Εγκώμιο στο χωριό μου Πανασσό

( γιορτή των κερασιών )

Ένα χωριό πανάρχαιο μάς γέννησε

βγαλμένο απ’ του μύθου το μιτάτο,

που τον θεό τον Πάνα είχε προστάτη του

πριν ασπαστεί την «καιομένη βάτο».

Σπίτια μικρά με κεραμίδια κόκκινα

καρδιές μεγάλες και σταράτα λόγια

αυλές που μαντζουράνα μοσχοβόλαγαν,

λάδια, κρασιά, καλούδια στα κατώγια

Οι δρόμοι του λιθόστρωτοι, πολύβουοι

με τα παιδιά να παίζουν στις αλάνες

στον πλάτανο τα γεροντάκια κάθονταν

κι ήτανε ήσυχες στα σπίτια οι μάνες.

Στη βρύση τού χωριού πηγαινοέρχονταν

κοπέλες να γεμίσουν τα σταμνιά τους,

τα βόδια τους οι ζευγολάτες πότιζαν

τα πρόβατα, τον γάιδαρο, τ’ αρνιά τους.

Περβόλια ανθοστόλιστα την άνοιξη,

μετείχανε στης φύσης το γιορτάσι

οι κορασίδες στους αγρούς ξεχύνονταν

φορώντας σκουλαρίκι από κεράσι

Το καλοκαίρι θέρος, τρύγος, πόλεμος,

άλλοι Διόνυσοι στ’ αμπέλια οι νέοι,

στο σπίτι η μουσταλευριά στις δόξες της,

στα πατητήρια άγιος μούστος ρέει.

Σαν μέστωνε ο καρπός το καταχείμωνο

μ’ ελιά και τσιγαρίδα σε μια βούργια,

μια- μια απ’ το χώμα τις ελιές μαζεύανε.

στην φάμπρικα τις φέρνανε με φούρια

Την ρόκα η γιαγιά κρατούσε κλώθοντας,

στο τζάκι το λιοκλάδι κι η πυρήνα

βεγγέρες, παραμύθια, γέλια, χάχανα

την μοναξιά σκοτώναν και την πείνα

Το ζυμωτό στους φούρνους μοσχοβόλαγε,

«πάρε γειτόνισσα κι εσύ ζητιάνε πάρε».

Όλοι με μια φωνή βροντοφωνάζανε

«ζήτω η ζωή και να πεθάνεις χάρε»

Όλοι μαζί στους γάμους και στ’ απρόοπτα,

στα πανηγύρια, στη χαρά αντάμα,

του ενός το γέλιο όλοι μοιραζότανε

συνέταιροι στην πίκρα και στο κλάμα.

Τα όμορφα χρόνια τούτα πάνε πέρασαν,

ερήμωσαν του Πανασσού οι στράτες

η γη η καρποφόρα εγκαταλείφθηκε

κι είναι οι σκιές μοναχικοί διαβάτες.

Απόψε που όπως τότε όλοι γιορτάζουμε,

«γιορτή των κερασιών» τη λέμε τώρα

οι αρχαίοι «γιορτή της μάνας γης» την έλεγαν

και λάτρευαν τα θεϊκά της δώρα.

Νάτες απόψε οι θύμησες στασίασαν

που όλοι μαζί γιορτάζουμε κεφάτοι

«των κερασιών» ένα δρώμενο παμπάλαιο

καβάλα στων καιρών το άσπρο άτι.

Ένα χωριό ξεθάβεται απ’ τις μνήμες μας

μες στα νερά και μες στις πρασινάδες

που οι άνθρωποι του χόρευαν το λιόγερμα

με Ξωτικά, Νεράιδες και Μαινάδες.

Ένα χωριό που μέσα μας κρατήσαμε

ολοζώντανο στης μνήμης την αγκάλη

κι όρκο απόψε στους νεκρούς του δίνουμε

πώς θα το αναστήσουμε και πάλι.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *