Η Καμπάνα του Πόντου

Η καμπάνα του Καρς στο Κιλκίς

Το παρακάτω κείμενο, στηρίζεται σε ιστορικές αναφορές των:

Δημήτρη Νικοπολιτίδη, συν/χο Φιλόλογο-Λυκειάρχη

Αριστείδη Σιδέρη, εκπδ/κό

 

Η επαρχία του Καρς, βρισκόταν στον Καύκασο μεταξύ Πόντου και Ρωσίας. Τα περισσότερα χωριά ήταν ελληνόφωνα, επειδή ιδρύθηκαν από Πόντιους που διέφυγαν εκεί, με πρόσκληση του Τσάρου, κατά τη περίοδο των διωγμών στον Πόντο, αλλά η ρωσική γλώσσα είχε και αυτή έντονη παρουσία, με αποτέλεσμα τα Ποντιακά της περιοχής, να έχουν λεξικές προσμίξεις από τη γειτονική χώρα.

Οι σχέσεις με τη Ρωσία ήταν καλές, αλλά με την έναρξη της Ρωσικής επανάστασης το 1917, οι Ρωσικές δυνάμεις της περιοχής την εγκατέλειψαν και το Καρς έμεινε έρμαιο στα χέρια των όποιων λαίμαργων αρπακτικών, που πρακτικά, ήταν η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Φοβούμενοι λοιπόν τη σίγουρη επεκτατική κίνηση των Οθωμανών, η οποία συνεπαγόταν με σφαγές και λεηλασίες, οι 70.000 περίπου Έλληνες κάτοικοι των περίπου 80 χωριών του Καρς, άφησαν άρον άρον τα σπιτικά τους και τη ζωή που είχαν χτίσει εκεί και ακολούθησαν δύο αντίθετες κατευθύνσεις. Κάποιοι μετοίκησαν στη Ρωσία -που ήταν δίπλα- και οι υπόλοιποι (όσοι δηλαδή κατάφεραν και γλίτωσαν από την Οθωμανική μανία) πήραν το δρόμο για την πατρίδα όλων, την Ελλάδα, που οι περισσότεροι -αν όχι όλοι- μόνο ακουστά είχαν.

Η μητρόπολη του Καρς όπου στεγάζονταν η καμπάνα

Συνήθως, σε τέτοιες μανιώδεις καταστάσεις, παίρνεις μαζί σου ό,τι βρεις εύκαιρο, αλλά οι πιστοί Ορθόδοξοι χριστιανοί του Πόντου, αποφάσισαν να πάρουν μαζί τους την καμπάνα που τους είχε δωρίσει ο Τσάρος της Ρωσίας, η οποία άγγιζε σε βάρος τους 4 τόνους και βρισκόταν στην εκκλησία της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, Μητρόπολη του Καρς, γνωστή και ως ναός Αλεξάνδρου Νιέφσκι, όπου λειτουργούσαν Έλληνες αλλά και Ρώσοι Ορθόδοξοι ιερείς.

Αυτό έγινε με πρωτοβουλία του Έλληνα πρόξενου Ιωάννη. Κωνστανταράκη (συμμαθητή και συνεργάτη του Ν. Καζαντζάκη), του Πρωτοπρεσβύτερου Γεωργίου Καριτίδη, του κ. Τσαφρακίδη, κ.α.

Η χρονολογία κατασκευής της καμπάνας δεν είναι γνωστή. Μπορούμε όμως να υποθέσουμε, με σχετική βεβαιότητα, ότι κατασκευάστηκε μεταξύ του 1878 (τη χρονιά δηλαδή που το Καρς περιήλθε στη ρωσική κυριαρχία) και των αρχών του 20ού αιώνα, δηλαδή λίγο πριν από την έξοδο των Ελλήνων από την περιοχή. Η περίτεχνη αυτή καμπάνα, που είχε χαραγμένες, περιμετρικά τρεις ανάγλυφες παραστάσεις: τη Μεταμόρφωση του Σωτήρα, τη Θεοτόκο με το Θείο Βρέφος και τον Άγιο Γεώργιο, μεταφέρθηκε αρχικά στο Βατούμ και εκεί φορτώθηκε σε πλοίο με προορισμό το λιμάνι της Θεσσαλονίκης, αλλά κατά τη διαδικασία τη φόρτωσης, το γλωσσίδι της, αποσυνδέθηκε μόνο του και έπεσε στα βαθιά νερά της Μαύρης Θάλασσας, όπου και χάθηκε για πάντα.

Με την άφιξή της στη συμπρωτεύουσα, πέρασε στην κατοχή των Ποντίων-Καυκασίων Καλαμαριάς. Εκεί παρέμεινε για ένα έτος και μετέπειτα πέρασε στην κατοχή των Ποντίων-Καυκασίων του Κιλκίς, όπου και μεταφέρθηκε με ειδικά κατασκευασμένο κάρο (λόγω βάρους) στο σιδηροδρομικό σταθμό Θεσσαλονίκης και από εκεί στην Κριστώνα του Κιλκίς με τελικό προορισμό τον αύλειο χώρο της Ιεράς Μητρόπολης. Ακολούθησε μαζική συγκέντρωση και προσκύνημα των κατοίκων της περιοχής, ιδιαίτερα από τις προσφυγικές οικογένειες του Καρς. Άφθονα δάκρυα και απερίγραπτη συγκίνηση, καθώς οι μνήμες μια πρόσφατης, αλλά προηγούμενης ζωής, ζωντάνευαν μπροστά τους, με την παρουσία του ιερού αυτού γιγάντιου κειμηλίου, που μετά κόπων και βασάνων, βρήκε το δρόμο του και ενώθηκε ξανά με τους ανθρώπους που -όχι και τόσο παλιά- το άκουγαν να ηχεί, κάθε Κυριακή, στη Μητρόπολη του Καρς.

Ο Δημήτρης Νικοπολιτίδης αναφέρει: Δεν θα ξεχάσω τη χαρά της θείας μου Ειρήνης, αδελφής του πατέρα μου, και τα συγκινητικά της λόγια «Όντες έγκαν το τρανόν το κωδών’ εμπροστά ċην εγκλεσίαν, επήγα εγκαλόċτα ‘το, εφίλεċά ‘το κι’ έκλαψαΣυγκινούμαι, και ποιος δεν συγκινείται, κάθε φορά που θυμάμαι τα νοσταλγικά λόγια της θείας μου, κι ας ήμουν μικρό παιδί τότε που τα άκουσα.

Ο Αθανάσιος Τσούντας εκφωνεί το λόγο του

Η καμπάνα παρέμεινε στην αυλή της Μητρόπολης μέχρι το 1933, όπου αποφασίστηκε να κρεμαστεί σε ένα νέο καμπαναριό στο λόφο του Αγ. Γεωργίου. Η μεταφορά της έγινε με πανηγυρικό χαρακτήρα με ομιλία του τότε διευθυντή του Γυμνασίου Κιλκίς, Αθανάσιου Τσούντα. Είχαν μαζευτεί περίπου 500 άτομα, για να παρακολουθήσουν τη μεταφορά του ογκώδες αυτού αντικειμένου, η οποία πραγματοποιήθηκε με δύο ζεύγη βουβαλιών και δύο ζεύγη βοδιών, να σέρνουν ανηφορικά το ιερό κειμήλιο και διήρκησε 4 ώρες, από τις 11πμ. ως τις 3μμ. Το νέο καμπαναριό που κατασκεύασε ο σιδηρουργός Χαράλαμπος Κουραλίδης, περίμενε να ηχήσει για πρώτη φορά. Ένας άλλος σιδηρουργός, ο Αλέξανδρος Τσαβδαρίδης, κατασκεύασε ένα νέο γλωσσίδι, για να μπορεί να χρησιμοποιηθεί η καμπάνα.

Σε εποχές χωρίς ηχορύπανση, χωρίς αυτοκίνητα, αεροπλάνα, τραίνα, τηλεοράσεις, στερεοφωνικά, χωρίς τίποτα να αλλοιώνει τον βαθύτατο κρυστάλλινο ήχο της, η καμπάνα αυτή ακουγόταν καθαρά για 20-25χλμ. Κάποιοι παλιοί λένε πως ακουγόταν μέχρι της παρυφές τις Θεσσαλονίκης.

Είμαι σίγουρος, πως κάθε φορά που ηχούσε, κάτι περισσότερο από ήχο, άγγιζε τις καρδιές των προσφύγων που γλίτωσαν το βέβαιο θάνατο στα χέρια των Οθωμανικών δυνάμενων και κατέληξαν σε μια πατρίδα που για αυτούς ήταν ξένη.

Η μεταφορά της καμπάνας με 2 ζεύγη βουβαλιών και 2 ζεύγη βοδιών

Κατά τη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου, η καμπάνα ξεκρεμάστηκε και μεταφέρθηκε για άλλη μια φορά στην αυλή της μητρόπολης, όπου παρέμεινε εκεί μέχρι το 1956. Την ίδια χρονιά, με εντολή του τότε μητροπολίτη Πολυανής- Αξιωτών-Παιονίας και Κιλκισίου Ιωακείμ Σμυρνιώτη, η τεράστια αυτή καμπάνα κομματιάστηκε και στάλθηκε σε χυτήριο της Θεσσαλονίκης, στο οποίο κατασκεύασαν από αυτήν, επτά μικρότερες καμπάνες, οι οποίες κοσμούν μέχρι και σήμερα το καμπαναριό της Μητρόπολης.

Ένα σχετικά άδοξο τέλος, για ένα ιερότατο -με όλη τη σημασία της λέξης- κειμήλιο.

Κάποιοι -εννοείται κακόγλωσσοι- λένε πως αυτό έγινε επειδή το κράμα μετάλλου της καμπάνας είχε μεγάλη περιεκτικότητα σε χρυσό (αν όντως ακουγόταν μέχρι τις παρυφές της Θεσσαλονίκης, τότε αυτό είναι σίγουρα αληθές) και η κατασκευή επτά μικρότερων ήταν απλά μια δικαιολογία (και άλογη κίνηση) για να διαχωριστεί ο χρυσός (ο οποίος εξαφανίστηκε). Ποιος ξέρει; Η απόφαση αυτή πάντως του Μητροπολίτη, έχει καταδικαστεί από όλους τους ιστορικούς καθώς και μη εξαιρετέος Πόντιους κατοίκους της περιοχής.

Για όσους εν ζωή ακόμα, θυμούνται -μικρά παιδιά τότε- την καμπάνα του Καρς, θα θυμούνται σίγουρα και τον διαυγές ήχο της, που διαπερνούσε όλο τους το σώμα και ζέσταινε την καρδιά τους.

Πλήθος γύρω από την καμπάνα λίγο πριν τη μεταφορά της

Θα ήθελα να ευχαριστήσω από τα βάθη της καρδιάς μου τον κ. Δημήτρη Νικοπολιτίδη, που είναι πάντα διαθέσιμος -και ευδιάθετος- για την παροχή και διευκρίνηση ιστορικών στοιχείων και λεπτομερειών, όποτε αυτό απαιτείται.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *