Εκεί που Πυκνώνουν τα Δέντρα

Σύντομο Διήγημα

Ήταν σίγουρα κάπρος και μάλιστα τεράστιος.

Τα χνάρια του βαθιά αποτυπωμένα στο πρόσφατα ποτισμένο και μυρωδάτο από τη βροχή χώμα και οι ζημιές που έκανε στην σοδειά του άτυχου Θυέστη, έγιναν σίγουρα από ζωντανό μανιασμένο και πολύ άγριο. Τι κακό ήταν αυτό που τον βρήκε. Δεν είχε μόνο την οικογένειά του να ταΐσει, ένας ολόκληρος οικισμός, έξω από τα όρια της Ηιόνιας (Ηιών) κοντά στον ποταμό Στρυμόνα, συνάνθρωποι, φίλοι, όλοι σχεδόν οι κάτοικοι της περιοχής, περίμεναν πώς και πώς το θέρο για να ανταλλάξουν όλοι τους πραμάτειες και καλούδια με τον Θυέστη προκειμένου να βγάλουν το ψωμί της χρονιάς. Δεν ήταν βέβαια ο μοναδικός γεωργός της περιοχής, αλλά αυτός καλλιεργούσε την περισσότερη και πιο εύφορη γη, κοντά στο ποτάμι και τα ζωντανά του τα καλοτάιζε και τα πρόσεχε, ενώ αυτά από τη μεριά τους, δούλευαν ακούραστα για τον αφέντη τους. Ακόμα και στην Ηιόνια, τον γνώριζαν καλά και είχαν να λένε για την αφεντιά του. Ο Θυέστης προμήθευε σιτηρά σε πολύ κόσμο και κοσμάκη, σιτάρι στους ευκατάστατους άρχοντες της Ηιόνας και κριθάρι στους απλούς -σαν κι’ αυτόν- ανθρώπους, ενώ πάντα, κρατούσε στην άκρη μια γενναιόδωρη προσφορά για τον επίσημο άρχοντα και νομοθέτη της πόλης και όλη την αυλή του.

Τώρα όμως; Ο φετινός θέρος θα συνοδεύεται από έντονη απογοήτευση, ίσως και δάκρυα, ίσως και δικά του. Δεν ήταν θυμωμένος που ένα άγριο κτήνος του προκάλεσε τέτοια ζημιά. Μέσα του, στο βάθος της καρδιάς του είχε αποτυπωμένη μόνο μια λέξη… “γιατί;”.

Φίλοι και γνωστοί βιάστηκαν όλοι να τον προτρέψουν να βρει και να σκοτώσει τον αγριόχοιρο. Δεν πρέπει να μείνει ατιμώρητο τέτοιο έγκλημα! Ομόφωνοι -και βροντόφωνοι- όλοι, προσφέρθηκαν να βοηθήσουν στο κυνήγι του κάπρου και συμφώνησαν μάλιστα εξ αρχής, πως όταν με το καλό θα σκότωναν το κτήνος, η μερίδα του λέοντος άνηκε δικαιωματικά στον Θυέστη. Τόση δούλεψη, τόσος κόπος, τόσος ιδρώτας, όλα για το τίποτα. Ούτε καν για προσφορά στη θεά δε θα περίσσευε και αυτό δεν ήταν κάτι το προαιρετικό… η θεά είναι γνωστό πως δεν συνηθίζει να συγχωρεί, ακόμα και πταίσματα. Όχι ότι χρειάζεται την πτωχή προσφορά των απλών αυτών χωρικών για κάποιο συγκεκριμένο λόγο, αλλά οι κανόνες είναι κανόνες… ειδικά όταν τους θέτει η ίδια η θεά.

Μήπως αυτή έστειλε τον κάπρο επειδή δεν ήταν ευχαριστημένη από την προσφορά τους; Μα πώς; Ο ίδιος ο Θυέστης μερίμνησε να σταλούν δύο μεγάλα πιθάρια(…μεγαλούτσικα) με πεντακάθαρο αλεύρι και μάλιστα από σιτάρι, στολισμένα με εικόνες από κυνήγι, στο ιερό της, μαζί με -επίσης καθαρό- οίνο (χωρίς ούτε μία σταγόνα νερό), από τα γύρω αμπέλια. Δυστυχώς δεν υπάρχει κάτι άλλο που να μπορούν να προσφέρουν. Αυτά υπάρχουν! Το ιερό βρίσκεται μακριά, πολλές μέρες πορείας και αν πρόσφεραν κυνήγι, όχι μόνο θα χαλούσε μέχρι τον προορισμό του, αλλά προερχόμενο από γεωργούς, θα ήταν και κάτι ευτελές για τα δεδομένα της θεάς του κυνηγιού. Ίσως… ίσως σκοτώνοντας τον κάπρο που προκάλεσε την φετινή καταστροφή, ίσως αυτό να ευχαριστήσει και ικανοποιήσει τη θεά και να επαναφέρει τα πράγματα όπως ήταν. Πριν το κτήνος καταπατήσει μονοβραδύς, σχεδόν όλα το χωράφια, αφήνοντας μόνο κάποια διάσπαρτα μικρά κομματάκια γης άθικτα. Ίσως τον επόμενο θέρο, η σοδειά να είναι μεγαλύτερη από ποτέ και τον μεθεπόμενο ακόμα καλύτερη.

Αν όμως όντως η ίδια η θεά έστειλε το κτήνος για τιμωρία; Μα για τι; Τι κακό και προσβλητικό μπορεί να έκαναν μια χούφτα χωρικοί, που να εξοργίσει τόσο την αδελφή του Απόλλωνα; Οι θεοί πράττουν με τρόπους που δύσκολα τους καταλαβαίνουν οι απλοί ανθρώποι. Μήπως δεν είχε στείλει η ίδια η θεά ένα τρομερό κάπρο στην γη της Καλυδώνας να φέρει την καταστροφή; Εκεί, -όπως τα άκουσε τα πράματα ο Θυέστης- ένας τολμηρός νέος, ο Μελέαγρος, κυνήγησε και σκότωσε το κτήνος.

Μπορεί πάλι, απλά να είναι για αυτήν ένα παιχνίδι. Οι ζωές των θνητών πολλές φορές θεωρούνται ασήμαντες έως και ανύπαρκτες μερικές φορές για τους αιώνιους κατοίκους των ουρανών, που αψηφούν το άγγιγμα του χρόνου. Αν ήταν παιχνίδι της θεάς, τότε δεν θα διακινδύνευε τις ζωές των φίλων του. Τι έπρεπε όμως να κάνει;

Ο Θυέστης είχε χαθεί βαθιά στις σκέψεις του. Ούτε καν άκουγε τις φωνές γύρω του που ζητούσαν αιματοβαμμένη εκδίκηση και είχαν περάσει πλέον στις λεπτομέρειες του σχεδίου δράσης. Περνούσαν από το μυαλό του εικόνες και σκέψεις που θα ήθελε πολύ να μη δει στην πραγματικότητα. Ένα σωρό αγρότες, χτίστες και πιθαράδες, δεν έχουν καμία δουλειά να τρέχουν πίσω από δαιμονισμένους και συνεπώς, άκρως επικίνδυνους αγριόχοιρους.

«Θα πάω μόνος μου» φώναξε!

Η απόλυτη σιωπή που συνόδευσε το βλέμμα έκπληξης και απορίας όλων, έκανε το όλο σκηνικό να φαντάζει ακόμα πιο εξωπραγματικό.

Πότε πήγε άνδρας του οικισμού να κυνηγήσει μόνος του; Ακόμα χειρότερα, ένα ζωντανό τόσο επιθετικό και επικίνδυνο. Πήρε αρκετή ώρα μέχρι να εμπεδώσουν όλοι το τι είχε μόλις τώρα ειπωθεί. Θα πάει… μόνος του. Θα πάει μόνος του, να κυνηγήσει ένα τεράστιο και βαρύ αγριόχοιρο που μπορεί πολύ εύκολα να κόψει τον ίδιο τον Θυέστη στα δύο ή και περισσότερα κομματάκια. Θα πάει μόνος του να κάνει τι; Μήπως είχε καταστρώσει ήδη κάποιο σχέδιο όσο αυτοί φλυαρούσαν δυνατά και ήθελε να πάρει μόνος του όλη τη δόξα του κυνηγιού; Αν βέβαια βρει τον κάπρο -μόνος του- και αν… επιζήσει -μόνος του-.

Και αφού πέρασε η διαδικασία “χώνεψης” της δήλωσης του Θυέστη, ξέσπασε το ίδιο απότομα όσο και η προηγούμενη σιωπή, μια θύελλα διαμαρτυρίας. Όλοι ήθελαν μερίδιο στη δόξα του κυνηγιού και φυσικά κανένας δεν ήθελε να μείνει πίσω και να γίνει αντικείμενο πειράγματος για πολύ πολύ καιρό, αλλά ο Θυέστης δεν ενδιαφερόταν γι’ αυτό. Ήθελε μόνο να ευχαριστήσει τη θεά, να επανέλθουν τα πράγματα όπως ήταν, να έχουν όλοι ψωμί στα σπιτικά τους και η ζωή να συνεχιστεί στον φυσιολογικό της ρυθμό.

«Θα πάω μόνος μου» ξαναείπε, αυτή τη φορά πιο μαλακά, με τόνο όμως που έδειχνε πως το πράμα δεν χρειαζόταν και δεν σήκωνε άλλη κουβέντα. Θα έπαιζε μόνος του το παιχνίδι των θεών και αν έχανε, θα έχανε μόνο αυτός. Δεν τον ενδιέφερε να χρηστεί ως ήρωας του οικισμού, ή ακόμα και της Ηιόνιας, δεν τον ενδιέφερε το δάφνινο στεφάνι και η πανέμορφη κόρη με τα χρυσά μαλλιά, που θα τον περίμενε με ανοιχτές αγκάλες, δεν τον ενδιέφερε να τον συγκρίνουν με τον Μελέαγρο τον Καλυδώνιο, τον ενδιέφερε μόνο να γυρίσει το χρόνο πίσω μια μέρα μόνο. Μία και μοναδική ημέρα. Να αντιστρέψει τη καταστροφή που το μανιασμένο κτήνος έφερε στον ίδιο αλλά και τον υπόλοιπο οικισμό.

«Θα πάω μόνος μου» είπε για τρίτη και τελευταία φορά. Σχεδόν σιωπηλά, με σκυφτό κεφάλι και απόλυτη σοβαρότητα. Για άλλη μια φορά, έπεσε νεκρική σιγή. «Δεν θα είσαι μόνος σου Θυέστη», ακούστηκε να λέει η μοναδική γυναικεία παρουσία της παρέας, η σύντροφός του. «Θα είναι μαζί σου η ίδια η Άρτεμης. Θα τη παρακαλέσω να σε προσέχει, θα τη παρακαλέσω να επιστρέψεις κοντά μου ζωντανός και θα την παρακαλέσω να θυμηθείς…» συνέχισε με υγρά μάτια, «να θυμηθείς να μου φέρεις πίσω έναν ανθό από εκεί που πυκνώνουν τα δέντρα, εκεί που θα βρεις τον κάπρο και θα τον σκοτώσεις».

Κανείς δεν μίλησε. Δεν υπήρχε χώρος στην ατμόσφαιρα για άλλη μια λέξη. Μόνο σεβασμός και ελπίδα.

Το επόμενο πρωί άργησε να έρθει. Συνήθως κλείνεις τα μάτια σου το βράδυ και όταν τα ξανανοίγεις έχει ξημερώσει, αλλά ο Θυέστης δεν κοιμήθηκε και πολύ καλά. Περίμενε πώς και πώς το άριστον, το πρώτο γεύμα της ημέρας, γιατί πίστευε πως ένα καλό πρωινό είναι το παν. Μάζα βουτηγμένη σε οίνο, ξηρά σύκα και κυκεώνα. Η μυρωδιά του ζεστού κριθαρόψωμου το πρωί, είναι το κάτι άλλο. Η γεύση του, όταν βραχεί καλά με καθαρό οίνο, ακόμα καλύτερη. Καταβρόχθισε τα πάντα με βουλιμία και σηκώθηκε με γρήγορες κινήσεις να ετοιμαστεί για το κυνήγι. Όπλα του είχαν φέρει από παλιά μια χρονιά από την πόλη, σαν πληρωμή για το σιτάρι του και ίσως να ήταν και τα μοναδικά στον οικισμό. Αχρησιμοποίητα για πολλά χρόνια… μέχρι τώρα. Πήρε ένα τόξο στα χέρια του και συνειδητοποίησε πως δεν είχε την παραμικρή ιδέα από “παιχνίδια” πολέμου. Ήταν, είναι και θα είναι πάντα γεωργός, αλλά τώρα…βούτηξε σε βαθιά νερά και ή θα κολυμπήσει, ή θα πνιγεί. Με τη θεά στο πλάι του, θα θριαμβεύσει. Μάζεψε ό,τι θεωρούσε απαραίτητο, έριξε μια επιτηδευμένα γρήγορη ματιά στην αγαπημένη του και άνοιξε γοργά το βήμα του.

Σύντομα ο οικισμός ήταν πίσω του, λίγο αργότερα δεν μπορούσε να δει ούτε τον καπνό από τα σπιτικά των φίλων του. Ήταν πλέον μόνος του εναντίον… ό,τι του έστελνε στο δρόμο του η αθάνατη προστάτιδα του κυνηγιού, ή όποιος άλλος θεός ήθελε σήμερα το πρωί να παίξει μαζί του.

Φοβόταν ότι όταν φτάσει εκεί που πυκνώνουν τα δέντρα, το φως θα ήταν λιγοστό και θα ήταν εύκολο για το κτήνος να κινηθεί εναντίον κάποιου που ζει στα ανοιχτά. Εκεί που η λάμψη του θεού Ήλιου φωτίζει ανεμπόδιστα, αλλά κατάλαβε σύντομα πως τελικά τα δέντρα δεν πυκνώνουν και πάρα πολύ. Φαίνονται απλά έτσι από μακριά. Το φως του Ήλιου αν και όχι τόσο δυνατό όσο στα ανοιχτά, φώτιζε αρκετά για να βλέπεις όσο μακριά σου επέτρεπε η πυκνότητα του δάσους. Η περιοχή αυτή όμως είναι έξω από τα όρια του “γνωστού κόσμου” των χωρικών του οικισμού, έξω από την Ηιόνια και ευνόητα ακούγονται και λέγονται πολλά και διάφορα. Έλπιζε πως τελικά δεν ζούνε ανάμεσα στα δέντρα νύμφες, σάτυροι και διάφορα άλλα παράξενα και τρομακτικά πλάσματα του δάσους.

Πολλοί από τους φίλους του δεν είχαν έρθει ποτέ μέχρι εδώ, πολλοί δεν είχαν περάσει καν στην απέναντι όχθη του Στρυμόνα και τους περισσότερους, απλά δεν τους ενδιέφερε να μάθουν τι έχει παραπέρα. Απλοί χωρικοί όλοι τους, ζούσαν μια απλούστατη ζωή από τα γεννοφάσκια τους μέχρι την ώρα που θα έκλειναν τα μάτια τους για τελευταία φορά. Αυτή είναι η μέρα όμως που η δική του “απλή ζωή” θα αλλάξει. Σήμερα θα πάρει τη μοίρα του στα χέρια του. Τουλάχιστον αυτό είναι το σχέδιο.

Αν και δεν ήταν κυνηγός, βρέθηκε μπροστά σε ίχνη και σημάδια από το πέρασμα του κάπρου που ήταν αδύνατον να αγνοήσεις, Ο αγριόχοιρος αυτός ήταν σίγουρα πολύ μεγάλος. Τα χνάρια του ήταν πάντα βαθιά, ακόμα και στο σκληρό χώμα και τα κλαδιά από θάμνους και δέντρα που έσπαγε στο πέρασμά του, έφταναν αρκετά ψηλά. Χωρίς αντίρρηση, δυστυχώς…. –αλλά αναγκαία- σύντομα θα τον έβρισκε μπροστά του.

Πριν κλείσει όμως αυτή τη σκέψη, πριν καν ολοκληρώσει το επόμενο του βήμα, βρήκε κάτι άλλο μπροστά του που τον ενόχλησε απελπιστικά. Το μάτι του πήρε δυο άδεια πιθάρια στολισμένα με εικόνες από κυνήγι, εικόνες που τις γνώρισε αμέσως, πεταμένα σε ένα χαντάκι παραπέρα. Θύμωσε, πιο πολύ με τον ευκολόπιστο εαυτό του. Να τι παθαίνεις όταν εμπιστεύεσαι τους άλλους για κάτι τόσο σημαντικό. Η θεά -με το δίκιο της- επέβαλε την ανάλογη τιμωρία για την ασέβεια που της έδειξαν όταν η προσφορά των κατοίκων του οικισμού δεν έφτασε ποτέ στο ιερό της και ο Θυέστης, θα πληρώσει τώρα το τίμημα της απροσεξίας του.

Βαδίζοντας όλο και πιο βαθιά στο δάσος, πρόσεξε πως πήγαινε πλέον πιο αργά και πιο προσεκτικά. Έκανε λιγότερο θόρυβο και άκουγε με περισσότερη προσοχή τους ήχους από τα πολυάριθμα πλάσματα γύρω του ενώ ταυτόχρονα είχε βυθιστεί σε μια θάλασσα από πρωτόγνωρες μυρωδιές και αρώματα του δάσους. Αποφάσισε να ξαποστάσει δίπλα σε ένα ρυάκι που είδε μπροστά του σε απόσταση μια πετριάς. Δίπλα στο νερό, είχε και ένα σωρό από φύλλα που έδειχναν αναπαυτικά και, ό,τι πρέπει για να ξαπλώσει και να ξαποστάσει λίγο. Είχε φέρει μαζί του και ένα μικρό γεύμα με τα βασικά που βρίσκεις σε κάθε σπιτικό της εξοχής… λίγο τυρί, δύο αβγά, ελιές, ξηρούς καρπούς και ένα απίδι. Ό,τι έπρεπε για να νιώσει σαν το σπίτι του. Οι πλούσιες μυρωδιές του δάσους του είχαν ανοίξει την όρεξη και για λίγο ξέχασε τον τρομακτικό κάπρο και την επικίνδυνη αποστολή του. Είχε έρθει η ώρα να γευματίσει.

Πλησιάζοντας το ρυάκι, άρχισε να εναποθέτει τον εξοπλισμό του στο έδαφος, όταν ξαφνικά ο σωρός των φύλλων πάνω στον οποίο είχε σκοπό να ξαποστάσει σείστηκε. Ο Θυέστης κοντοστάθηκε τρομαγμένος, αλλά όχι τρομοκρατημένος. Θα μπορούσε να είναι οτιδήποτε, ένας απλός άνεμος, αλλά πρόσεξε πως δεν φυσούσε εκείνη τη στιγμή. Ο σωρός κουνήθηκε ξανά, αυτή τη φορά περισσότερο και ξανά, άλλη μια φορά, μέχρι που τα φύλλα άρχισαν να πετάγονται προς τα πάνω σαν κάτι από κάτω τους να τα σπρώχνει. Ξάφνου, αφού σηκώθηκαν όλα ψηλά και σχημάτισαν μια άμορφη και ογκώδη μάζα, έπεσαν όλα καταγής με ένα απότομο τίναγμα και τότε, ο αρχικός φόβος του Θυέστη, πλέον μετατράπηκε σε τρόμο.

Δεν ήταν απλά ένας τεράστιος αγριόχοιρος, ήταν ένας δαιμονισμένος τεράστιος αγριόχοιρος… και κοιτούσε έντονα τον Θυέστη με τα απειλητικά, γεμάτα κακία μάτια του.

Η καρδιά του Θυέστη σταμάτησε απότομα και δεν ξαναχτύπησε για πολύ ώρα. Άκουγε τη βαριά αργόσυρτη ανάσα του κτήνους μέσα στο κεφάλι του. Αντηχούσε στα τοιχώματα του κρανίου του και επέστρεφε στο κέντρο του μυαλού του αφήνοντας ελάχιστο χώρο για οποιαδήποτε άλλη σκέψη, η οποία ήταν σίγουρος πως ήταν και η τελευταία του. Πώς μπορούσε ποτέ ένας ταπεινός καλλιεργητής της γης να τα βάλει με ένα τέτοιο πλάσμα; Ήταν αστείο και μόνο σαν σκέψη. Πού είναι η θεά τώρα να τον προστατέψει; Του έκανε ήδη μεγάλο κακό με το να καταστρέψει τη σοδειά του, δεν έφτανε αυτό; Πρέπει να σκοτωθεί από ένα απόκοσμο κτήνος; Τότε θα ικανοποιηθεί η θεά άραγες; Στεκόταν μόνος του, χωρίς τη βοήθεια κανενός, απέναντι στον ίδιο τον θάνατο και γνώριζε πως υπαίτιος για αυτό εξ’ αρχής ήταν αυτός και μόνο αυτός.

Αποφάσισε όμως να μην πάει ο κόπος του χαμένος. Θα έριχνε έστω και ένα βέλος, έτσι για να γνωρίζει ο ίδιος πως δεν έπεσε στο πεδίο μάχης χωρίς να πολεμήσει. Δεν ήθελε η ωδή που θα έψελνε η σύντροφός του τα επόμενα χρόνια, να τον παρουσιάζει ως ένα δειλό που έκλεισε τα μάτια στον ερχομό του τέλους του.

Έπιασε ένα βέλος και τότε άκουσε κάτι παράξενο. Είχαν έρθει και άλλοι κυνηγοί να τον βοηθήσουν; Άκουγε τους σκύλους των από μακριά. Μα πώς; στον οικισμό είχαν όλο κι’ όλο τέσσερα σκυλιά. Τρεισήμισι ουσιαστικά γιατί το ένα το περιμένανε να το πάρει ο χάρος από μέρα σε μέρα. Από αυτά, ούτε ένα δεν έκανε για κυνήγι, αλλά ήταν σίγουρος πως αυτά δεν ήταν τέσσερα μόνο σκυλιά, αλλά ολόκληρο κοπάδι. Όπου νά ‘ναι θα βρίσκονταν κοντά του και σύντομα, αυτός και οι υπόλοιποι κυνηγοί, θα μαλώνανε φιλικά για τη μοιρασιά του θηράματος.

Ο τετράποδος δαίμονας, δεν φάνηκε αν ενοχλείται από τους μακρινούς ήχους των κυνηγόσκυλων, δεν φάνηκε καν να τα ακούει, φάνηκε να ενοχλείται όμως ο Θυέστης που πρόσεξε πως τα αδιάκοπα και σχεδόν λυσσασμένα γαβγίσματα δεν φαίνονταν να πλησιάζουν, αλλά ακουγόταν σταθερά από μακριά. «Δεν πειράζει» σκέφτηκε ο Θυέστης. Είχε πάρει ήδη θάρρος από τους ήχους και μόνο των “μακρινών” κυνηγών και έτρεμε πλέον λιγότερο από μόλις λίγες στιγμές πριν. Γονατιστός, κράτησε όσο πιο σταθερά μπορούσε το τόξο του σε στάση που υπέθεσε (και πιο πολύ έλπιζε) πως ήταν η σωστή. Τέντωσε τη χορδή του τόξου όσο πιο πίσω μπορούσε. Ήταν δυνατός και ρωμαλέος άνδρας, το όργωμα δεν είναι εύκολη υπόθεση, ούτε το κουβάλημα των σιτηρών. Θέλει δυνατά χέρια και τα χέρια του Θυέστη ήταν τα δυνατότερα στον οικισμό και ίσως και στην Ηιόνια. Η χορδή τεντώθηκε αρκετά αλλά ο απεγνωσμένος χωρικός ήθελε να αυξήσει τις πιθανότητες πως αυτή η βολή δεν θα ήταν και η τελευταία του και κρατώντας την ανάσα του, τέντωσε ακόμα περισσότερο, σημαδεύοντας προς τη γενική κατεύθυνση του κάπρου. Τα μακρινά σκυλιά, ακούγονταν τώρα και αυτά μέσα στο κρανίο του. Είχαν εκτοπίσει την ανάσα του ζώου που τον τρέλαινε και άκουγε τώρα μόνο ένα ρυθμικό επαναλαμβανόμενο βουητό, από πολλά ζωντανά μαζί, που τον βύθιζε αργά σε ένα χώρο όπου ήταν μόνο αυτός, το βέλος του και ο αγριόχοιρος και τον βοηθούσε να σημαδέψει σωστά. Ο χρόνος φάνηκε να κυλάει πολύ πιο αργά, άκουγε τώρα και τους χτύπους της καρδιάς του να κινούνται στον ίδιο ρυθμό με το βουητό των μακρινών ζωντανών.

Άφησε μια σύντομη ιαχή να βγει από τα πνευμόνια του και τα δάχτυλα του κινήθηκαν λίγο ακόμα πιο πίσω για να ελευθερώσει το βέλος. Η χορδή έσπασε.

Ο χρόνος σταμάτησε τελείως και καθώς η σκέψη του τι ξαφνικά έγινε, άρχισε να παίρνει μορφή στο μυαλό του, μία ριπή του ανέμου χάιδεψε τα μαλλιά του και άγγιξε σχεδόν το πρόσωπό του, φέρνοντας τον πίσω στην πραγματικότητα. Ο ήχος της σπασμένης χορδής, ακούστηκε σαν αντίλαλος που διακόπηκε από ένα γερό χτύπο στο σώμα του αγριόχοιρου.

Το κτήνος, ακαριαία νεκρό δίπλα στο ρυάκι. Ένα βέλος που παρόμοιο του δεν είχε ξαναδεί, καρφωμένο γερά στο στήθος του μεγαλόσωμου κάπρου. Το ίδιο βέλος που πέρασε μέσα από τα μαλλιά του και σε απόσταση αναπνοής από το πρόσωπό του, με αδιανόητη ακρίβεια, αφήνοντας ένα απαλό αεράκι στο πέρασμά του.

Ο χαλασμός που έφερε το μακρινό κοπάδι των κυνηγών, χάθηκε απότομα και ο Θυέστης, άφησε την πιο βαθιά ανάσα της ζωής του, να βγει αργά από μέσα του. Ακούμπησε σε ένα δέντρο πίσω του και άφησε το δάσος να τον αγκαλιάσει για να αδειάσει το μυαλό του από τα όσα έγιναν μόλις λίγες στιγμές πριν. Δεν τόλμησε να κλείσει τα μάτια του, φοβούμενος πως όταν τα ξανανοίξει, το κτήνος θα βρίσκεται πάλι στα πόδια του, κοιτώντας τον για άλλη μια φορά έντονα, διοχετεύοντας την κακία του μέσα του σε αυτόν.

Πέρασε αρκετή ώρα, ή τουλάχιστον έτσι του φάνηκε. Ο κάπρος, ακίνητος πάντα, αλλά ακόμα και νεκρό, το κτήνος έδειχνε αρκετά απειλητικό. Ήθελε να το πλησιάσει αλλά πρώτα έπρεπε να βρει τη δύναμη να σταθεί στα πόδια του. Έγινε όντως αυτό που κατάλαβε; ή μάλλον… κατάλαβε τι έγινε;

Σηκώθηκε στα δυο του πόδια, αλλά αντί να πλησιάσει το νεκρό αγριόχοιρο, έκανε μεταβολή και ξεκίνησε το δρόμο προς τον οικισμό.

Ένα πράγμα που μαθαίνεις από μικρός, όταν οι θεοί σου προσφέρουν το δώρο της ζωής, είναι να μην προσπαθείς να καταλαβαίνεις τα πάντα. Αν η μοίρες σου έχουν στρώσει το δρόμο της απλής ζωής, του καλλιεργητή, του χτίστη, του ψαρά, του πιθαρά, είναι ακόμα καλύτερο να μη προσπαθείς καν να καταλαβαίνεις τίποτα. Έτσι το επιθυμούν οι επίγειοι διοικητές του κόσμου, αλλά ακόμα πιο πολύ… έτσι το προστάζουν οι επουράνιοι άρχοντες όλων. Αυτό, είναι κάτι που ο Θυέστης το γνώριζε πολύ καλά και αν και τον ενοχλούσε, το ακολουθούσε πιστά. Είχε τα χωράφια του, είχε τα ζωντανά του, την οικογένειά του, τους φίλους του, φαγητό στο τραπέζι του και οροφή στο σπιτικό του. Δεν υπήρχε λόγος να ταράζει τα νερά, όταν μάλιστα δεν ήξερε και κολύμπι.

Ο δαιμονισμένος αγριόχοιρος ήταν νεκρός, αυτό είχε σημασία. Η θεά Άρτεμης, έδειχνε ευχαριστημένη και ικανοποιημένη που έστω ένας απλός καλλιεργητής τόλμησε τέτοιο εγχείρημα. Ίσως τα σπαρτά του να τα έβρισκε άθικτα και ολοζώντανα, ίσως όχι, ίσως να πιστέψουν οι φίλοι του τι έγινε, ίσως να μην τους πει καν την αλήθεια. Το μόνο που τον ένοιαζε αυτήν τη στιγμή, ήταν να δει την οικογένειά του και να προσφέρει στην αγαπημένη του τον ανθό που βαστούσε στα χέρια του, από εκεί που πυκνώνουν τα δέντρα.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *