Η Καμπάνα του Πόντου

Η γαρίν και το θερίον

Ποντιακό Παραμύθι – Μετάφραση – Ανάλυση

Απόδοση στην Νεοελληνική από την κ. Λένα Σαββίδου:

Είνας Ματσουκάτες πολλά εσύρνεν με την γυναίκαν άτ’. Κακέċα και τζετρεφίλτσα γαρή έτον. Με την ταβήν εσκούσαν και με την ταβήν εκεΐσαν.
Έπουγαλέφτεν ερίφ’ς και επαίρνεν την απόφασιν να γλυτών’ άσ’ ατό το βάσανον. Έναν ημέραν άμον πάντα επαίρεν την κρεπήν και επήγεν ‘ς σ’ όρμάν σα ξύλα. Επεμάκρυνεν πολλά α ċο χωρίον. Σ’ ναν τρανόν πελίτ κεκά ειδεν έναν βαθύν κουΐν πολλά βαθύν. “Αγούτο, ενούντσεν, θα εν’ η σωτηρία μ’…

Έκοψεν κάμποσα τρανά κλαδία και εσκέπασεν το στόμαν τη κουί. Έσυρεν απάν κι άλλα μικρά φυλλωμένα κλαδόπα και τζίκουτα κι’ αέτς πα τηδέν κ εφαίνουτον. Άσ’ ατό κ’ υστερνά ετοίμασεν δύο σαλακά ξύλα. Τα έναν εθέκεν ‘ς ση κουί το γιάν και τ’ άλλο πλάν κεκά κ’ εκλώστεν κ’ έπήγεν ‘ς σο σπίτ ’ν άτ’.
Τ’ άλλο την ημέραν επαίρεν την γαρήν άτ’ να πάγνε ‘ς ορμάν να κατηβάζ’νε εντάμαν τα ξύλα ντο ετοίμασεν.


Άμον ντ’ εσούμωσαν ‘ς εκείνο το μέρος, ατός αμάν εφορτώθεν τ’ έναν το σαλάκ και είπεν την γαρήν άτ’ να φορτούται τ’ άλλο. Ατό έτον! Αμόν ντ’ έσούμωσεν η καρή ‘ς σο φόρτωμαν επάτεσεν απάν’ ‘ς σα κλαδία και ερούξεν ‘ς σο κουίν κι’ άπό πάν’ άτς το σαλάκ τά ξύλα.

Ο Ματσουκάτες ήσυχα ήσυχα εκλώστεν κ’ έπήγεν ‘ς σο σπίτ’ν άτ.


Όλεν την νύχταν ομμάτ’ ‘κ επόρεσεν να φέρ’ απάν. Ενούντσεν, επενούντσεν, εγροίξεν ντο εποίκεν τρανόν αμαρτίαν έτον. Σα ξημερώματα εσκώθεν κ’ επήγεν ‘ς σ’ ορμάν. Έφτασεν ‘ς σο κουίν κεκά. Έλυσεν το σκοινίν’ άτ’ και εκρέμασεν ατό απέσ’ ‘ς σο κουΐν και εκούιξεν “Σουμέλα, πιάσον την άκραν τη σκοινί, δέσον ατό ‘ς σα μέσα σ’… Εγώ θα σύρω και θα εβγάλωσεν απάν… χωρίς εσέναν ‘κ επορώ να ζώ!…” έλεγεν και ελάιζεν το σκοινίν. Όνταν εγροίξεν ντο από φκά επιάστεν το σκοινίν ερχίνεσεν να σύρ’. Έσυρεν, έσυρεν και αναχά παρά τερεί να εβγαίν’ ασό κουΐν με το σκοινίν έναν θερίον!…

Έπήγεν ν’ φίν’ το σκοινίν’ το θερίον εκούiξεν “Μη αφήν’τς με… κι θα τρώγω σε και δούλος εις σα γίνουμαι”.

Αμόν ντ’ ελευθερώθεν το θερίον είπεν ατόνΕυχαριστώ σε άνθρωπε!.. Εγλύτωσες με άσ’ έναν τζαναβάρ. Είνας γυναίκα άσ’ οψέ κιάν έβγαλεν την ψυ’ μ’ και να εγουρταρεύκουμ’ ασά χέρια τς ‘κ επόρνα. Ατώρα ίνταν θελ’τς εσύ θ’εφτάγω”.

Ντό Θέλω έν’ να μη πειράεις κανίναν ‘ς σον τόπο μ’. Νε ζα και νε ανθρώπ’ς”.

Αέτς πα το θερίον εξέβεν ‘ς σην ανεφορίαν. Και ερχίνεσεν να καταρημάζ’ τον τόπον. Έμαθαν οι ανηφορέτ’ πως ατό το θερίον μόνον τον Ματσουκάτεν ακούει. Επήγαν επαρεκάλεσαν ατόν να έρται δέχ’ ατό.

Εσκώθεν κι’ ο Ματσουκάτες εξέβεν ‘ς αράεμαν τη θερί. Το θερίον
άμον ντο είδεν ατόν από μακρά εγρίεψεν και σίτα έρται καρσί άτ’ κουίζ “φύγον, γιόκσαμ θα τρώγω σε… μόνον ‘ς σον τόπο σ’ ‘κι πειράζω σε”.

Ακ’ σον”, λέει κι’ ο Ματσουκάτες “εγώ για το καλό σ’ έρθα! Εκείνε η καρή εξέβεν ασό κούιν και αραεύ’ σε! Έρθα νά λέγω σ’ άτο νά φυλάγεσαι”.

Όϊ ν’ αοϊλοί εμέν”, εκούϊξεν το θερίον και αρχίνεσεν νά τρέχ’ ‘ς σο ραχίν κιάν’… ‘Α σόν φόβον άθε, π’ επάτνεν ‘κ έλεπεν… ‘ς έναν κρεμόν κεκά, ευρέθεν εύκαιρα, ερούξεν κ’ έσκοτώθεν.


Μετάφραση


Ένας χωρικός από την περιοχή της Ματσούκας του Πόντου, πολύ βασανιζόταν από τη γυναίκα του. Ήταν κακή και πολυλογού γυναίκα. Με το μάλωμα σηκώνονταν, με το μάλωμα κοιμόντουσαν. Έφτασε στο αμήν ο άνθρωπος και πήρε την απόφαση να γλυτώσει από αυτό το βάσανο. Μια ημέρα πήγε να κόψει ξύλα και ξεμάκρυνε πολύ από το χωριό όπου ανακάλυψε ένα πολύ βαθύ πηγάδι.

Αυτό το πηγάδι θα είναι η σωτηρία μου” σκέφτηκε. Έκοψε κάμποσα μεγάλα κλαδιά και σκέπασε το στόμιο του πηγαδιού. Έβαλε και από πάνω μικρά κλαδιά και έτσι τίποτε δεν φαινόταν. Μετά έφτιαξε και δυο δεμάτια που το ένα το απίθωσε πλάι στο πηγάδι, το άλλο πάνω του και γύρισε και πήγε στο σπίτι του. Την άλλην την ημέρα πήρε τη γυναίκα του και πήγαν να κατεβάσουν στο σπίτι τα ξύλα που είχε από την προηγούμενη μαζέψει. Όταν πλησίασαν σε εκείνο το μέρος αυτός φορτώθηκε το ένα δεμάτι με τα ξύλα και είπε στη γυναίκα του να φορτωθεί το άλλο. Αυτό ήταν! όταν η γυναίκα του πλησίασε στο δεμάτι, πάτησε στα ξερά κλαδιά και έπεσε στο πηγάδι και από πάνω της προσγειώθηκε και η στοίβα με τα ξύλα!

Ο Ματσουκάτης χωρικός ήσυχα, ήσυχα γύρισε και πήγε στο σπίτι του. Όλη τη νύχτα δεν μπόρεσε να κλείσει μάτι. Σκέφτηκε και ξανασκέφτηκε και κατάλαβε ότι αυτό που έκανε μεγάλη αμαρτία ήταν. Σαν ξημέρωσε πήγε στο πηγάδι, έλυσε το σκοινί και το έριξε μέσα και φώναξε “Σημέλα, πιάσε την άκρη από το σχοινί, δέσε το στη μέση σου. Εγώ θα τραβήξω και θα σε βγάλω επάνω… Χωρίς εσένα δεν μπορώ να ζω! έλεγε και κουνούσε το σχοινί.

Όταν κατάλαβε ότι από κάτω πιάστηκε το σχοινί, άρχισε να τραβάει. Τραβούσε και τραβούσε και ξαφνικά βλέπει να βγαίνει από το πηγάδι ένα θεριό! Πάει να αφήσει το σχοινί και το θεριό φωνάζει “μη με αφήνεις… δε θα σε φάω και δούλος σου θα γίνω”.

Όταν ελευθερώθηκε το θεριό του είπε “άνθρωπε σε ευχαριστώ. Με γλύτωσες! από χθές μια γυναίκα μου έβγαλε την ψυχή και να γλυτώσω από τα χέρια της δεν μπορούσα! Τώρα ό,τι ζητήσεις θα το κάνω”.

Ο χωρικός του είπε “αυτό που θέλω, είναι να μην πειράξεις κανένα στον τόπο μου, ούτε άνθρωπο, ούτε ζώο”.

Έτσι το θεριό έφυγε προς τα επάνω και άρχισε να καταρημάζει τον κόσμο που ζούσε πάνω από τον τόπο του χωρικού. Έμαθαν οι άνθρωποι εκείνου του τόπου πως το θεριό μονάχα αυτόν υπολόγιζε και πήγαν και τον παρακάλεσαν να τους γλυτώσει από το κακό.

Σηκώθηκε και ο χωρικός και βγήκε να αναζητήσει το θεριό. Το θηρίο όταν τον είδε από μακρυά αγρίεψε και του φώναξε “φύγε αλλιώς θα σε φάω…μόνο στον τόπο σου δε σε πειράζω”.

Άκουσε”, λέει ο Ματσουκάτης χωρικός, “εγώ για το καλό σου ήρθα. Εκείνη η γυναίκα βγήκε από το πηγάδι και σε ψάχνει. Ήρθα να στο πω να φυλάγεσαι…”
Ωχ τι έπαθα! Συμφορά μου”! φώναξε το θηρίο και άρχισε να τρέχει προς την πλαγιά.

Από τον φόβο του δεν έβλεπε που πήγαινε και κοντά στον γκρεμό παραπάτησε, έπεσε και σκοτώθηκε.

Ανάλυση

Σε αυτήν την ιστορία, έχουμε μια ιδιαιτερότητα.

Έχουμε τρία πρόσωπα: Τον πρωταγωνιστή και δύο ανταγωνιστές αντί ενός. Ο ένας αφενός είναι η σύζυγος του και ο άλλος το κτήνος. Οι δύο αυτοί ανταγωνιστές μας προσφέρουν δύο διαφορετικά στοιχεία.

Αγάπη

Όσον αφορά τη “γαρή” του. Έχουμε το ερώτημα: Για ποιο λόγω ένιωσε τύψεις που την έριξε στο πηγάδι; Ήταν κακιά γυναίκα με άσχημο χαρακτήρα. Προφανώς, για να κάνει μια τέτοια πράξη, τον είχε φέρει στο “αμήν”.

Ένιωθε λοιπόν τύψεις, επειδή πέρα όλων των αρνητικών της στοιχείων, αυτός την αγαπούσε Οι τύψεις που ένιωσε δε θα τον ενοχλούσαν αν η γυναίκα του ήταν για αυτόν αδιάφορη. Η αγάπη, μία από τις εννέα αξίες -που καλό είναι να διδαχθούμε στο φευγαλέο “ταξίδι” της ζωής μας- που μας χαρακτηρίζουν ως ανθρώπους, είναι κάτι που υπερνικάει τα πάντα, το χρόνο τον ίδιο, τις ασύλληπτες αποστάσεις του σύμπαντος, τη φύση την ίδια. Μπορούμε εύκολα να διαγράψουμε την εκδοχή ότι απλά ήθελε “μια” γυναίκα, γιατί πολύ απλά… θα έβρισκε κάποια άλλη. Αλλά επέστρεψε στον τόπο του εγκλήματος λόγω της αγάπης που ένιωθε για τη γυναίκα του.

Ένα δίδαγμα λοιπόν που αφήνει το παραμύθι, είναι ότι η αγάπη υπερτερεί των πάντων.

Προσοχή στα “ψιλα γράμματα”

Όσον αφορά το κτήνος… ο διάλογος του χωρικού με το θεριό μας διδάσκει κάτι πολύ απλό, που οι περισσότεροι -ίσως λόγω της απλότητας του- το αγνοούμε! Την προσοχή στη λεπτομέρεια, ειδικά όταν συναναστρεφόμαστε με πρόσωπα που έχουμε κάθε λόγο να θεωρούμε κακόβουλα.

Ο χωρικός ζήτησε από το κτήνος να μην πειράξει κανέναν στον τόπο του και έτσι, το θεριό πήγε στο διπλανό τόπο να προξενήσει καταστροφές. Όταν ο χωρικός πήγε να το βρει, το θεριό του υπενθύμισε πως η συμφωνία τους ήταν μόνο για τον τόπο του χωρικού, οπότε εκείνη τη στιγμή και ο ίδιος κινδύνευε. Δεν είχε “διαβάσει τα ψιλά γράμματα” του προφορικού συμβολαίου που έγινε μεταξύ τους. Και αυτό, στις μέρες μας, είναι σημαντικότατο.

Το δεύτερο δίδαγμα λοιπόν του παραμυθιού, είναι, όταν έχεις λόγω να μην εμπιστεύεσαι κάποιον και είσαι υπόχρεος να εμπλακείς, δώσε όλη σου την προσοχή στη λεπτομέρεια. Συμβουλέψου αν χρειαστεί κάποιον, μην το αφήσεις στην τύχη, γιατί ένα κακόβουλο άτομο, θα το εκμεταλλευτεί.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *