Η εξουσία

Τον Άρχοντα τριών δει μέμνησθαι:

Πρώτον ότι ανθρώπων άρχει.

Δεύτερον ότι κατά Νόμους άρχει.

Τρίτον ότι ουκ αεί άρχει,

Αγάθων Αθηναίος τραγικός ποιητής        

Ερμηνεία:

ο άρχοντας πρέπει να γνωρίζει τρία πράγματα.

Πρώτον ότι διοικεί ανθρώπους

Δεύτερον ότι διοικεί με τους νόμους της πολιτείας Γραπτούς και άγραφους.

Τρίτον ότι δε θα διοικεί για πάντα.

 

Γιάειντα τ’ ανθρώπου ο λογισμός

σε σέλα όντέ κάτσει, άσπρης φοράδας ξενικής,

οπίσω δεν ξανοίγει, μήτε ζερβά, μήτε δεξά,

ν’ ακούσει τα του λένε.

Nα ιδεί ψυχές αρίφνητες,* με χλένες μπαλωμένες,

πως τον περιγελούνε,

κι αμάθια να τονε θωρού, σαν τ’ αποσβολωμένα,

που κορδωμένος πορπατεί, στέκει, για κουβεντιάζει.

Να ιδεί αχείλια αγέλαστα που σιγομουρμορίζου,

το, «Θε μου πώς απόδωκε, κι ετούτος, Ύψιστέ μου»

εδά, που οι βολικοί καιροί του τα καλοποδιάσαν*

κι εγίνηκε, απ’ το ποθές, καθεκλοδιαφεντάρης,

λες και του το ’χε η μοίρα ντου, ταμένο, απ’ τη φασκιά* ντου.

Εδά που του καλόδιαξε*, και «μύγια στο σπαθί του»,

να κάτσει δε ’πιτρέπει τζη, μη λάχει και γαργιώσει

το νάμι* ντου, απού ’χε ντο ονειροφορτωμένο

κι αντίρρησες, στο λόγο ντου, δε ν ήφερνέ ντου λόγος,

μήτε και καταδέχουνταν, μπάρεμου, να γροικήσει,

την ορμηνειά, πως, πρόσκαιρο τση δόξας το καπότο*

είναι επαδά, και τσ’ άμυαλους περίγελους τσι κάνει,

σα το φορέσουνε στραβά χωρίς να ντουχιουντίσου*

πως ο γιαλός δε φταίει ντως, μονάχα το τουπέ ντως.

Θωρεί τα εδά που επέζεψε κι έγινε πορπατάρης

πως μάταια και ψεύτικα ήσαν τα μεγαλεία.

κι απολογιέται, σιωπηλά, σ’ όποιο νε τ’ απαντήξει

πως, πρέποντα δεν ήσανε τα ξετελέματά* ντου

απήτις ώρας* γκήνιασε το σκολιανό κολάρο

π’ εθάρριε πως δα το φορεί ωστέ να στέκει ο κόσμος.

Εδά ’ναι που ξανάρχουνται οι θύμησες φουργιόζες

και του θυμίζου τσ’ εποχές απού ’σμιγε με φίλους

κι η τσικουδιά εγίνουνταν φονιάς στσ’ αμοναξές τως,

και στσι σκουτούρες βάλσαμος το καλαμπούρισμά ντως,

δίχως να πολυσκιάζουνται πώς δ’ αποξημερώσει,

παρά μονάχα έτσά φιλιά ξεράδια νη μη βγάλει.

Όσο για το βρισκούμενο, σαφί, σα μάννα, το ’χαν,

Εδά ’ναι π’ όπου δα σταθεί γι’ όπου κονάκι κάμνει

φωνιάζει το αδυνατά, να το γροικήσου κι άλλοι,

το πόσο ύπουλη Θεά είναι η εξουσία.

Κίρκη π’ ανάθεμά τηνε, π’ όποιον στσ’ αγκάλες βάλει,

πνίγει ντον μες τα νάζια τζη , ώσπου να τονε κάμει

στσ’ ορέξες τση ολομπούζαστο*, άθρωπο – φαμεγιάκι

κι αποξέχνα το τ’ όνειρο, την ιδιαμένη ντ’ ώρα,

απού ’τονε αυτοσκοπός, να φτάξει ως την «Ιθάκη»,

κι ας μην υπήρχαν Τροίες μπλιο, μήτε και Οδυσσέοι.

 

 

Γλωσσάρι:

Απήτις ώρας = από τότες

Αρίφνητες = πάρα πολλές

Γκηνιάζω = φορώ κάτι για πρώτη φορά

Καλαποδιάσαν* = μεταφ. Του τα ’φεραν στα μέτρα του.

Καπότο = σκολιανό επανωφόρι.

Κορδωμένος* = μεταφ. το αυτοκαμάρωμα

Νάμι* = η φήμη

Ντουχιουντίζω*= σκέφτομαι

ξετελέμετα* = τα όσα ξετέλευε

Ολομπούζαστο= όλο + μπουζάζω = δεμένος χεροπόδαρα.

Το τουπέ, ή ο τουπές = η πομπώδης, ή η αλαζονική, στάση

την ιδιαμένη ώρα* = την ίδια στιγμή

Του βόλεψε = του ταίριαξε

Φασκιά* = άσπρη λωρίδα υφάσματος που τύλιγαν τα νεογέννητα

 

« Όταν μάθεις να διοικείσαι, τότε θα μάθεις και να διοικείς ».

Σόλων Αθηναίος νομοθέτης – φιλόσοφος       

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *