Εξ Αγνού Βουτύρου Αιγός

Αύγουστος 1982

Το τι τρέλες μπορεί να κάνει κανείς στην παιδική και εφηβική ηλικία! Τα βλέπουμε καμιά φορά ύστερα από χρόνια που το μυαλό έχει πια …στερεοποιηθεί, όχι πάντοτε βέβαια, και απορούμε. Αναλογίζομαι πότε- πότε τα παιδικά μου καμώματα και λέω: «Μα αυτός ήμουν στ’ αλήθεια εγώ ή κάποιο μακρινό όνειρο που μόλις το θυμάμαι;» Και το θυμήθηκα προχθές που περνούσα από τη Λαμία, για τουρισμό ας υποθέσουμε, ή καλύτερα για εσωτερικό τουρισμό γιατί, εδώ που τα λέμε, είναι πολύ της μόδας να γυρνάμε σήμερα στο εξωτερικό, χωρίς να γνωρίζουμε στοιχειωδώς την όμορφή μας χώρα.

Και περνούσα λοιπόν από ένα δρόμο κοντά στη Λαμία. Ένα πιτσιρίκι πουλάει σ’ ένα τραπεζάκι χαλβά Φαρσάλων και κουραμπιέδες. Στους κουραμπιέδες έπεσε το μάτι μου. Αγόρασα βιαστικά πέντε κουτιά. Παραξενεύτηκε η γυναίκα μου.

– Μωρέ, υποκατάστημα θ’ ανοίξουμε;

– Θα σου εξηγήσω, της λέω.

Έκανε το σταυρό της, μας κορνάρανε από πίσω κάτι βιαστικοί και πήρα την τσάντα με τα πέντε κουτιά και φύγαμε.

– Για λέγε, λοιπόν. Τι θα τους κάνεις τόσους κουραμπιέδες; με ξαναρώτησε, σαν ανεβολεματέψαμε και πήραμε την εθνική.

– Θα τους φάμε, απάντησα κοφτά.

– Μπρε για το Θεό…όλους; Να δώσουμε τουλάχιστον και σε κανένα φίλο για δώρο.

– Όχι όλους. Εγώ θα τους φάω μοναχός μου! Εδήλωσα κοφτά.

– Μα εσύ μετά δυσκολίας τρως ένα τα Χριστούγεννα, έτσι μόνο και μόνο για να μου πεις αν πετύχανε, και τώρα τι σου ’ρθε;

– Θα σου εξηγήσω, μόνο άσε να βρούμε τόπο παρακάτω. Και συνέχισα στη δεξιά λωρίδα κόβοντας ταχύτητα…

Που λες, λοιπόν, ήμουνα τότε ναι και όχι καμιά δεκαριά χρονών και είχε έρθει ένας μπάρμπας μου από την Αθήνα στο χωριό.

– Έχει σχέση με τους κουραμπιέδες ο μπάρμπας σου;

– Αν έχει λέει…Κάτσε ν’ ακούσεις πρώτα.

Μας έφερε, που λες στο σπίτι διάφορα δωράκια, κάτι σφυρίχτρες, κάτι λαστιχένια τόπια. Χαρά εμείς με τούτα τα πρωτόγονα και απλά! Βλέπεις τότε δεν υπήρχαν τα ηλεκτρονικά, που σε δυο ώρες τα βλαστάρια μας τα έχουν θέσει εκτός ενεργείας και τα πετούνε στη γωνιά, γιατί περιμένουν να ξεβγοδώσουνε και το επόμενο. Μανία καταστροφής και όχι διάθεση για παιχνίδι έχουν. Απληστία και αμόκ για κατανάλωση, σαν και τις γυναίκες.

Έτσι είναι και τα παιδιά σήμερα. Αχόρταγα. Όχι σαν εμάς τα κακόμοιρα που τότε με μια καραμέλα ή ένα τόπι ήτανε όλος ο κόσμος δικός μας και το χαιρόμασταν, μέχρι που κρατούσε και το παραμικρό και το τελευταίο κομματάκι του.

Μα ας ξανάρθουμε στους κουραμπιέδες.

Ο μπάρμπας μου, λοιπόν, μεταξύ των άλλων, έφερε και ένα κουτί κουραμπιέδες. Έ λοιπόν! Καμιά φορά βλέπω στον ύπνο μου αυτό το κουτί και τρέχουνε τα σάλια μου. Πάω να το ανοίξω και, την ώρα που είμαι έτοιμος να αρπάξω τον κουραμπιέ να τον καταβροχθίσω, να σου και ξυπνώ, χωρίς καν να τον φέρω στο στόμα μου, λες και κάποιος διάβολος στον ύπνο μου θέλει να με παιδεύει, όπως και τότε, πριν πενήντα τόσα χρόνια περίπου, που μου έξωσε τα μύρια.

Η μάνα μου άνοιξε το κουτί εκείνο και…οποία ευτυχία! Ένας κουραμπιές, τυλιγμένος μέσα σ’ ένα διαφανές χαρτάκι, πασπαλισμένος με ζάχαρη ένα δάχτυλο γύρω από το κυρίως σώμα του, έκανε τους σιελογόνους αδένες μου να πλημμυρίσουν με σάλια το στόμα, αναμένοντας τη στιγμή που το …εξωγήινο τούτο τερψιλαρύγγιο θα ερχόταν σε επαφή με τα λιμασμένα αισθητήρια της γεύσης. Και τα δευτερόλεπτα, τα λεπτά κυλούσαν ακόμα πιο αργά, από τη στιγμή που κουραμπιές τοποθετήθηκε στο τραπέζι, για να διχοτομηθεί σε δύο ισοδύναμα μέρη, ένα από τα οποία θα έπαιρνε ο αδερφός μου που καραδοκούσε και αυτός από δίπλα. Καλού – κακού έλεγξα τη θέση του μαχαιριού που είχε ακουμπήσει τη ζάχαρη, να βεβαιωθώ εάν η κόψη του διέρχεται ακριβώς από τη… διχοτόμο του κουραμπιέ και, όταν η μάνα μου ρώτησε: «Καλά είναι εκειά;» – για να μην αδικηθεί δηλαδή κανείς – και αφού εβεβαίωσε και ο έτερος δικαιούχος περί του «καλώς έχειν», ο κουραμπιές εκόπη στα δύο. Δυο κομμάτια ισοδύναμα, λαχταριστά, που για το δικό μου έβγανα σχέδιο αν θα τα κάνω μια χαψιά ή θα το απολάμβανα με την ησυχία μου. Προτίμησα το δεύτερο.. Από τη βιασύνη μου, ένα μέρος από τη χιονοστοβάδα της λαχταριστής ζάχαρης έπεσε στην ανάποδη του χεριού μου. Για να μην πάει χαμένη τόση ποσότητα, δεν το έβαλα κάτω. Έφερα προσεκτικά το χέρι κοντά στο ανοιχτό στόμα και ύστερα, με απότομο χτύπημα με το άλλο χέρι, η ζάχαρη κόλλησε στη γλώσσα. Ένα μέρος βέβαια, γιατί η υπόλοιπη μου κόλλησε στη μύτη. Και ύστερα πήρα το χαρτί με τον κουραμπιέ και βγήκα έξω στην πέτρινη σκάλα να τον απολαύσω με την ησυχία μου, όπως ο σκύλος αρπάζει το κόκκαλο και κάθεται απόμερα για τον ίδιο λόγο.

Σαν ετελείωσε η ιεροτελεστία, ξαναγύρισα στην κουζίνα, μήπως τυχόν προέβλεπε η μάνα μου και άλλο μερίδιο, αλλά δυστυχώς το κουτί είχε κλειστεί οριστικά και το μόνο που πρόλαβα να διαβάσω και που έχει μείνει χαραγμένο βαθιά στη μνήμη μου, είναι τα καλλιγραφικά γράμματα με μπλέ χρώμα «ΚΟΥΡΑΜΠΙΕΔΕΣ Δ. ΜΠΟΥΣΙΟΥ» και με καλλιγραφικά επίσης πιο ψιλά γράμματα από κάτω «εξ αγνού βουτύρου αιγός, τεμάχια είκοσι». Την ίδια ώρα το κουτί ανεχώρησε προς άγνωστον κατεύθυνσιν. Εγώ, ως σημερινός παπαράτσι, κατεδίωξα τη μάνα μου μέχρι την αποθήκη, αλλά εκείνη με απώθησε, γιατί εγνώριζε καλά ότι, εάν το άφηνε στο φιλότιμό μου, οι κουραμπιέδες δεν είχαν ελπίδες επιβίωσης πέραν των δυο – τριών το πολύ ημερών. Για το λόγο αυτό, εν τη απουσία μου, το τοποθέτησε σε σκοτεινά καταχθόνια, σε κάποιες κρύπτες, που δε θα το έβρισκαν ούτε οι εκπαιδευμένοι περί τα ναρκωτικά σκύλοι της αστυνομίας.

Το κουτί έβλεπε ξανά το φως της ημέρας ή του λύχνου, κατά περίπτωσιν, και μόνο όταν ερχόταν στο σπίτι υψηλόβαθμος επισκέπτης. Τέτοια επίσκεψη ήταν κάποτε εκείνη του επιθεωρητή δημοτικών σχολείων – ο πατέρας μου ήταν δάσκαλος – και του δεσπότη άλλη μια φορά. Στη δεύτερη περίπτωση ο σεβάσμιος ιεράρχης καταβρόχθισε ολόκληρο τον κουραμπιέ μονομπουκιάς, προς μεγάλη μου λύπη και απογοήτευση ενώ η οργή μου έφτασε εις το κατακόρυφο, όταν τον άκουσα να λέει:

«νοστιμότερο κουραμπιέ δεν έχω φάει». Η θεοφοβούμενη η μάνα μου έσπευσε να του φέρει άλλον ένα, για να προσλάβει πιθανόν περισσότερη ευλογία και ο αθεόφοβος τον εκαταβρόχθισε μονομπουκιάς ενώπιόν μου, χωρίς να τον συγκινούν τα σχεδόν έξω πεταμένα από την αγωνία μάτια μου και το σαγόνι μου που ανεβοκατέβαινε κλειστό καταπίνοντας τα σάλια .Οι συνοδοί του δεσπότη, ένας παπάς και ένας διάκος έλαβον από ήμισυ, όπως και εγώ με τον αδερφό μου, κατά την τελετή του παρθενικού ανοίγματος του κουτιού.

Από εκείνη την ημέρα η περιέργειά μου είχε κορυφωθεί πού στην οργή είχε κρύψει η μάνα μου το μαγικό κουτί με τον πολύτιμο θησαυρό. Ανακαρκάτεψα της κάτω γης τα κέρκελα. Τι κουρούπια, τι πιθάρια, τι ντουλάπια, τι κασόνια, τι κασέλες!! Όλα αυτά βέβαια σε κάποιες ώρες που ήμουν σίγουρος ότι οι γονείς μου απουσίαζαν στο χωράφι και ήλεγχα επαρκώς την κατάσταση. Κρατούσα βέβαια στο μυαλό μου μητρώο εξερχομένων και ήξερα πολύ καλά ότι σίγουρα από το κουτί απουσίαζαν ένας (εμένα και του αδερφού μου), άλλος ένας του επιθεωρητή, ένας του δεσπότη και ένας των συνοδών του, σύνολον τέσσερις. Άρα υπήρχε ακόμα αρκετή ποσότητα, αλλά πώς να εντοπίσω το κουτί; Εκεί ήταν η δυσκολία.

Πέρασαν από τότε αρκετές βδομάδες. Δε μου κολλούσε ύπνος και πάντα ονειρευόμουνα το κουτί με τα μπλε γράμματα «εξ αγνού βουτύρου αιγός» και τρέχανε τα σάλια μου στο μαξιλάρι.

Την ημέρα εκείνη δεν υπήρχε ρουθούνι στο σπίτι. Οι γονείς μου απουσίαζαν στην πόλη με τ’ αδέρφια μου και εγώ, αφού γύρισα από την κατσίκα, που την είχα χρεωθεί κατ’ αποκλειστικότητα ως ο Βενιαμίν της οικογενείας, είχα όλη την άνεση να πραγματοποιήσω την έρευνα των ονείρων μου. Πού θα πάει. Πόντο προς πόντο θα έψαχνα την αποθήκη και το στάβλο ακόμη. Μπα! Στο στάβλο.. το απέκλεια. Δεν ήταν δυνατόν.

Άρχισα, λοιπόν, από την κουζίνα, μετά στην αποθήκη. Όπως οι αστυνομικοί που ψάχνουν για ναρκωτικά, όταν κάνουν έρευνα, έτσι και εγώ δεν άφησα ούτε σπιθαμή, χωρίς να ψάξω. Ξανά πιθάρια, κουρούπια, σταμνιά, δεμάτια με παλέτσες. Σε κάποια πιθάρια υπήρχαν καρποί, σιτάρια, κριθάρια, ταγή, έκανα αναμόχλευση μήπως ήτανε μέσα. Μάταιος κόπος. Ως και ένα ζευγάρι παλιά κόκκινα υποδήματα του πατέρα μου αναποδογύρισα. Δεν ξέρεις καμιά φορά τι γίνεται. Αλλά αντί για κουραμπιέδες ξεπετάχτηκαν από μέσα δυο καλοθρεμμένοι ποντικαράδες, που τα ’φερα σεκλέτι. Έψαξα και σε κάτι τριχοντρουβάδες με παλιοπράγματα και τσουβάλια με κορκίδες και παλέτσες. Γέμισα σκόνη και βρώμα. Τίποτα. Εκεί που ήμουν πια απελπισμένος και έτοιμος να εγκαταλείψω τις έρευνες, βλέπω σε μια πιθαρόπλακα επάνω ένα βολίστρι και μέσα τουλούπες από μαλλιά στίβα μέχρι εκεί πάνω. Κάνω μια “παφ”, έτσι στο ιχιαλά που λένε και, όπως κατέβασα το χέρι μου, στην αέρινη στήλη του μαλλιού, σκούντηξα σε σκληρό αντικείμενο. Πετάω γρήγορα – γρήγορα τα μαλλιά πέρα και να σου αποκαλύπτεται μπροστά μου μεγαλοπρεπέστατο το κουτί με το πολύτιμο περιεχόμενο. Το έφερα γρήγορα – γρήγορα κοντά στο ανοιχτό παράθυρο της αποθήκης, για να ελέγξω την ποσότητα. Άνοιξα το καπάκι βιαστικά. Από την επάνω στρώση έλειπαν πέντε. Δεν είχα κάνει καλά το λογαριασμό. Είχα λησμονήσει ότι ο σεβασμιότατος δεν είχε διδαχθεί τίποτε από τα περί λιτότητος και εγκρατείας διδάγματα του Κυρίου και είχε καταχωνιάσει και το δεύτερο. Άλλοι πέντε, λοιπόν, στην πάνω και ολόκληρη η κάτω στρώση ακέραια. Δέκα ολόκληρα κομμάτια ισομεγέθη χωσμένα στην αλεσμένη ζάχαρη και τυλιγμένα στα διαφανή χαρτάκια. Οποία ευτυχία!!!!.

Ξεδίπλωσα βιαστικά το χαρτί και έλαμψε κάτασπρος μπροστά μου ο λαχταριστός κουραμπιές. Ένιωσα εκείνη τη στιγμή όπως ο λύκος και τα εφτά κατσικάκια του παραμυθιού που, όταν απουσίασε κάποια στιγμή η μαμά κατσίκα από το σπίτι, βρήκε την ευκαιρία και τα καταβρόχθισε όλα. Τον έπιασα με τα δυο δάχτυλα, δεν είχα υπολογίσει όμως καλά και τον έσφιξα με περισσότερη δύναμη απ’ όση έπρεπε. Οποία δυστυχία!! Ο μισός πρόλαβε και διάβηκε τα στενά. Ο άλλος μισός θρούλησε και, ενώ έπεφτε κάτω, προσπάθησα να τον συγκρατήσω με σπασμωδικές κινήσεις, χωρίς να πετύχω και πολλά πράγματα. Δεν τον ευχαριστήθηκα, αφού το ένα τρίτο που διέφυγε υπό μορφή θρυμμάτων δεν ήταν δυνατόν να περισυλλεγεί, πλην των μεγαλυτέρων κομματιών σε μέγεθος μπιζελιού και πάνω. Ξεχώρισα άλλον έναν από την κάτω πατωσιά. Αυτή τη φορά ετοποθέτησα επιμελώς το διαχωριστικό χαρτονάκι στη θέση του και το κουτί επανήλθε στην αρχική του κατοικία μέσα στις τούφες από το καλοδουλεμένο κάτασπρο μαλλί. Βγήκα έξω και με περίσσα προσοχή αυτή τη φορά, αφού πήρα ένα κουταλάκι, δεν άφησα να πάει χαμένη ούτε μια σκόνη. Ήπια και μπόλικο νερό και είχε ολοκληρωθεί έτσι ένα παιδικό όνειρο που ως τότε εθεωρείτο άπιαστο. Τις συνέπειες, σε περίπτωση αποκάλυψης του δράστη, ποιος τις υπολόγιζε; «Ψυχή μου φάε, πίνου και ευφραίνου, αύριο γαρ αποθνήσκομεν» που έλεγε και ο άφρων πλούσιος του Ευαγγελίου.

Πέρασαν κάμποσες μέρες. Ουδέν το ανησυχητικόν. Ο δαίμων όμως, ο κερασφόρος εκείνος, ο κατσουνοράδης, όπως τον έλεγε η θεια μου, ο ίδιος εκείνος που παίρνοντας τη μορφή του όφη τυλίχθηκε στο δέντρο και έδωσε το μήλο στην Εύα, ο ίδιος ήτανε που κάθε τόσο ερχότανε και με συμπαινοδαύλιζε, πότε στον ύπνο και πότε στον ξύπνο λέγοντάς μου: «Έλα, μωρέ καημένε, ένα κουραμπιεδάκι ακόμη, για σας τα ’φερε ο μπάρμπας. Αύριο θα τους φάει πάλι κανείς δεσπότης ή κανείς επιθεωρητής και εσύ θα λες: Α! ρε το βλάκα τι έπαθα». «Και όταν θα το πάρει είδηση ο πατέρας και η μάνα μου, δε λογαριάζεις τα επακόλουθα;» Και δώστου πάλι αυτός: «Μην είσαι μωρέ χαζός. Μέχρι του χρόνου μπορεί και να χαλάσουνε, να μουχλιάσουνε, να σκουληκιάσουνε και τότε θα λες: Α! ρε καλά που μου τα ’λεγε ο κακομοίρης ο διάβολος .Τι κατάλαβα τώρα που θα τους φάνε οι όρνιθες»;

Ένα βήμα πίσω, δυο μπροστά. Τρέχανε πάλι τα σάλια μου, καθώς πλησίαζα τις τούφες με το μαλλί. Πάλι η μάνα και ο πατέρας μου στο χωράφι. Άπλωσα το χέρι και αμέσως το μάζεψα. Ο άγγελος αυτή τη φορά με γαλήνιο ύφος με συμβούλευε. «Τι πας να κάνεις, αμαρτωλόν πλάσμα; Δε φοβάσαι το Θεο και τον πατέρα σου; Ου κλέψεις δε λέει το ευαγγέλιο του Θεού; Αυτά δε σου έμαθε ο πατέρας σου στα Θρησκευτικά»; Αλλά να σου πάλι ο Ζερζεβούλης, γελαστός και χαριεντιζόμενος μπαίνει μπροστά στον άγγελο που κατεβάζει τα μούτρα: «Βρε κουτορνίθι, αφού δικοί σας είναι οι κουραμπιέδες δεν είναι ξένοι, για να θεωρηθεί κλοπή». Δίκιο έχει ο αθεόφοβος, έλεγα από μέσα μου, και τα σάλια όλο και έτρεχαν και πιο πολύ. Υπερίσχυσε πάλι ο σατανάς. Όπλισε το χέρι μου με δύναμη και αποφασιστικότητα και σε λίγο πάλι καθόμουν στην κουζίνα με το κουτάλι. Τώρα είχα μάθει πια τη μέθοδο για καλά και απολάμβανα ευτυχής τα δώρα του Ζερζεβούλη. Α! ρε μπάρμπα, σε τι μπελάδες μας έβαλες στα καλά του καθουμένου! Καλά δεν ήσανε τα κιοφτέρια που τρώγαμε αρά και πού, κανένα αμπελιτσόνι, κανένα χαρούπι ή κανένα ξερό παστελιασμένο σύκο ή σταφίδα; Τι τα θέλαμε τούτα τα βιομηχανικά προϊόντα, να επιφέρουν τέτοια αναστάτωση στον ψυχικό και σωματικό μας κόσμο.

Μια – δυο βδομάδες μετά, κι αφού τίποτα το ιδιαίτερο δεν είχε αλλάξει στη συμπεριφορά των γονιών μου, αποφάσισα και Τρίτη έφοδο. Μετά από λίγες μέρες και πάλι πραγματοποιήθηκε η τέταρτη και, για να μην τα πολυλογούμε, η πέμπτη , έκτη και ούτε καθεξής. Τώρα πια είχε καταντήσει ρουτίνα η στιχομυθία διαβόλου και αγγέλου που την είχα μάθει απέξω, σαν το «Πάτερ ημών». Κι εγώ ο άμοιρος, το εκτελεστικό όργανο, μετά από κάθε μονομαχία τους, άνοιγα το κουτί και απολάμβανα το περιεχόμενό του, έχοντας πάθει πια ανοσία και μη λογαριάζοντας τις συνέπειες, όταν θα έφτανε η ώρα της κρίσεως, που δεν άργησε, όπως ήταν φυσικό.

Έφτασα στον δέκατο ένατο κουραμπιέ του κουτιού, που για μένα ήταν ο δέκατος τέταρτος, και είχε μείνει ο εικοστός. Εδώ δόθηκε αγώνας για τον τελευταίο. Ε! όχι, λέω, δεν πάει άλλο. Ας μείνει ένας για την τιμή των όπλων. Ξέρεις αυτός ο ένας μπορεί να καταπραϋνει την οργή του πατέρα μου και να μη με αποσκοτώσει, ενώ αντιθέτως η ….εις θάνατον καταδίκη μου ήταν δεδομένη. Μπορεί αυτός ο τελευταίος να ισοδυναμεί με όλα τα …θύματα της θηριωδίας μου.

Έβαλα κάτω όλη τη λογική που μπορεί να έχει ένα παιδί δέκα χρoνών, χωρίς να παρακούσω και τις παροτρύνσεις και των δύο συμβούλων μου, μάλλον του ενός, ο άλλος του αέρα κουβέντιαζε. Μεγάλος πονοκέφαλος με είχε πιάσει τις τελευταίες μέρες, οπότε ακούστηκαν πάλι βροντώδη τα χαχανητά του Ζερζεβούλη. «Ανόητο πλάσμα τι δεκαεννιά , τι είκοσι. Έλα πάρε και τον τελευταίο να ησυχάσεις. Εδώ άλλοι κλέβουνε του κόσμου τα πράγματα και δεν τους πιάνουνε και εσύ για ένα τόσο δα κουραμπιεδάκι κάθεσαι και χολοσκάς, που δικό σου είναι στο κάτω κάτω. Τα γλυκά είναι για τα παιδιά. Δώστου να ξεμπερδέψεις, να πετάξεις και το κουτί να ξεγνοιάσεις». Άνοιξα πάλι το κουτί. Ανασήκωσα το διαχωριστικό χαρτονάκι, γιατί ή επάνω στρώση είχε εξαφανιστεί από καιρό. Ένας και μόνο, ο κακομοίρης, στη γωνία είχε γλιτώσει από τη μανία μου, όπως ο άμοιρος Οδυσσέας στη σπηλιά του Πολύφημου από την οργή του Ποσειδώνα. Τον έφερα στην παλάμη, τον κοίταζα καλά – καλά, ενώ οι σιελογόνοι αδένες μου και πάλι βρισκότανε στο μέγιστον της απόδοσής τους. Κάποιος θόρυβος από κουβέντες και βήματα με ανάγκασε να τον ξανατοποθετήσω βιαστικά στη θέση του. Σκέπασα γρήγορα το κουτί, σκέπασα τις τουλούπες και, όταν μπήκε η μάνα μου στην αποθήκη, έκανα πως έψαχνα την ασφεντόνα. «Λείπε από μια κακή ώρα, να ζήσεις χίλιους χρόνους», έλεγε εκείνη πότε – πότε. Το είπα και γω από μέσα μου και περάσανε δυο μέρες.

Την επομένη οπλίστηκα πάλι με θάρρος υπό την καθοδήγηση του κατσουνοράδη και μια και δυο νά μας πάλι, ενώπιος ενωπίω. «Ή ταν η επί τας», λέω από μέσα μου. Επροτίμησα το «ταν», αν και αργά ή γρήγορα θα ακολουθούσε και το «επί τας». Και οι δεκαπέντε ήσαν υπέροχοι. Τη γεύση όμως του τελευταίου δεν την είχε κανείς. Αφού τον έβαλα στην τσέπη του παντελονιού μου, ετακτοποίησα επιμελώς τις τουλούπες πάνω απο το άδειο κουτί και πήγα σε μια κρύπτη εκεί κοντά, μέσα στο ρυάκι, όπου αξιοποίησα και το τελευταίο ψίχουλο, και την τελευταία σκόνη της ζάχαρης. Στο τέλος άπλωσα και τη γλώσσα μου μέσα στο διαφανές χαρτάκι που κρατούσα προσεκτικά και, όπως ο μυρμηγκοφάγος μαζεύει με τη γλώσσα του τα μυρμήγκια, μάζεψα και γω τη σκόνη από το σαλιωμένο πια περιτύλιγμα. Στο τέλος αποκρέμασα και τη γλώσσα μου, όσο έφτανε για να σκουπήσει καλά- καλά τα χείλη και τις γύρω περιοχές από τη ζάχαρη φτάνοντας μέχρι και τα ρουθούνια και προς τα κάτω μέχρι και το πηγούνι, όπως το λιοντάρι μετά από ένα πλούσιο κυνήγι.

Το έγκλημα είχε συντελεστεί πλήρως. Έγκλημα, το οποίο φυσικά στη δικαστική κλίμακα τη δική μου επέσυρε ποινή κάθειρξης πολλών ετών, διότι πταίσμα δεν ήταν ούτε και αδίκημα. Μπορούσε ακόμη να θεωρηθεί ως υπεξαίρεση μεγάλης αξίας κουραμπιέδων και δη κατ’ εξακολούθησιν, γιατί δεν ήτανε λίγο πράμα να θέσεις εκτός μάχης δεκαπέντε κουραμπιέδες και μάλιστα Δ. Μπουσίου «εξ αγνού βουτύρου αιγός», αν και εκ προβάτου να ήτανε, το αποτέλεσμα δεν άλλαζε.

Ήρθα στην κουζίνα, όπου η μάνα μου ετοίμαζε το φαγητό.

-Ειντά ’ναι, ωρέ, τα αλεύρια απού ’χεις στη μύτη σου; Για σίμωσε επαέ κοντά. Σα ζάχαρη μου φαίνεται πως ήφαες και κόλλησε στη μύτη σου, ενώ ταυτόχρονα σκάει μέσα μου μια βόμβα.

-Πού, τι, πού ’ναι; και κάνω μια σπασμωδική κίνηση, για να σκουπίσω με το χέρι την άκρη της μύτης και να εξαφανίσω τα πειστήρια του εγκλήματος , όπως ακριβώς ο φονιάς που ξέχασε να κρύψει το μαχαίρι και φοβάται την αποκάλυψή του. Δεν είχε συνέχεια το πράμα .Αποτελούσε όμως στοιχεία φακέλου για τις επόμενες μέρες.

Στις 14 του Σετέμπρη γίνεται πανηγύρι στο χωριό μου, μάλλον γινότανε. Σήμερα μόνο εκκλησία. Κόσμος πολύς, μουσαφίρηδες, γλέντια το βράδυ, φαγοπότια τη νύχτα, την ημέρα όμως νηστεύανε και το λάδι. Μετά την εκκλησία ήρθε στο σπίτι μας ένα ζευγάρι επιφανών από την πόλη, κάποιοι γνωστοί των γονιών, δάσκαλοι, κάτι τέτοιο σαν να μου φάνηκε, και η μάνα μου τους επεριποιείτο ιδιαιτέρως με τον καφέ, τη ρακή, τα πατούδα, που ήσαν και νηστίσιμα, τα αχλάδια και το βρισκούμενο τέλος πάντων.

-Κυρία Χρυσάνθη, ακούω από το διπλανό σπίτι που ήμουνα, συγγνώμη ένα λεπτό να σασε φέρω και ένα κουραμπιεδάκι, αγοραστοί είναι, για να δείξει τάχα ότι το προϊόν είναι κάτι το ξεχωριστό.

Τότε δεν είχαν πέραση τα χειροποίητα και τα χωριάτικα. Το «χάσικο» ψωμί προσφέρονταν σε φέτες αντί γλυκίσματος και ο αγοραστός κουραμπιές ήταν ό,τι το ανώτερο είχε να προσφέρει η οικοδέσποινα σε υψηλούς καλεσμένους. Οι σφυγμοί μου ανήλθαν αστραπιαίως στους εκατό πενήντα, διακόσους. Δεν ξέρω σε πόσους εξακολουθεί να ζει ο άνθρωπος, πάντως στο μέγιστο. Επηκολούθησε στιχομυθία αλλά, επειδή ήταν οι φωνές αναμεμειγμένες, δεν μπόρεσα να διακρίνω καθαρά.

Η μάνα μου βγήκε από το…σαλόνι, όπου είχε υποδεχτεί τους ξένους, και κατευθύνθηκε προς την αποθήκη, για να φέρει τα ανύπαρκτα τραταμέντα. Οποίος διπλός εξευτελισμός, σκέφτηκα από μέσα μου και κόντευα να σκάσω. Πρώτον της μάνας μου, που θα γινόταν ρεζίλι στους ξένους, και δεύτερον δικός μου, που αργά ή γρήγορα θα κάθιζα στο …σκαμνί του κατηγορουμένου. Ποιος άλλος εξ άλλου θα μπορούσε να θεωρηθεί ύποπτος; Ο αδερφός μου; Αυτός ήταν αρνάκι του Θεού. Συγκέντρωνε όλες τις αρετές που έπρεπε να έχει ένας νέος. Υπάκουος , μελετηρός, εργατικός, το υπόδειγμα της κοινωνίας του χωριού, σε αντίθεση με την αφεντιά μου, που ήμουνα το άτακτο ερίφιον. Τεμπέλης, αμελής, τσαπατσούλης, ανυπάκουος, πειραχτούλης και όλα τα τοιαύτα.

Η μάνα μου βρισκότανε στην είσοδο της αποθήκης, όταν άκουσε την «υψηλή» κυρία να φωνάζει.

-Κυρία Μαρία, κυρία Μαρία, άκου να σου πω. Εμείς δε λερώνουμε σήμερον, νηστεύουμε και το λάδι. Λοιπόν, μη φέρεις κουραμπιέ να σε χαρώ.

-Μωρέ μα νηστίσιμος δεν είναι ο κουραμπιές;

-Ε! αφού έχουνε βούτυρο, επρόσθεσε η κυρία.

Και τι βούτυρο, λέω εγώ από μέσα μου, «εξ αγνού βουτύρου αιγός» γράφει το κουτί. Απορώ πώς δεν το είδε η μάνα μου.

-Ε καλά, όπως θέλετε.

-Άφησε, προτιμούμε εμείς τα αμπελιτσούνια και το ρακάκι.

Επανήλθε η μάνα μου, έφερε αμπελιτσόνια, ρακή και πατούδα που δεν είχανε και λεριό. Επανήλθε και η καρδιά μου στον τόπο της. Περιήλθα σε κατάσταση ευφορίας και όλα από δω και μπρος πήγαιναν καλά, ως πότε όμως; Μόνο θαύμα μπορούσε να αλλάξει την κατάσταση. Αλλά τι θαύμα; να κάμω δηλαδή τι; Να ξαναφέρω τους κουραμπιέδες στο κουτί. Αν είσαι μάγκας τώρα, κατσουνοράδη, έλα να με βγάλεις από τη δύσκολη θέση. Αμ!! Εδώ σε θέλω.

Πέρασε και το πανηγύρι και από μέρα σε μέρα περίμενα τη φοβερή αποκάλυψη, που δεν άργησε. Κάποιο βράδυ, που δε μ’ έπαιρνε ο ύπνος, μου ήρθε μια φαεινή ιδέα. Τη νύχτα τα πράγματα τα βλέπεις με άλλη λογική και η σκέψη αυτή με ενθάρρυνε ιδιαίτερα. Μήπως οι αποφάσεις πολιτικών αρχηγών είναι προϊόντα τέτοιων νυχτερινών διεργασιών και γι’ αυτό η χώρα πάει κατά διαόλου; Σκέφτηκα, λοιπόν, να ενοχοποιήσω κάποιον άλλο, χωρίς να μπλέξω, και να πληρώσει τη νύφη αυτός αντί για μένα. Τώρα πώς γίνεται αυτό; Να, πώς γίνεται. Στην αποθήκη σολατσαίρνανε οληνυχτίς κάτι τεράστιοι καλοθρεμμένοι από τα δημητριακά και τα τρόφιμα ποντικαράδες. Ετούτοι λοιπόν οι θρασύτατοι αλήτες και κακοποιοί της νύχτας μπορούσαν να αποδειχθούν η σωτηρία για μένα. Και έθεσα αμέσως σ’ εφαρμογή το σχέδιο. Πήρα ένα μεγάλο, μυτερό μαχαίρι που μ’ αυτό έσφαζε η μάνα μου τις όρνιθες. Το έμπηξα στο χάρτινο κουτί και ύστερα το στριφογύρισα δεξιά και αριστερά για να γίνει στρογγυλή η τρύπα και να φαίνεται, όσο γίνεται, έργο ποντικών παρά ανθρώπων. Η πονηριά μου ακόμη επινόησε να μεταφέρω μέσα στο κουτί κάμποσα ποντικοκατουρήματα, οπότε η σκηνοθεσία θα ήταν τέλεια. Τελικά δεν υλοποιήθηκε η ιδέα, γιατί δεν πρόλαβα.

……………………………………………..

-Να μη τσοι γελάσει, μωρέ, μηδέ ένας! Ξάνοιξε εσύ, που να καεί η ανθρωπιά ντως. Κοπελιώ δουλειά ’ναι τουτηνιά, καημέχαρη. Και τσοι φύλασα πώς και πώς, μπα να τύχει άθρωπος. Σώπα συ και κοντό δε δα κοπιάσει;

-Και ποιο βάζει το μυαλό σου;

-Ε, δε γατέεις εδά; Άμα ’ρθει ο κύρης του δα τονε σκοτώσει.

Όλες τούτες τις κουβέντες ανακατεμένες υπό μορφήν διαλόγου τις άκουγα το απόγευμα εκείνο στην αποθήκη μέσα, ενώ περνούσα απ’ έξω. Και κάτι φωνές η μάνα μου σκληριχτές και να συμπληρώνει η θεια μου, που έτυχε στην ώρα επάνω και που είχε προσκληθεί από τη μάνα μου στον τόπο του εγκλήματος, για να διαπιστώσει ιδίοις όμμασιν του λόγου το αληθές. Δύσκολο, όταν είσαι ο δράστης, να επιλέξεις τακτική εκείνη τη στιγμή. Εάν σπεύσεις να εξαφανιστείς, είναι σαν να δηλώνεις την ενοχή σου. Εάν έχεις τα σθένος να παραστείς ως αδιάφορος, δεν πρέπει να παρουσιάσει η όψη σου το παραμικρό ίχνος υποψίας, όπως κοκκίνισμα, ανήσυχο βλέμμα και σπασμωδικές κινήσεις. Χρειάζεται μεγάλη ηθοποιΐα. Στις φωνές επάνω και στο σαματά, προσέτρεξαν και οι άλλοι. Ο αδερφός μου και η αδερφή μου υπεράνω πάσης υποψίας, η γιαγιά μου, μια γειτόνισσα με την κόρη της, και έγινε ολόκληρη δικαστική ομάδα. Οι ιστάμενοι ένθεν και ένθεν του πειστηρίου. Η μάνα μου έφερε το αδειανό κουτί σε επίδειξη όλων των περιεστώτων, για άρση πάσης αμφιβολίας.

-Για δεκαπέντε, για δεκαέξι ήτανε. Να μη τσοι γελάσει μωρέ μηδέ ένας; Που να καεί η αθρωπιά ντως, επανέλαβε οργισμένη. Έβαλε και λίγο πληθυντικό για κάθε ενδεχόμενο. «Αθρωπιά ντου», είπα και γω από μέσα μου.

Έπρεπε να επιλέξω εκείνη τη στιγμή, που ήμουνα στην αυλή, την τακτική που θα ακολουθούσα. Επροτίμησα, λοιπόν, να προσκολληθώ στην ομάδα των υπολοίπων οδυρόμενος και εγώ για την καταστροφή που μας είχε βρει αφενός και να εκφράσω την αποδοκιμασία μου αφετέρου για το θρασύτατο δράστη, μετά μεγάλης ψυχραιμίας και προσοχής, όπως ακριβώς συμβαίνει με το δολοφόνο που αναμειγνύεται στα πηγαδάκια μετά τον πυροβολισμό ποιούμενος την νήσσαν. Αν άφηνα τουλάχιστον ένα στο κουτί, κάτι μπορούσε να γίνει. Θα ήταν ίσως πιο άνετη η θέση μου. Τώρα ήμουνα εκατό τις εκατό υπό εκτέλεσιν, δηλαδή μετά από λίγο, γιατί εκείνη τη στιγμή αγανακτούσα και ‘γω με τον εαυτό μου.

-Ξάνοιξε σεις, ωρέ παιδιά κιόλα, μηδέ μισό δεν αφήκανε, επανέλαβα και ‘γω με κατάφορη έκπληξη, χωρίς να είναι ανάγκη να αντικρίσω το αδειανό κουτί που κρατούσε η μάνα μου ακόμα στα χέρια της.

Οι περισσότεροι γνωρίζοντας το βεβαρημένο ποινικό μου μητρώο με κοίταξαν με κάποια απορία και δυσπιστία αλλά εκείνη την ώρα δεν εσήκωνε περισσότερη κουβέντα. Το κλίμα ήταν αρκετά φορτισμένο.

Οι γειτόνοι και οι συγγενείς φύγανε σιγά- σιγά και απομείναμε μόνο εμείς και εμείς.

-Λέγετε επαε που ’σαστανε και οι τρεις, ποιος την ήκαμε την κατσουκέλα, γιατί εδά που δα ’ρθει ο κύρης σας, δα τονε σφάξει όποιος ήτανε.

Μα αν είναι να τονε σφάξει, τι αξία είχε να το ομολογήσει; Εδώ αν ήτανε να την γλιτώσει κάπως πιο ανώδυνα, τότε το πράμα κουβεντιαζότανε. Κάνω από μέσα μου ένα βήμα, οδυρόμενος και μεταμελημένος να ζητήσω συγνώμη, ως ο άσωτος υιός και πού ξέρεις καμιά φορά. Βέβαια σε καμιά περίπτωση δεν εκινδύνευε να σφαγιαστεί από τον πατέρα μου ο μόσχος ο σιτευτός για χάρη μου. Τώρα για σιτευτό συζητάμε; Άσε να γλιτώσουμε το ντεϊνέκι και ας λείπει ο μόσχος. Στην περίπτωση βέβαια που η μάνα μου θα του το σέρβιρε με τον κατάλληλο τρόπο βάζοντας και ολίγη δόση από το μητρικό φίλτρο, τότε το μόνο που θα είχα να κερδίσω θα ήταν να μετριαστεί λίγο ο αριθμός από τις αξανάστρουφες που θα μου πέφτανε. Τεράστιο δίλημμα, που δεν είχε περιθώρια μελέτης και σκέψης, γιατί την ίδια στιγμή η μάνα μου έκανε ένα μορφασμό, σαν κάτι να φώτισε το μυαλό της, και αμέσως ανήγγειλε θριαμβευτικά το συμπέρασμα.

-Ααααα!! Για κειονα του λόγου του οπροθές ήτονε η μύτη του και τα μάγουλά του πασαλειμμένα στη ζάχαρη. Αυτός ήτονε, εδήλωσε κατηγορηματικά ενώπιον και του αδερφού και της αδερφής μου. «Ουκ έχετε ανάγκη άλλων μαρτύρων» λέω και γω από μέσα μου, ενώ είχα γίνει κατακόκκινος και ταραγμένος που δεν είχα περιθώριο να αντιδράσω στο καίριο χτύπημα.

Σηκώθηκα απότομα, μην έχοντας καμιά δικαιολογία να αντιπαρατάξω στο αποκαλυπτικότατο επιχείρημα, και βγήκα έξω, χωρίς να αρθρώσω λέξη. Φεύγοντας μόνο πέταξα δυο λόγια, έτσι για να μη φανεί ότι καταθέτω τα όπλα και αποδέχομαι την κατηγορία.

– Ωρέ δε με παραιτάτε, ό,τι και να γενεί εμένα ντελόγο τα φορτώνετε. Και χωρίς να βάλω προσπάθεια με πήρανε τα κλάματα. Δεν μπορούσα να ξεχωρίσω αν τα κλάματα ήτανε για να προξενήσω τον οίκτο στους άλλους ή επειδή φοβήθηκα τις συνέπειες των αγαθοεργειών μου.

………………………………………………………….

Σταμάτησα το αυτοκίνητο σ’ένα μέρος με πλατάνια και μια πηγή που έτρεχε φρέσκο, κρύο νεράκι. Εδώ υπήρχαν όλες οι προϋποθέσεις ύστερα από πενήντα χρόνια να πραγματοποιήσω πια το όνειρο που τόσο με ταλαιπώρησε, όταν ήμουν δέκα χρονών. Θα έτρωγα τους κουραμπιέδες μου, χωρίς την παραμικρή ενόχληση, ελεύθερος, νοικοκύρης, χωρίς φόβον και πάθος, χωρίς τον έλεγχο κανενός, χωρίς τις προτροπές και τις επιφυλάξεις του θεόπεμπτου άγγελου, χωρίς να φοβούμαι τη σκιά μου και τον παραμικρό θόρυβο που με τρόμαζε σαν το λαγό, κάθε φορά που άνοιγα το κουτί στην αποθήκη. Ολόιδιο το κουτί απ’ έξω και το άνοιξα αμέσως με αδημονία. Ολόιδιοι και οι κουραμπιέδες από μέσα, τυλιγμένοι όπως και τότε στο διαφανές χαρτάκι, με ένα δάχτυλο σκόνη ζάχαρη απ’ έξω. Κάποιοι που παράγουν ένα προϊόν που γνωρίζει μεγάλη κατανάλωση, συνηθίζουν να μην αλλάζουν τη συσκευασία ούτε την ποιότητά του για πολλά χρόνια ή και ποτέ. Αυτό συνέβη και με τον κύριο Μπούσιο εκ Λαμίας φαίνεται. Ξεδίπλωσα το χαρτί και έφερα τον κουραμπιέ στο στόμα. Δάγκωσα το μισό και άρχισα να τον μασάω. Εκείνη η ονειρική γεύση και το άρωμα πλημμύρισαν και πάλι το στόμα. Ύστερα και τον άλλο μισό. Λιγότερο νόστιμο μου φάνηκε το δεύτερο κομμάτι. Ήπια λίγο νερό. Άνοιξα και το δεύτερο. Σαν να είχα χορτάσει όμως, μου φάνηκε. Μήπως η πολλή ζάχαρη με αναγούλιζε άραγε; Έβγαλα από το δεύτερο όλη τη λευκή στιβάδα, για να μη με ανελιγώνει. Έμεινε γυμνός. Ξαναδάγκωσα ένα κομμάτι. Το αναμάσησα λίγο μα δεν πήγαινε κάτω. Ξανάπια λίγο νερό. Δεν μου έκανε όρεξη να συνεχίσω. Άφησα τον υπόλοιπο πάνω στο πεζούλι. Πέρασε μια σκέψη από το μυαλό μου ότι ο αθεόφοβος ο εργοστασιάρχης εσκάρτεψε το προϊόν. Φαίνεται ότι έγινε και αυτός μπαμπέσης και, αντί να βάλει το « αγνό βούτυρο αιγός», όπως τότε, χρησιμοποιεί φαίνεται τούτα τα βιομηχανοποιημένα, υδρογονωμένα παράγωγα, όπως τα τεχνητά βούτυρα και λίπη, επειδή είναι φτηνά, και γι’ αυτό είναι άνοστοι οι κουραμπιέδες. Κρίμα έλεγα από μέσα μου. «Κύριος οίδε» ποιοι μπαγαπόντηδες ανέλαβαν το εργοστάσιο. Μήπως ο γέρο Μπούσιος που ήξερε καλά τη συνταγή έχει πεθάνει αφήνοντας την επιχείρηση σε κάποιους καλπαζάνηδες και χάθηκε έτσι η παλιά λαχταριστή γεύση;

Κάτσαμε κάμποσο κάτω απο τα δέντρα. Λίγο γέλασε εκείνη, λίγο δάκρυσα εγώ. Έπλυνα το πρόσωπό μου με το φρέσκο νεράκι, για να δροσερέψω. Κοίταξα το χαρτάκι με το μισό κουραμπιέ που είχα βάλει στο πεζούλι. Κάτι τεράστια μυρμήγκια είχαν μυριστεί στο μεταξύ το μεζέ και τον καταβρόχθιζαν με βουλιμία, όπως και ‘γω τότε. Ναι, όπως και ‘γω τότε, μικρό σκολιαρούδικο παιδί, που μαζί με τους άλλους συμμαθητές είχαμε στερηθεί τις σοκολάτες, τις καραμέλες και τα άλλα εξωγήινα που ακούγαμε από τους μεγάλους ότι υπήρχαν στην πόλη αλλά ποτέ δεν έφταναν μέχρι το χωριό μας. Ακούγαμε ότι υπήρχαν ζαχαροπλαστεία, όπου οι πελάτες απολάμβαναν μπακλαβάδες, γαλακτομπούρεκα, πάστες ,χανούμ μπουρέκ και που για μας αυτά τα ονόματα ανήκαν στη μυθολογία και ότι οι προνομιούχοι θνητοί που τα απολάμβαναν ανήκαν στους υπερτυχερούς του ανθρωπίνου γένους. Ακούγαμε παράξενες περιγραφές για τα παγωτά από τα γυμνασιόπαιδα που είχαν την τύχη να δοκιμάσουν το μοναδικό τούτο προϊόν της βιομηχανικής επανάστασης, που καν στη φαντασία μας δεν μπορούσε να χωρέσει, όσο κι αν μας το περιέγραφαν. Για μας οι μοναδικές γεύσεις από γλυκά προερχόταν από καμιά χουφτιά σταφίδες, κανένα κιοφτέρι ή αποξηραμένα σύκα που φυλάσσονταν σκεπασμένα με σιτηρά στα πιθάρια, για να προστατεύονται από την υγρασία, τους ποντικούς κι εμάς που, όταν τα ανακαλύπταμε, δεν είχαν καθόλου περιθώρια επιβίωσης, όπως και οι περι ων ο λόγος κουραμπιέδες. Από τον άνω κατάλογο δε θα πρέπει να εξαιρεθούν και τα χαρούπια που ενίοτε φουρνισμένα με την “καραμελέ” γεύση τους αποτελούσαν σε ώρα ανάγκης υπέροχο υποκατάστατο των παραπάνω τερψιλαρυγγίων. Nα, λοιπόν, γιατί περιμέναμε με τόση αδήμονία τα Χριστογεννόφωτα, το Πάσχα καθώς και τις μεγάλες εορτές που γίνονταν πανηγύρια στο χωριό, γιατί, εκτός των άλλων, απολαμβάναμε τα καλλιτσούνια, τα κουλουράκια και τα ξεροτήγανα, τα σταφιδωτά και άλλα, όλα υπέροχα κατασκευάσματα. Και τα απολαμβάναμε πραγματικά. Γιατί, για να απολαύσεις κάτι, πρέπει να το επιθυμήσεις και, για να το επιθυμήσεις, πρέπει να το στερηθείς αλλιώς, όταν τα έχεις καθημερινά, καταντάνε όλα ανούσια και περιττά.

Τα συναισθήματα και τα βιώματα αυτά είναι άγνωστα στα σημερινά παιδιά. Σήμερα η κάθε μάνα προσπαθεί να μπουκώσει το δικό της, για να το κάνει όσο πιο στρογγυλό γίνεται , νομίζοντας έτσι πως θα δημιουργήσει σώμα και νου υγιή. Μπορεί να διαφέρανε πολύ οι σταφίδες, τα κιοφτέρια και τα ξερά σύκα από τα σημερινά γαριδοπατατάκια, τις παραγεμισμένες σοκολάτες και τα τόσα άλλα με τα οποία η τηλεόραση μας ζαλίζει το κεφάλι, τυλιγμένα σε εκθαμβωτικά πολύχρωμα χρυσόχαρτα και που φαίνεται να απολαμβάνουν καλλίγραμμες, πασαλειμμένες δεσποινίδες, εξαπατώντας έτσι τις ορέξεις μικρών και μεγάλων καταναλωτών, όμως απ’ όλα αυτά λείπει κάτι. Λείπει εκείνο που υπήρχε στις γενιές περασμένων χρόνων. Λείπει η ισορροπία, το μέτρον το άριστον, που στην εποχή μας έχουν εκλείψει τελείως. Σήμερα τα υπερπολυτελή καταστήματα και τα σούπερ μάρκετ με όλα τα αγαθά του σύγχρονου πολιτισμού έχουν υπερκορέσει όλες τις ανάγκες του ανθρωπίνου γένους, τουλάχιστον στις «πολιτισμένες χώρες». Ίσως όμως και αυτός ο πλεονασμός να είναι μια από τις αιτίες της αποχαλίνωσης της κοινωνίας που ζούμε, και ειδικά της νεολαίας, που αναζητά το κάτι παραπάνω στα ναρκωτικά, στον έρωτα χωρίς φραγμό, στη μουσική με τα ερεθιστικά συνθήματα για σεξ, για βία και τεμπελιά και στη συνέχεια, για να εξασφαλιστεί η ντόλτσε βίτα που χωρίς αυτήν δεν μπορούν να επιβιώσουν κάποιοι, έχουμε τα ακραία και θλιβερά φαινόμενα της εποχής, τις καθημερινές ληστείες, τους φόνους τους βιασμούς, τις κλοπές και τα τόσα άλλα φοβερά και τρομερά της, -κατά τα άλλα- πολιτισμένης ανθρωπότητας. Ίσως να καταλάβετε, αγαπητοί μου αναγνώστες, γιατί εκείνη την ημέρα οι κουραμπιέδες ήταν τόσο άνοστοι και μου προξενούσαν αηδία. Ναι. Είναι αυτό που σκεφτήκατε. Γιατί και σε μένα, το άλλοτε πεινασμένο χωριατόπουλο, που είχα λαχταρίσει πολλά μαζί με τους ξυπόλητους συμμαθητές μου όλα τούτα που ήταν άπιαστα πουλιά στην παιδική μας φαντασία, έγιναν πραγματικότητα με τον καιρό. «Έφαε ο φτωχός και ετράφη και ελησμόνησε τα πάθη» λέει μια παροιμία. Και μεις παραφάγαμε και, αντί να λησμονήσουμε τα πάθη, αηδιάσαμε. Αηδίασα και ‘γω τόσο πολύ που παραλίγο να κάνω εμετό τους εκλεκτούς κουραμπιέδες Μπουσίου «εξ αγνού βουτύρου αιγός», που το χίλια εννιακόσια πενήντα περίπου ο αξιότιμος κύριος Μπούσιος καθώς και οι απόγονοί του στα μετέπειτα χρόνια διετήρησαν σε υψηλά ποιοτικά επίπεδα. Και ας μην εκληφθεί τούτο το τελευταίο διαφήμιση, αγαπητοί μου φίλοι, γιατί εγώ τους ανθρώπους ούτε τότε τους ήξερα ούτε σήμερα. Όταν μάλιστα τους έστειλα ένα αντίγραφο απ’ αυτήν εδώ την παράξενη ιστορία, έτσι για να γελάσουνε, εκείνοι προφανώς συγκινημένοι προσεφέρθησαν ευγενώς να μου στείλουν ένα ολόκληρο κιβώτιο από το υπέροχο προϊόν τους, ακριβές αντίγραφο εκείνου, που με είχε βάλει τω καιρώ εκείνω σε τέτοιες περιπέτειες. Κι εγώ, αν και γνωρίζω ότι παραβαίνω την εντολή: «μη γνώτω η αριστερά τι ποιεί η δεξιά» ομολογώ ότι μοίρασα τα κουτιά σε στερημένα παιδάκια ντόπιων και αλλοδαπών που ελπίζω να απόλαυσαν το περιεχόμενό τους, όπως το απόλαυσα και ‘γω τότε, ξυπόλητο, στερημένο και πεινασμένο χωριατόπουλο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *