Η ΚΑΤΩΠΕΤΡΑ της φάμπρικας

Πιτσιρικάς κοντοπαντελονάς ήμουνα τότε που μαζί με την άλλη μαρίδα παρακολουθούσαμε από κοντά τη μεταφορά της κατώπετρας της φάμπρικας. Στην παιδική μας ψυχή φάνταζε έργο τιτάνων τούτη η πομπή. Πρωταγωνιστές καμιά τριανταριά άντρες, ζεμένοι με σχοινιά, κυλούσαν την τεράστια κυκλική πέτρα περνώντας την πάνω από λόφους, χωράφια και κακοτοπιές – ο αμαξωτός δρόμος δεν είχε ακόμη φτάσει στο χωριό – για να την μεταφέρουν στη φάμπρικα του παππού μου. Κάπως έτσι φανταζόμουν πως θα γινόταν και η μεταφορά των ογκόλιθων για το χτίσιμο των πυραμίδων από τους δούλους του Φαραώ.

Γενική επιστράτευση είχε κηρυχθεί στο χωριό. Σε τέτοιες περιπτώσεις η εθελοντική προσφορά ήταν δεδομένη. Η γιαγιά μου με τις κόρες της και τις γειτόνισσες είχαν ετοιμάσει τα απαραίτητα εφόδια τροφοδοσίας: μια με τη σκάφη λουκούμια, κάμποσα γουλίδια τυρί κομμένα φέτες και μπόλικο κρασί σε ένα τουλούμι.  

Ο Γιάννης Παπαδομανωλάκης ή Λαστριανός, αρχιμάστορας για όλες τις δουλειές, είχε το γενικό πρόσταγμα αυτού του εγχειρήματος. Ήδη την πέτρα, που κείτονταν σε ερημική τοποθεσία, την είχε «κόψει» ο ίδιος με τα τσιράκια του από ένα ογκόλιθο, την είχε επεξεργαστεί με τα μπικούνια, τις σμίλες, το κομπάσο και άλλα σύνεργά του και τώρα είχε φτάσει η στιγμή της μεταφοράς.

Με το πρώτο πρόσταγμα του Μαστρογιάννη η πέτρα στήθηκε όρθια. Την «αργαστήριασαν», δηλαδή πέρασαν ένα χονδρό ξύλο-άξονα από την τρύπα στο κέντρο της και ζεύτηκαν με σχοινιά οι χεροδύναμοι άνδρες. Κάμποσοι μπροστά τραβούσαν στα ανηφορικά σημεία, άλλοι πίσω φρέναραν στα κατηφορικά και κάποιοι δεξιά κι αριστερά του άξονα ρύθμιζαν την ισορροπία της πέτρας. Το όλο θέαμα έμοιαζε σκηνή από επικού περιεχομένου κινηματογραφικό έργο. Ο Μαστρογιάννης έδινε τα παραγγέλματα και η πέτρα κυλούσε με ελεγχόμενη πορεία στα χωράφια τσαλαπατώντας και ισοπεδώνοντας θάμνους, ερίγκους, αχινοπόδια, αχλαδούλους και ό,τι άλλο βρισκόταν στο πέρασμά της. Πανδαιμόνιο γινόταν όταν η πέτρα συναντούσε κανένα εμπόδιο και χρειαζόταν περίσσες δυνάμεις για να το ξεπεράσει. Ανάλογα με το εμπόδιο αυτό αφαιρούνταν δυνάμεις από τα όπισθεν και προσθέτονταν στα εμπρός και αντιστρόφως. Τριάντα τότε ουρανομήκεις φωνές συγκλονίζανε τις ρεματιές και ο ιδρώτας έτρεχε ποτάμι από το πρόσωπό τους. Τους πρωταγωνιστές ακολουθούσε και το υπηρετικό προσωπικό, γυναίκες δηλαδή, γαϊδάροι φορτωμένοι με τρόφιμα, σταμνιά με νερό και κρασόρακα, κάποιοι χασομέρηδες εραστές των κερασμάτων και εμείς τα κοπέλια, που προσθέταμε τα τσιρίγματά μας στις φωνές των μεγάλων, απολαμβάνοντας το μοναδικό θέαμα. Και η παιδική μας φαντασία και ευθυμία ξεδίπλωναν με ένταση και άνεση στο νου μας ανόητες και τολμηρές παράλληλα σκέψεις: «αν ήταν δυνατόν η πέτρα να ξέφευγε από τον έλεγχο των…σκλάβων και να έπαιρνε το δρόμο στην κατηφορική πλαγιά, σεϊρι που θα κάναμε, καθώς θα ανέπτυσσε όλο και μεγαλύτερη ταχύτητα, συνθλίβοντας στο διάβα της πανύψηλα δένδρα, ελιές, βελανιδιές και σπάζοντας μεγάλους βράχους στροβιλιζόμενη με γιγάντια άλματα στον αέρα, και στο τέλος θα θρυμματίζονταν στον πυθμένα του φαραγγιού με ένα τρομερό γδούπο». Κρίμα που οι… ευχές μας δεν πιάσανε τόπο και χάσαμε το μοναδικό και τρομερό τούτο θέαμα!!

Η πομπή κάπου-κάπου σταματούσε για ξεκούραση, φαγητό, νερό και τσιγάρο. Κι ύστερα πάλι όλοι επί το έργον. Θυμάμαι κάποιον που έσερνε κι αυτός ξυπόλυτος, δεμένος στο «άρμα», και κάποια στιγμή η πέτρα του έφαγε ένα χονδρό κομμάτι από τη φτέρνα και το αίμα έτρεχε ποτάμι βάφοντας κατακόκκινο το χώμα και τις πέτρες. Ούτε που τον ένοιασε καθόλου αλλά ούτε και κανένα από την παρέα που συνέχισαν αδιάφοροι την πορεία τους. Δεν ξέρω αν ο Ελύτης, όταν έγραφε το «θέλει νεκροί χιλιάδες να ’ναι στους τροχούς, θέλει κι οι ζωντανοί να δίνουν το αίμα τους», είχε υπόψη του κάτι…ανάλογο! Σήμερα, σίγουρα κάτι τέτοιο θα αποτελούσε πρώτο θέμα στις ειδήσεις των καναλιών!!

Μετά από ολοήμερη δραματική πορεία η πέτρα έφτασε στην είσοδο του χωριού, όπου είχε μαζευτεί σύσσωμος ο άμαχος πληθυσμός, για να θαυμάσει το φοβερό και επικίνδυνο τούτο επίτευγμα. Στο κατηφορικό δρομάκι απ’ όπου θα περνούσε, έπρεπε να ληφθούν ιδιαίτερα μέτρα ασφαλείας. Ο Μαστρογιάννης διέταξε να κλειστούν όλοι στα σπίτια. Μόνο από τα πανωπόρτια προβάλανε όσοι διακαώς επιθυμούσαν να παρακολουθήσουν τη συνέχεια. Με μύριες προφυλάξεις η πέτρα πατούσε στο γυαλιστερό καλντερίμι, ενώ οι άνδρες κρατούσαν φρένο με τεντωμένα σχοινιά, τα σώματα κεκλιμένα προς τα πίσω και τις φτέρνες καρφωμένες στο έδαφος, για να τιθασεύσουν τον οκτώ τόνων περίπου γρανίτη. Ο τρόμος όλων κορυφώθηκε, όταν για μια στιγμή ξεγλίστρησε, ξέφυγε από τον έλεγχο και χοροπηδώντας απειλούσε να…διαλύσει το χωριό. Η ισοπέδωση ενός σπιτιού θα ήταν παιχνιδάκι σ’ αυτή την περίπτωση. Ο καλός Θεός όμως την έστριψε ευτυχώς και η ορμή της κόπηκε στο ξεχαρβάλωμα μιας ξερολιθιάς.

Η πέτρα με μεγαλύτερη προσοχή τώρα και με το μαλακό οδηγήθηκε με ασφάλεια στην είσοδο της φάμπρικας, προκαλώντας δέος ανάλογο με εκείνο που αισθάνονταν οι Τρωαδίτες, όταν ο μεγαλοπρεπέστατος Δούρειος ίππος περνούσε την πύλη των τειχών της πόλης. Ύστερα με μοχλούς, ξύλα, σχοινιά και λοστούς ανέβηκε και κάθισε στην οριστική της θέση. Ο Μαστρογιάννης την οριζοντίωσε με το αλφάδι βοηθούμενος στις απαραίτητες μικροκινήσεις από δυο-τρεις έμπειρους βοηθούς και στο τέλος έκαμε το σταυρό του, όπως και όλοι οι παριστάμενοι, ψιθυρίζοντας ενδόμυχα «Δόξα σοι ο Θεός». Από τότε στην πλάτη της οι μικρότερες πέτρες και για κάμποσες δεκαετίες έκαναν χιλιάδες στροφές συνθλίβοντας τον ελαιόκαρπο, μέχρι που η τεχνολογία των επόμενων χρόνων ακινητοποίησε όλο τούτο το αλεστικό συγκρότημα μια για πάντα.

Το βράδυ στην αυλή του παππού μου είχε στρωθεί η τάβλα με τα φαγοπότια. Δεν ήτανε λίγο πράμα τούτος ο άθλος. Έπρεπε να γιορταστεί το γεγονός. Εξάλλου αυτό το φαγοπότι ήτανε και η μοναδική αμοιβή όλων όσοι συμμετείχαν σ’ αυτή τη δύσκολη και επικίνδυνη αποστολή.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *