσό σε ευρώ, αλλά γιατί; Προσπάθησα -με νοήματα- να του δώσω να καταλάβει πως αυτά θα πάρει και τέλος, αλλά αυτός επέμενε. Σου λέει… γυναίκα… τουρίστρια… έλα όμως που για καλή μου τύχη, εκείνη τη στιγμή περνάνε δύο αστυνομικοί και αρπάζοντας την ευκαιρία, φώναξα “police..police”… Πριν καν γυρίσουν οι αστυνόμοι να κοιτάξουν, ανάμεσα στο κενό χρόνου που υπάρχει από ένα κλάσμα δευτερολέπτου μέχρι το επόμενο… ο ταξιτζής έγινε καπνός. Απλά εξαφανίστηκε! Κοιτώντας απορημένοι μία το ταξί που χάθηκε στον ορίζοντα και μία εμένα, τους έκανα νόημα ότι όλα είναι εντάξει και ξεκίνησα να βαδίζω προς το κέντρο του απερίγραπτου και τεράστιου “ζωντανού οργανισμού” που λέγεται Αλ Χαλίλι.

Ρώτησα για το καφέ και το βρήκα σχετικά εύκολα.

Εκεί, με βρήκε η πρώτη έκπληξη.

Στην Ελλάδα, όταν λέμε “καφέ” εννοούμε… καφετερία, καφενείο, καφέ… ανοιχτός χώρος, τραπεζάκια έξω… τζαμαρία… κόσμο να πίνει -παραδόξως-… καφέ…  τέλος πάντων, κάτι που δεν σου δημιουργεί κάποιο κλειστοφοβικό σύνδρομο. Άλλο Ελλάδα όμως, άλλο Αραβία. Εκεί υπάρχει το φαινόμενο των τρομοκρατικών επιθέσεων, υπάρχει άλλου επιπέδου βία, άλλος τρόπος ζωής, άλλη καθημερινότητα, άλλη κουλτούρα, άλλα όλα!

Το “καφέ” λοιπόν με τα σιδερόφραχτα παράθυρα, δεν είχε τραπεζάκια έξω με κόσμο να πίνει -βραδιάτικα- μπύρα αντί καφέ (ή έστω καφέ), ή κάτι άλλο αλκοολούχο, γιατί… εκεί είναι Αραβία! Απαγορεύεται η κατανάλωση αλκοόλ. Πάνω απ’ όλα όμως, η μεγαλύτερη έκπληξη και ταυτόχρονα πολιτισμικό σοκ, ήταν η είσοδος! Για να μπεις στο “καφέ” έπρεπε να περάσεις από μηχάνημα σαν αυτό που έχουν στα αεροδρόμια, που ανιχνεύει με ακτίνες Χ τα υπάρχοντά σου και ένας κτηνώδης -σε διαστάσεις- τύπος (αλλά συμπαθητικός) με ένα αισθητήρα χειρός, πάλι σαν αυτόν που έχουν στα αεροδρόμια, σε σκανάρει από πάνω μέχρι κάτω μπας και κουβαλάς κάτι που… λειτουργεί με σφαίρες, ή κάτι χειρότερο και μετά από όλα αυτά… σου επιτρέπουν την είσοδο.

Ο βραβευμένος με Νόμπελ δάσκαλος της Αιγυπτιακής λογοτεχνίας

 

2

Εντός κεκλεισμένων θυρών

Ένας παραδοσιακός χώρος, όπου οι σερβιτόροι, ντυμένοι με στολές βγαλμένες από παλιά αρχαιολογική ταινία με θέμα τις πυραμίδες, σε υποδέχονται με ένα πλατύ χαμόγελο και σου βρίσκουν άμεσα τραπέζι. Δεν υπάρχει περίπτωση να μπεις και να πας να κάτσεις όπου θέλεις, κάποιος οπωσδήποτε θα σε υποδεχτεί.

Η ξύλινη διακόσμηση στο ταβάνι και το εσωτερικό των παραθύρων, μοναδική. Οι φωτογραφίες του νομπελίστα συγγραφέα που “δάνεισε” το όνομά του στο μοναδικό αυτό καφέ, κοσμούσαν διάφορα σημεία του χώρου, μαζί με παλιές φωτογραφίες και γκραβούρες του Καΐρου. Οι ναργιλέδες, σχεδόν όσοι και οι πελάτες, αρωμάτιζαν το χώρο με το αγαπημένο ταμπάκο της Αραβίας, με γεύση -και μυρωδιά- μήλου. Γυναίκες αρκετές, όλες με μαντήλα και ένα γενικό πάνε-έλα των σερβιτόρων, να ικανοποιήσουν όλους τους πελάτες με τις παραγγελίες τους και ό,τι άλλο ζητούσαν.

Το τεράστιο (θα έλεγα υπέρτατο) “ατού” όμως του καφέ, ήταν οι δύο παππούδες (είχαν πατήσει σίγουρα γερά τα ενενήντα και οι δυο τους) που σε ένα μικρό πάλκο, μάγευαν τους θαμώνες με την πιο όμορφη αραβική μουσική που έχω ακούσει στη ζωή μου.

Ήταν σαν να τρως ένα ονειρεμένο γλυκό, φτιαγμένο από νότες. Νότες που για πρώτη φορά άκουγες στη ζωή σου, νότες που δε γνώριζες ότι υπάρχουν και που σχημάτιζαν μελωδίες βελούδινες, απαλές που χάιδευαν τα αυτιά σου και ζέσταιναν την ψυχή σου. Η φωνή του υπερήλικα τραγουδιστή, όταν μας τιμούσε με την παρουσία της, κολάκευε ακόμα περισσότερο τη μουσική ευωδία που “ρουφούσαμε” όλοι λαίμαργα, όπως ένας οδοιπόρος της ερήμου, που επιτέλους -και στο παρά πέντε- βρίσκει νερό. Πρόσεξα πως σε όλο τον χώρο, δεν υπήρχαν ομιλίες, κανείς δεν έβγαζε άχνα. Ακόμα και η διαδικασία της παραγγελίας, γίνονταν ήσυχα και διακριτικά. Κανείς δεν ήθελε να διακόψει τη ροή του ηχόμορφου αυτού ονείρου.

Η ίδια, υπνωτισμένη από τη θεία μουσική, δεν πρόσεξα πως ο μαιτρ, δεν έχασε την ευκαιρία να πλησιάσει μια τουρίστρια, μόνη και έρημη και ήρθε ο ίδιος να με ρωτήσει απευθείας στα Αγγλικά αν περιμένω παρέα, έχοντας μαντέψει ήδη τη σωστή απάντηση. Το μαγαζί γεμάτο πέρα ως πέρα.

Τμήμα του εσωτερικού του καφέ Ναγκίμπ Μαχφούζ

Ρώτησε ο ίδιος ένα μοναχικό κύριο που καθόταν κοντά μας, αν δεν τον ενοχλούσε να μοιραστεί το τραπέζι του μαζί μου, ο οποίος ρίχνοντας μου την ίδια ματιά που μου έριξε ο μαιτρ προ ολίγων λεπτών, κούνησε καταφατικά -σχεδόν νωχελικά- το κεφάλι του, χωρίς να αποχωριστεί το ναργιλέ, αφήνοντας αργά ένα πυκνό πέπλο καπνού να διαχυθεί στον αέρα. Τον ευχαρίστησα για την ευγένειά του και κάθισα κρατώντας μια συντηρητική στάση, περιμένοντας ο μοναχικός κύριος, να πιάσει κουβέντα με τη μοναχική κυρία. Από το βλέμμα του, καθώς και τον τρόπο που άφηνε το ναργιλέ να του ψιθυρίζει όσα η μουσική παρέλειπε να του πει, κατάλαβα πως δεν κινδύνευα -προς το παρόν- και άφησα τον εαυτό μου να χαλαρώσει. Οι δύο γέροντες, που ήθελα πολύ όταν τελείωσαν να τους φιλήσω το χέρι και μετανιώνω σήμερα που δεν το έκανα, συνέχισαν τα αλλόκοσμα μουσικά ξόρκια τους στα οποία κανείς δε μπορούσε να αντιδράσει. Ήμασταν όλοι έρμαιοι της υπέροχης μελωδίας τους, υποταγμένοι στο κάλεσμα της κάθε νότας.

Το καφέ Ναγκίμπ Μαφχούζ μου χάρισε μια βραδιά που δε θα ξεχάσω ποτέ. Η κάθε λεπτομέρεια εκείνης της βραδιάς, μέχρι και το χαμόγελο που μου χάρισε ο μέχρι σήμερα άγνωστος κύριος του τραπεζιού μου, καθώς σηκώθηκε να αποχωρήσει, έχοντας φανερά αγνοήσει την ύπαρξή μου μέχρι εκείνη τη στιγμή, μου αποτυπώθηκε βαθιά. Ήταν ένα γλυκύτατο χαμόγελο, χωρίς κρυμμένα νοήματα και άτακτες βλέψεις. Ήταν το τέλειο επιδόρπιο ενός μοναδικού γεύματος, που θέλεις να γεύεσαι κάθε μέρα της ζωής σου, αλλά γνωρίζεις πως σε όλα σου τα χρόνια εν ζωή, θα το απολαύσεις μόνο μια-δυο φορές. Είναι σαν να παίρνουν μορφή και ύλη τα όνειρα που έχασες και ξαναβρήκες ψηλαφιστά με τα μάτια κλειστά, νιώθοντας αμυδρά τη νεραϊδένια αίσθηση τους στα δάχτυλά σου, για μια στιγμή και μόνο… στο Αλ Χαλίλι.

Ευχαριστώ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *