Αναπάντεχα Φλύαρος

Ξέρεις τι πραγματικά λείπει από αυτό το μέρος; Ρώτησε ο βαρκάρης, καθώς έσπρωξε το πλεούμενο του να πιάσει καλά στο νερό. Η μόνη επιβάτιδα δεν έδωσε σημασία στη φωνή του, έδειχνε άψυχη, ανέκφραστη και σαν να μην είχε η ίδια φωνή να απαντήσει. Κάθισε στην πλώρη της βάρκας και με απόλυτα ουδέτερη έκφραση, κοιτούσε μόνο μπροστά. Δεν τον ενόχλησε. Δεν περίμενε κάποια αντίδραση, αν μη τι άλλο, αν η νεαρής ηλικίας επιβάτιδα του, έβγαζε έστω και μίαν άχνα, αυτό θα τον εξέπληττε.

Μπορεί να σου φανεί και ανόητο. Συνέχισε. Αλλά πραγματικά θα εκτιμούσα… που και που… λίγη μουσική.

Το βλέμμα της επιβάτιδας του, παρέμεινε πέτρινο καθώς αυτή ατένιζε την απέναντι όχθη.

Δεν πρέπει να πέρασε ούτε ένα φεγγάρι, –συνέχισε απτόητος– που με περίμενε στην όχθη ένας νεαρός, ίσα με την δικιά σου ηλικία, από μακριά νόμιζα πως κρατούσε μια χελώνα, αλλά! ήταν μια κιθάρα φτιαγμένη από καβούκι χελώνας. Ήταν… πώς τους λένε αυτούς… ραψωδός! Αλλά δεν τον κατάφερα να αγγίξει ούτε μία χορδή. Μουγκός κι’ αυτός σαν και ‘σένα. Και με μισό-κλειστο το στόμα, σιγό-ψιθύρισε με πικρία… Σαν όλους σας.

Αλλά τι φταίνε και αυτοί οι καημένοι; σκέφτηκε. Τι έφταιγε και αυτός ο ίδιος; Η κοπέλα στη βάρκα του… ποιος ξέρει ποια ήταν, πώς βρέθηκε να κάθεται εκεί σαν μαρμάρινο άγαλμα που στόλιζε προσωρινά τη μαύρη λέμβο. Ίσως θα έπρεπε να προσπαθήσει να τους αποσπάσει λίγο την προσοχή από την απέναντι όχθη, ίσως να καταφέρει να τους αποσπάσει και καμιά λέξη. Ποτέ κανείς τους δεν του μίλησε. Ποτέ! Και αυτός… ακούραστα, να εκτελεί το καθήκον του βαρκάρη! Μήπως τόσα χρόνια, κάνει κάτι λάθος; Μήπως να τα παρατήσει όλα, την παλιόβαρκα, το ποτάμι, όλα! και να σηκωθεί να φύγει; Έτσι και αλλιώς η απέναντι όχθη δεν είναι και τόσο μακριά, κολυμπιέται. Κι’ όποιος δεν ξέρει κολύμπι, τι μπορεί πια να πάθει; Να πνιγεί;

Κουρασμένος,  αβράβευτος για τους κόπους του και το έργο που προσφέρει, του ήρθε ξαφνικά η επιθυμία να περιπλανηθεί στη γη. Να περπατήσει στο φρέσκο χώμα της μητέρας πανγαίας, να δει τις πολιτείες των ανθρώπων, τις ψηλές κορφές, εκεί που κατοικούν οι θεοί, να κάνει τέλος πάντων ό,τι κάνουν όλοι. Όλοι εκτός από αυτόν. Τον κουρασμένο και καταπονημένο βαρκάρη, που κανείς δεν του μιλάει.

Σταμάτησε να σκέφτεται. Ο νους του άδειασε και αποφάσισε να κάνει το πρώτο βήμα αλλαγής, αλλά και βελτίωσης στο μοναχικό, σκοτεινό και σιωπηλό του κόσμο.

-Κόρη, είπε αρχικά λίγο χαμηλόφωνα, αλλά επανέλαβε μετά από λίγο πιο δυνατά. Κόρη… ποια είσαι, πώς σε φωνάζουν; Μη φοβάσαι, νεαρή μου κοπέλα, τα βάσανά σου τελείωσαν, φτάνουμε όπου νά’ ναι στην απέναντι όχθη.

-Μα τι λέω; Σκέφτηκε αμέσως. Ξέρω εγώ αν είχε βάσανα η κοπέλα; Όμορφη σαν νύμφη του δάσους και νέα με όλη τη ζωή μπροστά της. Σκέψου κάτι καλύτερο παλιόγερε, είπε σχεδόν φωναχτά στον εαυτό του.

-Κόρη; Θυμάσαι το άρωμα των λουλουδιών που σου φορέσαν στα μαλλιά, πριν έρθεις να με βρεις; Το χρώμα των ανθών και τη γεύση της αμβροσίας που έσταζε από τα πέταλά τους;

Η νεαρή κοπέλα δεν έδειξε κανένα σημάδι αντίδρασης στα λόγια του βαρκάρη. Ακόμα και το απαλό αεράκι που συνόδευε το διάβα του νερού, έμοιαζε να την παρακάμπτει και τα μαύρα μαλλιά της, ανέγγιχτα από τον άνεμο, τόνιζαν την αφύσικη ακινησία της. Το χρώμα της επιδερμίδας της ήταν το μόνο στοιχείο επάνω της, που υπενθύμιζε στον μαυροντημένο γέρο πως είχε μπροστά του άνθρωπο και όχι άγαλμα.

Δεν πειράζει, κάθε αρχή και δύσκολη. Κάποτε αυτή η βάρκα πήγαινε όπου ήθελε το ποτάμι, τώρα… το ίδιο το ποτάμι πάει όπου θέλει αυτός. Μπορεί να μην ανταποκριθεί τελικά η νεαρή κοπέλα, αλλά ίσως ο επόμενος επιβάτης, ή ο μεθεπόμενος, ο παραμεθεπόμενος… κάποτε θα κάνει την σωστή ερώτηση και τότε… κάποιος θα γυρίσει να του μιλήσει, ή έστω και να τον κοιτάξει. Και αυτό… είναι μια αρχή. Είπαμε… κάθε αρχή και δύσκολη.

-Ξέρεις… στην απέναντι όχθη είναι κι’ άλλοι σαν και’ σένα. Δεν θα είσαι μοναχή σου. Δεν πρέπει να φοβάσαι, είπε με ενθαρρυντικό τόνο, αλλά γνώριζε πως η επιβάτιδα του έπρεπε να τρέμει ολάκερη. Στην απέναντι όχθη δεν φυτρώνουν λουλούδια και το χρυσό άρμα του θεού Ήλιου δεν περνά από πάνω της. Έχει πάντα κρύο, ακόμα και τις πιο καυτές μέρες και νύχτες του Εκατομβαίου και κανένα πουλί δεν τραγουδεί απ’ αυτήν τη μεριά του ποταμού. Ήδη η θερμοκρασία είχε πέσει σημαντικά και είχαν φτάσει μόλις στα μισά. Ακόμα και το κελάηδημα των πουλιών ακουγόταν  μακρινό, παρόλο που τα δέντρα με όλο τους τον ιπτάμενο πληθυσμό, έσκυβαν και σκίαζαν τον μισό ποταμό. Ο γέρος βέβαια ήταν συνηθισμένος και δεν έδινε πλέον σημασία. Ήταν όμως και αποφασισμένος να προκαλέσει μια οποιαδήποτε αντίδραση από την επιβάτιδα του.

-Λοιπόν… – συνέχισε ανένδοτος, αγνοώντας την αδιαφορία της νεαρής κοπέλας- την επόμενη φορά που θα με περιμένει κάποιος…. ραψωδός, θα του επιβάλλω να παίξει κάτι και η μελωδία του θα ακουστεί παντού, σαν ένα θεϊκό κάλεσμα, θα την ακούσεις κι’ εσύ και θα σου ζεστάνει την ψυχή σου, θα δεις.

Δε γνώριζε κατά πόσο αυτό ήταν εφικτό, δε γνώριζε καν αν η κοπέλα, ή και όλοι οι κάτοικοι της απέναντι όχθης, ακούνε ή βλέπουν. Ήταν λόγια του αέρα, που είπε επειδή ήθελε οπωσδήποτε να ξαναμιλήσει πριν φτάσουν απέναντι. Μια τελευταία προσπάθεια. Έτσι κι’ αλλιώς τι είχε να χάσει; Το χρόνο του, ή τη ζηλευτή θέση του;

Ένα μικρό ταρακούνημα από το πλεούμενο που έπιασε χώμα, σηματοδότησε το τέλος της διαδρομής, έφτασαν στην απέναντι πλευρά του ποταμού. Η κοπέλα βγήκε από τη βάρκα και το ξυπόλυτο πόδι της πάτησε στο γκρίζο, άκαρπο χώμα. Την ίδια στιγμή, η επιδερμίδα της έχασε και το τελευταίο ίχνος χρώματος. Έμοιαζε τώρα ίδια με αερικό. Χωρίς να κοιτάξει πίσω της, άρχισε να κατευθύνεται αθόρυβα προς τον τελικό της προορισμό. Στην άλλη όχθη, ένας μεσήλικας που έμοιαζε να κρατά κάτι σαν δίαυλο, περίμενε το επόμενο αγώγι. Ο Χάροντας χαμογέλασε και σκουντηξε προς τα πίσω τη βάρκα του.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *