Βασιλικός: ο άρχοντας της κρητικής αυλής

Στην Κρήτη, όπως και στην άλλη Ελλάδα, άναξ της αυλής είναι ο βασιλικός! Το λέει το όνομα του.

Ο βασιλικός, το προνομιούχο αυτό φυτό της ελληνικής εκκλησίας, που φανερώνει την αισθηματική διάθεση και την ειδυλλιακή ζωή του ελληνικού λαού, δεν είναι ελληνικό! Η βοτανική το γράφει φυτό των Ανατολικών Ινδιών και της κίνας που διαδόθηκε όμως τόσο γρήγορα σε μας, ώστε άλλαξε εθνικότητα, γίνηκε ελληνικό και λογαριάζεται σαν εθνικό φυτό των νεωτέρων ελλήνων. Ο χρόνος μεταφοράς του χάνεται στα βάθη των αιώνων. Λέγεται ότι ο Μέγας Αλέξανδρος το έφερε πρώτος στην Ευρώπη.

Το πασίγνωστο μυριστικό των δημοτικών τραγουδιών ονομάζεται ώκιμον ο βασιλικός (ocimum basilicum) της οικογένειας των χειλανθών (Labiatae), με 60 περίπου είδη και 150 ποικιλίες. Πολύμορφο είδος ανάλογα με το μέγεθος και το χρώμα των φύλλων και των ανθέων. Συνηθέστερα είδη είναι ο μικρόφυλλος, ο πλατύφυλλος, ο ουλόφυλλος (ο σγουρός – στενόφυλλος και πυκνός – που λογαριάζεται στη λαϊκή φυτολογία πιο όμορφος και πιο μυρωδάτος και τραγουδιέται συχνότερα), ο μελανόφυλλος, ο συμπαγής.

Πιθανοφανής φαίνεται η ετυμολογία του ονόματος του «ώκιμον» (όχι ώκυμον), από το ωκύς, επειδή αυξάνει γρήγορα. Βασιλικός βαφτίστηκε ίσως από τη δροσερή ζωηρότητα του και από την μοσχοβολιά του. Ο Ησύχιος (Ε΄ αιών) γράφει «ώκιμον, βοτάνη ευώδης, το λεγόμενον βασιλικόν». Φυτό αρωματικό, αρτυματικό, μυριστικό, φαρμακευτικό, κοσμητικό, καλλιεργείται εύκολα. Είναι ελάχιστα απαιτητικό, αρκεί το έδαφος να είναι κοπρισμένο και να ποτίζεται συχνά. Ανέχεται το κούρεμα και σχηματίζει ωραία συμμετρική κόμη. Ενδείκνυται μάλιστα η συχνή αποκοπή των ανθοφόρων κορυφών και διακλαδώσεων, όπως πιστοποιούν τα δίστιχα:

Σγουρό βασιλικάκι μου, ποια χέρα σε ποτίζει

ποια χέρα σε κορφολογά κι ανθείς και λουλουδίζεις;

Σ’ετούτηνιά τη γειτονιά έχω κι εγώ και ρίζω

ένα σγουρό βασιλικό και τον βαγιοκλαδίζω (=περιποιούμαι με στοργή και αγάπη – από τη φράση «μετά Βαίων και κλάδων»)

Γαμπρέ τη νύφη ν’ αγαπάς και να μην τη μαλώνεις

σαν το σγουρό βασιλικό να τηνε καμαρώνεις.

Εκαλλιεργείτο στην Αίγυπτο και στις σαρκοφάγους των πυραμίδων βρέθηκαν στεφάνια βασιλικού.

Το ώκιμον αναφέρεται από πολλούς γιατρούς και φυσιοδίφες της αρχαιότητας. Ο Ιπποκράτης το συνιστά σε επίμονους εμέτους, μέσα σε βλεννώδες ποτό. Όμοια το μνημονεύουν ο Αριστοτέλης, ο Θεόφραστος, ο Διοσκουρίδης, ο Γαληνός, ο Πλίνιος, ο Αέτιος, ο Σουίδας, ο Συμεών Σηθής Έλληνας γιατρός στο Βυζάντιο (11ος αιώνας) κ.α. αναφέρεται στα Γεωπονικά και στο Ινδικό έργο Sustura.

Εις τους Ρωμαίους ο βασιλικός είχε διπλή ιδιότητα: ήταν κηπευτικό φυτό και κτηνοτροφική τροφή αλόγων και βοδιών. Το κηπευτικό αναφέρεται πολλές φορές από τον Κέλσο, τον Ουάρρωνα, τον Κολουμέλα (το γράφει Ozimum από το όζειν) και τον Πλίνιο (γράφει πολλά παράδοξα). Φαίνεται όμως ότι το ώκιμον των Ρωμαίων θα ήταν άλλο φυτό και το κτηνοτροφικό μάζεμα περισσότερων χόρτων, παρατηρεί ο Εμμ. Ι. Εμμανουήλ σε σχετικό άρθρο του, απ’ όπου αντλούνται πολλά στοιχεία του παρόντος.

Πολλές παραδόσεις υπάρχουν για τον βασιλικό. Ο βασιλικός είναι φυτό του Σταυρού, γιατί, σύμφωνα με την παράδοση, αυτό έδειξε στην Αγία Ελένη ποιος ήταν ο αληθινός Σταυρός του Χριστού, που αναζητούσε. Στις 14 Σεπτεμβρίου, μέρα του Σταυρού, πηγαίνουν στην Εκκλησία τους βασιλικούς να ευλογηθούν. Η ευλογία του θα ξαναμπεί στο σπίτι τον χειμώνα. Όλοι σχεδόν οι Χριστιανοί θεωρούν το φυτό ευλογημένο και οι παπάδες το χρησιμοποιούν στον ραντισμό του αγιασμού και για στολίσουν με την παρουσία του τα γιορτινά εικονίσματα. Στη δύση, λένε, ότι ο βασιλικός με τα φύλλα του σκέπασε τη Θεοτόκο που είχε κρυφτεί με το Θείο Βρέφος κάτω από σωρό με άχυρα για να αποφύγει τη δίωξη του Ηρώδη.

Η ιταλική και η ινδική λαογραφία ασχολούνται εκτεταμένα με το βασιλικό. Η ινδική παράδοση θεωρεί το φυτό αφιερωμένο στη νύφη Tulsi, που έχει το όνομα της ο βασιλικός. Η νύφη αυτή μεταμορφώθηκε σε βασιλικό, όπως η Δάφνη, κατά την ελληνική μυθολογία στο ομώνυμο δένδρο. Το ώκιμον το ιερόν (ocimum sanctum), το πλουσιότερο σε αιθέριο έλαιο, θεωρείται από τους ινδούς το ιερώτερο των φυτών και το καλλιεργούν προ των ναών με εξαιρετική φροντίδα και περιποίηση. Το χρησιμοποιούν σαν αρωματικό άρτυμα και τα φύλλα του αντί για τσάι. Πιθανώς το ώκιμον το ιερόν είναι ο Ακινος ή άγριον βασιλικόν, το ωκιμάστρουν των Ρωμαίων, κατά τον Διοσκουρίδη.

Η βουλγάρικη παράδοση θεωρεί τον βασιλικό λουλούδι του Ευαγγελισμού και από την μυρωδιά του συνελήφθη ο Χριστός. Οι Ρουμάνοι της Βουκοβίνας, όταν βαφτίζουν τα παιδιά τους, στολίζουν την κολυμπήθρα με βασιλικό και με άλλα λουλούδια και δεν επιτρέπουν σε κανένα να τα αγγίξει για να μην πάρει τον ύπνο του παιδιού.

Σε όλη την Ελλάδα ο επισκέπτης σπιτιού που έχει βασιλικό δέχεται φιλόφρονα ένα ματσάκι – έθιμο που διατηρείται μέχρι σήμερα. Γριούλες, υποταγμένες χωρίς αντίσταση στο πρόσταγμα του χρόνου, νοιώθουν ν’ ανοίγονται μέσα τους οι πύλες του παραδείσου, καθώς ανασταίνουν σ’ ένα τενεκέ ή σε μια σπασμένη στάμνα, τον βασιλικό, τον δυόσμο, τη μαντζουράνα. Τα μυριστικά μπορεί να τα πει κανείς «λουλούδια της αρετής». Αναδίδουν «άρωμα αγιότητας» – γιατί και τα αρώματα έχουν την ηθική τους και άλλα είναι μεθυστικά και ακόλαστα και παροτρύνουν στην ασέλγεια, και άλλα είναι τόσο διακριτικά που σχεδόν δεν υπάρχουν, παρατηρεί ο Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος. τα μυριστικά έχουν δεθεί με τη λαϊκή ζωή του παλιού καιρού. Ανήκουν στη φτώχεια και την ερημιά. Εκφράζουν το πνεύμα της γειτονιάς και δείχνουν την φιλοκαλία της βασίλισσας του σπιτιού, της μητέρας, της συζύγου, της αδελφής.

Σε μερικά χωριά κρεμιώνται δέσμες βασιλικού στο ταβάνι του σπιτιού, για να διώχνονται τα βλαβερά έντομα. Η λαογράφος Ευαγγελία Κ. Φραγκάκη αναφέρει ότι στις Κορφές Μαλεβυζίου εκαλλιεργείτο ένα είδος πλατύφυλλου βασιλικού που με τα φύλλα του έκαναν ντολμάδες (με γεύση πικρίζουσα).

Η χλόη του βασιλικού (Herba ocimi basilici) χρησίμευε στη λαϊκή ιατρική ως άφυσον (διώχνει τα αέρια των εντερικών ζυμώσεων) και για τις στομαχικές ανωμαλίες σε έγχυμα (ένα κουταλάκι ξερά φύλλα σε βραστό νερό αντί για σόδα). «Eις την αρχαιότητα ως επίθεμα χλωρού φυτού κατά δηγμάτων όφεων και σκορπιών, εις δε την Λιβύην βρώσις του φυτού κατά δηγμάτων σκορπιών» αναφέρει ο Κ. Γκανιάτσας. Χρησιμοποιήθηκε ακόμα ως ερεθιστικό του δέρματος, εφιδρωτικό, αντιπυρετικό, αντισηπτικό (το βάφτισμα των φύλλων μέσα στο νερό έχει σαν αποτέλεσμα να μη μουχλιάζει το νερό), για φτέρνισμα, για κατάρρους, για το χάσιμο της όσφρησης και κατά του πονοκεφάλου και της λιποθυμίας. Οι καρποί χρησίμευαν για αρρώστιες των νεφρών και αναψυκτικά ποτά (το «σερμπέτι τόκουμ» στις Ινδίες) και ο χυμός του σε φλεγμονές των αυτιών. Ο κέλσος τοποθετεί τον βασιλικό στις δριμείες ουσίες και τον συνιστά για διουρητικό και ιδρωτικό φάρμακο. Σε μεγαλύτερες δόσεις νομιζότανε αφροδισιακό. Τέλος η βασιλοκαφουρά και το αιθέριο έλαιο χρησιμοποιήθηκαν σε αρωματικά λουτρά.

Φαρμακοποιίες επίσημες ανέφεραν την πόα του βασιλικού. Ο βασιλικός κατέχει μεγάλη θέση στην ψυχή του κρητικού λαού και η δημοτική μούσα του χάρισε πολλές στροφές ισάξιες με το άρωμα του.

Αυτόν βάζομε στο αυτί μας, μ’αυτόν κάνομε αγιασμό, σ’αυτόν έφτανε, σαν ήσυχο κύμα, ο στεναγμός των απελπισμένων:

Βασιλικό και αρισμαρί δε βάνω μπλιο στ’αυτί μου

γιατί μου τηνε κλέψανε την αγαπητική μου

και

Μέσα στην κόκκινη αντηλιά

το μαραμένο θηλυκό

δίχως ελπίδα και μιλιά

ποτίζει τον βασιλικό.

Ανε ποθάνω θάψε με μες στα βασιλικά σου,

Να με δροσοποτίζουνε τα χέρια τα δικά σου.

Και ο ξενητεμένος θυμάται με κατάνυξη την αυλή του σπιτιού του και παραγγέλλει:

Ένα κλαδί βασιλικό πέψε μου μαραμένο

Να τον ποτίζω δάκρυα στη ξενητειά που μένω

Γιατί,

Ο ξένος εις την ξενητειά ωσάν πουλί γυρίζει

Ωσάν βασιλικός ανθεί, μ’αλήθεια δε μυρίζει.

Ακόμη:

«Βασιλικός και αν μαραθεί τη μυρωδιά την έχει» – (λέγεται για όσους διατηρούν τη φυσική ευγένεια ακόμη και στη δυστυχία τους).

«Για χάρη του βασιλικού ποτίζεται κι η γλάστρα» – (για όσους επωφελούνται από τους άλλους).

«Σε πήρα για βασιλικό και βγήκες τσικουνίδα» – (σε αποτυχίες στην εκλογή).

«Βασιλικός μυρίζει δω, μα περιβόλι σε θωρώ» – (φιλοφρόνηση προς ωραία κοπέλα), όπως και…

Σγουρό βασιλικάκι μου, σγουρά’ ναι τα κλαδιά σου

κι από ’να μίλι κι από δυο, γροικάται η μυρωδιά σου.

Σγουρό βασιλικάκι μου, εκειά που στέκεις στάσου

να παίρνει ο κόσμος μυρωδιά από την εδικιά σου!

Βασιλικέ πλατύφυλλε, σαραντακλωναράτε

θαμάζομαι απού σ’αγαπά πως θέτει και κοιμάται.

Ο βασιλικός, το γαρύφαλλο και το γεράνι ήταν και είναι τα λατρευτά λουλούδια του ελληνικού λαού. Το μικρό και φτωχικό σπίτι, κάτασπρο μέσα κι έξω, έλαμπε από την πάστρα. στην κορυφή της σκάλας, οι γλάστρες, γεμάτες λουλούδια, άρχιζαν από το κεφαλόσκαλο και αραδιάζονταν ένα γύρο σ’ ολόκληρη την άκρη της μικρής ταράτσας και της αυλής. Στα παραθύρια και τους εξώστες των λαϊκών συνοικιών των επαρχιών και των χωριών, όταν χαϊδεύεται ο πράσινος φουντωτός βασιλικός, χαρίζει την ωραιότητα του και προσφέρει τη μοσχοβολιά του.

Γλάστρες, τενεκέδες, σπασμένα σταμνιά και κανάτια κρατούσαν και κρατούν στοργικά το λαϊκό αυτό λουλούδι, που ομορφαίνει αυλές, μπαλκόνια, βεράντες και παράθυρα.

Γι αυτό όταν πηγαίνετε σε γενέθλια, σε πολυκατοικίες – κουτιά, μην περιοριστείτε πάλι στο διακοσμητικό φυτό, πάρτε κανένα γλαστράκι με βασιλικό. Μικρό, βολικό και, τώρα που η ιταλική μαγειρική (πέρα από τις πίτσες και τις μακαρονάδες) είναι της μόδας, ιδιαίτερα χρήσιμο για τις σάλτσες «αλά ναπολιτάνα».

Ηράκλειο – Σεπτ. 1997

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *