Από Κακό Εργόχειρο Δουλειά δεν Απομένει

Έτος 1958. Μαθητής ήμουν τότε της Πέμπτης τάξης του Γυμνασίου της πόλης μας. Ε, λοιπόν, νομίζω ότι τα έξι χρόνια του Γυμνασίου ήταν τα πιο σημαντικά κομμάτια της ζωής μας. Κι αυτό, γιατί ζήσαμε όλοι τότε τόσο έντονα τα εφηβικά μας χρόνια, που συχνά τα αναπολούμε, παρά τις δυσκολίες και τις στερήσεις. Όσοι ήμασταν από χωριά, αμάθητα παιδιά στην εργένικη ζωή, δυσκολευτήκαμε πολύ και ζηλεύαμε τα παιδιά τα Στειακά που είχαν όλες τις ανέσεις, το φαγητό κυρίως, τα καθαρά τους ρούχα, τα άνετα σπίτια σε σχέση με τα ημιυπόγεια κελιά, όπου συνήθως διέμενε η μαθητική νεολαία. Είχαμε, ωστόσο, εμείς ένα άλλο προνόμιο, που το στερούνταν εκείνα. Απολαμβάναμε το ύψιστο αγαθό της ελευθερίας, διότι μοναχάφεντοι κάναμε ό,τι θέλαμε, αφού δεν είχαμε κανένα στο κεφάλι μας. Μετά από σύντομη προπαρασκευή των μαθημάτων μας, γυρίζαμε από δω κι από κει επισκεπτόμενοι φίλους, καπνίζαμε και κανένα τσιγαράκι, παίζαμε και κανένα μπαρμπούτι τις γιορτές, αλλά το πιο σπουδαίο, σκαρώναμε ένα σωρό πειράγματα ο ένας στον άλλο.

Μια Κυριακή βράδυ, λοιπόν, βρεθήκαμε στο σπίτι ενός συμμαθητή φίλου για διάβασμα. Στο απέναντι σπίτι, παλιό αρχοντικό της Σητείας, εκεί που τελειώνουν τα πολλά σκαλιά, γίνεται πολλή φασαρία και μεγάλος τζερτζελές. Κόσμος καταφτάνει, κυρίες καλοντυμένες, κύριοι της υψηλής κοινωνίας – με τα δικά μας κριτήρια- με κουστούμια και γραβάτες, λογοδιάρροια μέσα, γέλια, φωνές. Μαθαίνουμε ότι μόλις προ ολίγου είχε τελεστεί μυστήριο γάμου και γι’ αυτό όλο τούτο το πατιρντί. Κάποιος, λοιπόν, γείτονας που γνώριζε τις καλλιτεχνικές μας επιδόσεις – η αφεντιά μου τσαφάριζε από τότε το βιολάκι που πρωταγωνιστούσε στις καντάδες, ο Θεός να τις κάνει καντάδες, που ερωτοχτυπημένοι κάναμε σε αιθέριες υπάρξεις – μας μπροξένεψε να πάμε απέναντι, όπου «εγένετο γάμος και υστερήσαντος» οργανοπαίκτου, θα ’ταν ευκαιρία να κάνομε το ντεμπούτο μας, τώρα μάλιστα που είχανε έρθει στο κέφι οι γαμουλιώτες και θέλανε να γλεντήσουνε και να χορέψουνε. Κεραυνός εν αιθρία ήτανε για μας η πρόταση. «Διάβολε», λέω, «είμαστε εμείς για τέτοια πράματα, για τέτοιες επισημότητες σε σαλόνια με καθώς πρέπει κυρίες και κυρίους»; Παρά τις επιφυλάξεις μας, ο γείτονας, που ήταν και μέλος της τελετής, επέμενε παροτρύνοντάς μας και ξι- ξι μας έβανε αγιούτο, ώσπου μας εσίβασε.

Κρατώντας παραμάσκαλα το βιολί εγώ και άλλος την κιθάρα, με πάσα επιφύλαξη και συστολή μπήκαμε στην αίθουσα της τελετής, όπου ετύχαμε ενθουσιώδους υποδοχής, ειδικά από το γαμπρό, ένα Κασώτη λεβεντόκορμο νέο με κατάμαυρο κολλαριστό μαλλί και επίσημο κουστούμι, αγνώστων, ωστόσο, λοιπών στοιχείων για μένα. Η αμφίεση και η όλη μας εμφάνιση ήταν θλιβερή παραφωνία στο όλο σκηνικό, ατημέλητα χωριατάκια όπως ήμασταν, αλλά μήπως είχαμε και κάτι καλλίτερο;

Kαλά-κακά υπό τα περίεργα βλέμματα των προσκαλεσμένων θρονιαστήκαμε στο κέντρο της αίθουσας, όπου μας προσέφεραν δυο καρέκλες. Προσπαθώ να επιστρατεύσω όλες τις καλλιτεχνικές μου δυνάμεις και να φανώ αντάξιος των περιστάσεων αλλά το τρακ μου κόβει τα γόνατα και κάνει να τρέμουν τα χέρια. Τελικά βρίσκω το θάρρος, ρίχνει κι ο άλλος δυο πενιές κι αρχίζει το νταβαντούρι με μια κοντυλιά του ρε. Πλησιάζουν από πάνω μας οι πιο μερακλήδες που είχανε πιει και τη μια ντως και αρχίζουνε τις μαντινιάδες σχετικές με το γάμο, το γαμπρό, τη νύφη. Νιώθω να πλαντώ περιτριγυρισμένος από τέτοια υψηλή κοινωνία αλλά κάνω την καρδιά μου πέτρα και συνεχίζω, ενώ το άγχος και το τρέμουλο σιγά σιγά εξαφανίζονται. Περνώ επιτυχώς το βάπτισμα του πυρός, στο τέλος μάλιστα του πρώτου μέρους δε λείπουν και τα χειροκροτήματα. Συνεχίζουμε με δυο τρεις κοντυλιές ακόμη και το γλέντι καλά κρατεί με μαντινιάδες…παντός καιρού. Ο γαμπρός δείχνει κατενθουσιασμένος για την αναπάντεχη προξενιά του γειτόνου και στο πρώτο διάλειμμα μας οδηγεί στην τραπεζαρία, όπου μας περιμένουν τα ελέη του θεού. Μακαρονάδες, κρέατα, ψητά, λαχταριστά φαγητά λογιών-λογιών γλυκά, φρούτα και του πουλιού το γάλα. Τι να πρωτοφάμε; Αφού τα ετιμήσαμε δεόντως τέλος πάντων, επανήλθαμε στο κέντρο, στη θέση μας.

Συνεχίζουμε με χορούς. Αρχίζουμε ένα πηδηκτό και πιάνει το ζεύγος στην ομπρός μερά. Γλέντι τρικούβερτο, πασπαλιές, μαντινιάδες, γέλιο, φασαρία. Βάνω τα δυνατά μου, το δοξάρι πετά φωτιές και στο φινάλε ιδού η μεγάλη έκπληξη. Έρχεται ο γαμπρός καταϊδρωμένος, βγάζει από την τσέπη του ένα μάτσο παράδες και βάζει μέσα στην κιθάρα ένα πενηντάρικο!! Το ισοδύναμό του, αν θυμάμαι καλά, ήτανε είκοσι κιλά μπακαλιάρος, οχτώμισι πακέτα Καρέλια και ένα τσουβάλι αστραγάλια! Επηκολούθησαν κι άλλοι χοροί, Χανιώτηδες, πεντοζάληδες και τα χαρτονομίσματα, δεκάρικα, κοσάρικα, εισέρρεαν άφθονα στα ενδότερα της κιθάρας. Το χορευτικό μέρος έκλεισε με Ευρωπαϊκά, ταγκό και βαλς, και τις πρώτες μεταμεσονύχτιες ώρες αναχωρήσαμε από το αναπάντεχο τούτο ζουμπούχι με καταιγισμό ευχαριστιών.

Η τελευταία πράξη της βραδιάς αλλά και η μεγάλη έκπληξή της ήταν όταν με την καταμέτρηση του χρήματος διαπιστώσαμε ότι ανήκαμε στην κατηγορία των…Κροίσων. Για πολλές μέρες το κατασπαταλούσαμε σε διάφορες απολαύσεις, τσιγαράκι πολυτελείας, απλόχερα κεράσματα, χανούμ μπουρέκ και μπακλαβάδες από του Παξιμαδάκη, μοσκομυρωδάτο στιφάδο από του Ντουσάκη καθώς και άλλα τερψιλαρύγγια, που μέχρι τότε ήτανε απαγορευτικά για το πενιχρό βαλάντιό μας.

Απομένει σήμερα να σας γνωρίσουμε τον οικοδεσπότη γαμπρό της αξέχαστης εκείνης βραδιάς, που δεν ήταν άλλος από τον πρόσφατα εκλιπόντα Κώστα Δασκαλάκη. Ο αείμνηστος Κώστας μάλιστα δεν παρέλειπε κάθε φορά που έβλεπε τη μάνα μου να κάνει τα κολακευτικά σχόλια για την καλλιτεχνική μου παρουσία εκείνο το βράδυ.

Αιωνία σου η μνήμη, φίλε Κώστα. Εμείς δε θα ξεχάσουμε ποτέ την εγκάρδια καλημέρα σου και το ζεστό χαμόγελό σου.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *