Η Γεροντανύπαντρη

Το ξεροβόρι κι η βροχή, τα χιόνια κι οι σκοτούρες

τσ’ αμοναξάς τη σπρώξασι, θύμησες στοιχειωμένες

κι όνειρα σεβνταλίδικα που ’σαν ’ποξεχαϊμένα

να τ’ ανασείρει από το νου, στσ’ αντιφεγγιές του λύχνου,

π’ άλλη αν ήτο, από καιρούς, δα τα ’χε αποσβησμένα.

Ονείρατα, απού ’ζενε στου σπήλιου τσι πεζούλους

σαν ήθετε στσι στρώσες τως κι επαρηγόρανέ ντη

ο πρώτος τση αγαπητικός στα ύπατά τζη απάνω

κι εξέχνα τσ’ αναστεναγμούς απού ’χενε σερμένους

οντέ τση κανταδόριζε στσ’ αυλής τση το σοκάκι

κι επλάντανέ ντη ο φόβος τση,

να μη ν το μάθει ο αφέντης τση και τη γ- κατασβολώσει.

Εκειά εσυχνοσμίγασι τσ’ άνοιξες εις στ’ αόρη

ξεπεταρούδια οντέ ’σανε, ο νιος κι η ψυχοκόρη

κι εσβήναν τσι φουνάρες τως, όι απ’ τσ’ αρολίθους

μα από τσι φλέγες του σεβντά που εδροσοποτίζαν

τση νιότης τως τσ’ αροδαμούς, και ανθομπουμπουκιάζαν

και τα πουλιά τσ’ αγάπες τως, κελαηδισμούς, τσ’ εκάναν .

Αναστοράται, απού ’λεγε, τ’ Αυγερινού να πηαίνει,

πια αλαργωπά, κι η χαραυγή τη φέξη τση

να τη γ-κοντοκρατήξει, μια στάξη παραπίσω,

οντέ ν επρωτοντάκερνε, το πώς, να τση μαθαίνει,

δ’ αρμέγει τσ’ ερωντοχαρές από τα δυο ντου αχείλια

κι η πούλια ανεμάλλιαστη, το σφιχταγκάλιασμά ντως,

εζήλευγέ ντο από ψηλά κι ύπνος δεν ήπαιρνέ ντη.

Ανύπαντρη απόμεινε για χάρη ντου και μόνο

κι εδά παντά ολομόναχη έγκαλα και στειρόγες

στσι τόπους που εσμίγασι, δίχως να χαραμίζει

τσ’ ώρες απού χαλάλιζε ετότες τσ’ απατού ντου.

Χολιαντισμένη πορπατεί, τυροκομεί, γι’ αρμέγει,

παραμιλεί στο ξύπνιο τζη, πολλά ο νους τση βάνει,

μπας κι ήβρε ξενομπάτισσα, κι εγλυκοσάλιασέ ντον

και ήφηκέ ντη απαίδιωτη, τσ’ αγάπης διακονιάρα

να καίγεται ωστέ να ζει, από τσ’ ανάμνησές του.

Κι απάνω στο ξεμύγιασμα το ξεροβήξιμό ντου

γροικά ντο, να τση κουρκουνά ξανά το φυλλοκάρδι

κι απ’ το φεγγίτη ολόχαρη το ’ρωτοκάλεσμά ντου,

πιάνει το, και μεσόκενα ό,τ’ είχενε βαρμένο

ομπρός τση, παραιτά το,

τ’ ανέπησμα του κουνενού, τ’ αθόγαλο για στάκα,

το χόντρο τζη ανάλεστο κι ασύρωτο το μούστο,

μήτε το τζάκι ελόγιασε π’ άρχιξε ν’ αργοσβήνει

και δ’ απομείνει ανήψητη στη παρασθιά τζη η αίγα.

Γλωσσάρι:

Τ’ ανέπησμα, γή ανέπιασμα = πολλαπλασιασμό του προζυμιού με αλεύρι

Κουνενός = προζύμι με ρεβίθια για τα εφτάζυμα.

Κουνενός, επίσης, λέγεται και το πήλινου δοχείο με ένα αυτί.

Αρόλιθος = κοίλωμα του χαρακιού [τση πέτρας]

Γλυκοσαλιάζει = τρέχουν τα σάλια από ερωτική διάθεση

Ντακέρνω = αρχινώ

Ξεμύγιασμα = αναστάτωση

Προσπαθιά = ο ακολουθητέος δρόμος

Χολιαντισμένη = στεναχωρημένη, πικραμένη.

Έγκαλα, τα πρόβατα και κατσίκιες που αρμέγονται.

Στειρόγα, η = η στείρα αίγα ή κατσίκα.

Πέζουλος, η = σημαίνει και πέτρινο κρεβάτι

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *