Η Μάχη της Κρήτης στην Περιοχή του Ηρακλείου

Κάθε χρόνο, το Μάιο μήνα, η Κρήτη μας, γιορτάζει τη μάχη και τη δόξα της.

Στη μνήμη μας έρχεται περηφάνια και συγκίνηση για το έπος αυτό, για την εθελοντική θυσία των πατεράδων μας και των παππούδων μας, το Μάιο του 1941. Η Μάχη που έδωσε τότε η Κρήτη, με πανανθρώπινη απήχηση, ήταν εξολοκλήρου απόρροια του παλμού της λεβεντιάς και του ηρωισμού των παιδιών της και ακόμη μία επιβεβαίωση της ακατάλυτης Κρητικής-Ελληνικής-διάρκειας, της ηθικής ανταρσίας, της αγωνιστικής αρετής και της φιλοπατρίας όλων των Κρητικών, που από τον υπόλοιπο κόσμο χαρακτηρίστηκε ένδοξη μεν, αλλά παράδοξη δε, γιατί δεν μπόρεσαν να καταλάβουν ότι και στην περίπτωση αυτή νίκησε το πνεύμα την ύλη. Η Κρήτη έδωσε τότε ένα δίδαγμα στην ανθρωπότητα, τιμής και εθνικής αξιοπρέπειας.

Γυρίζοντας πίσω σήμερα, σε εκείνη την ταραγμένη περίοδο του 41, διαπιστώνουμε ότι η μοίρα επεφύλαξε, τότε, στην Κρήτη μας τον τιμητικό ρόλο της υπεράσπισης της ελευθερίας όλων των λαών. Η Ευρώπη είχε καθηλωθεί κυριολεκτικά κάτω από την μπότα του Γερμανού, ο οποίος, είτε ως κατακτητής, είτε ως «σύμμαχος», ήταν κυρίαρχός της. Η κυρίως Ελλάδα είχε υποκύψει κι αυτή, μετά το Αλβανικό έπος των παιδιών της και την αξιοθαύμαστη άμυνα των υπερασπιστών του «Ρούπελ» και των υπόλοιπων οχυρών της στη Μακεδονία και στη Θράκη. Μόνο η Αγγλία, που ανέπνεε ελεύθερη, αλλά αιμορραγούσα και σφυροκοπημένη από τη Γερμανική αεροπορία, έκανε ένα σκληρό αγώνα να κρατηθεί όρθια. Η Αμερική δεν είχε μπει ακόμη στον πόλεμο και η Ρωσία από το 1939, είχε υπογράψει σύμφωνο φιλίας και μη επιθέσεως με τη Γερμανία. Μέσα λοιπόν σ΄ αυτή τη μαυρίλα, η Κρήτη μας δέχθηκε να δώσει μία μάχη άνιση, αφού ο εχθρός ήταν πάνοπλος, με όλα τα τότε σύγχρονα μέσα του πολέμου, ενώ εκείνη ήταν άοπλη, χωρίς οργάνωση, χωρίς εφόδια, χωρίς καμία αεροπορική προστασία, γενικά χωρίς κανένα αμυντικό μέσο, αφού τα θρυλικά νιάτα της 5ης Μεραρχίας είχαν παγιδευθεί στα ακρογιάλια του Μωριά, μη μπορώντας να επαναπατρισθούν στο νησί τους, για να το υπερασπίσουν, με όσες δυνάμεις τους είχαν απομείνει από τον τιτάνιο αγώνα που είχαν δώσει νικηφόρα, στα βουνά της Βόρειας Ηπείρου.

Με την κατάληψη των Αθηνών και την ύψωση του αγκυλωτού σταυρού στην Ακρόπολη, η Ελληνική Κυβέρνηση, με πρωθυπουργό τον Κρητικό, Μανώλη Τσουδερό και τον βασιλιά Γεώργιο Β΄, έρχεται στην Κρήτη, με την ελπίδα το νησί να κρατηθεί ελεύθερο, ως το τελευταίο οχυρό του Ελλαδικού χώρου.

Αντώνιος Μπετεινάκης

Για ενίσχυση των ολίγων στρατιωτών του νησιού επιστρατεύονται και οι απότακτοι. Έτσι κλήθηκε στην ενεργό υπηρεσία κι ο Αρχανιώτης αξιωματικός Αντώνιος Μπετεινάκης, προαγόμενος σε Αντ/ρχη και τίθεται άμεσα επικεφαλής του 3ου Συντάγματος Ηρακλείου με έδρα το προάστιο του Μασταμπά. Προσλαμβάνει, ως επιτελάρχη του, τον επίσης Αρχανιώτη ταγματάρχη Ανδρέα Μαρκομανωλάκη και ως βοηθό του τον Χιώτη ανθ/γό Νικόλ. Φράγκο,για τον οποίο θα αναφερθούμε και πάλι,παρακάτω.

Στο λόχο των πολυβόλων τίθεται ο Αρχανιώτης ΄Εφ. Ανθ/γός Ευάγ. Μιχ. Ψαλτάκης, που τραυματίστηκε αμέσως, μετά την πρώτη ημέρα των επιχειρήσεων. Επίσης στην διαφαινόμενη μάχη πήραν ακόμη μέρος και άλλοι Αρχανιώτες, όπως ο ΄Εφ. Ανθ/γός Δημήτριος Γιατίλης, δάσκαλος, οι λοχίες Σταύρος Καλπαδάκης και Γεώργιος Εμμ.Κουτουλάκης, που τραυματίστηκε αργότερα στη διάρκεια της μάχης, ο Στυλ. Καλπαδάκης που σκοτώθηκε στις 21 Μαΐου, ο δεκανέας Εμμ. Ζουριδάκης κι οι στρατιώτες: Γεώργιος Τζωρτζακάκης, Αντώνιος Μπετεινάκης του Εμμαν., ο Χαράλ. Γενειατάκης, Αλέξ.Μαρκομανωλάκης, Κων. Κουτουλάκης, Στυλ. Ζερβός, Κωνστ. Ουσταμανωλάκης, Μιχ. Κασσωτάκης, Βασίλειος Μπλαζάκης, Δημήτριος Καλοχριστιανάκης, Ευάγγελος Αγογλωσσάκης, Αδαμάκης Δημήτριος, Γρυλλάκης Κώστας, Κουφοζήσης Βασίλειος, Βασίλ.Μαυράκης, Αντ.Τουλουπάκης, Γ.Παχάκης, αλλά και πολλοί απλοί πολίτες Αρχανιώτες, όπως θα δούμε στη συνέχεια.

Το σύνταγμα Μπετεινάκη πολέμησε ηρωικά σ΄ όλες τις φάσεις της μάχης. Μέσα στην πόλη του Ηρακλείου, στα προάστια και στα γύρω υψώματα, Καρτερού, Άι-Λιά, Αμπελόκηποι, Ατσαλένιο, Μασταμπάς, Γιόφυρο κλπ. Έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο στην περιοχή του Ηρακλείου με τις ανυπολόγιστες ζημιές που προκάλεσε στους εισβολείς. Ο ίδιος ο Μπετεινάκης τους είχε όλους προετοιμάσει, όσο βέβαια του επέτρεπαν οι συνθήκες κι ο χρόνος προπαρασκευής, που είχε στη διάθεσή του, μεθοδικά και οργανωτικά άψογα. Κυρίως τους είχε ασκήσει στον τρόπο με τον οποίο έπρεπε να αντιμετωπίζουν τους αλεξιπτωτιστές, σώμα που ήταν πρωτόγνωρο γι’ αυτούς. Παράλληλα είχε δημιουργήσει προφυλακές απέναντι από τις πιθανές θέσεις ρίψεις αλεξιπτωτιστών, όπως ήταν η διαδρομή Ηρακλείου-Αρχανών κι η περιοχή της Φοινικιάς. Με δική του πρωτοβουλία το πετρόκτιστο διδακτήριο Αρχανών και η οικία Πρωτογεράκη Παναγιώτη, είχαν μετατραπεί σε πρόχειρα νοσοκομεία, όπου μεταφέρονταν οι τραυματίες της μάχης. Εκεί οι έφεδροι ιατροί και υγειονομικοί του στρατού τους νοσήλευαν.

Ο τότε στρατιωτικός διοικητής Ανατολικής Κρήτης, στρατηγός Μιχαήλ Λιναρδάκης, που υπέγραψε αργότερα την ανακωχή με τους Γερμανούς στις 30 Μαΐου 1941, επιβεβαίωνε ενυπόγραφα το 1946, τα εξής σχετικά με την υγειονομική κατάσταση που επικρατούσε τότε στις Αρχάνες,γράφοντας: « Την 27 Μαΐου 1941 ( 7η ημέρα της Μάχης) οι Γερμανοί αλεξιπτωτιστές, αφού κατέλαβαν τα υψώματα κι από τις δύο πλευρές της αρτηρίας Ηρακλείου – Αρχανών, απέκοψαν την επικοινωνία μεταξύ Ηρακλείου και Αρχανών. Ο ανεφοδιασμός συνεπώς των μονάδων εις πάσης φύσεως υλικό και τρόφιμα διακόπηκε κι η περίθαλψη των, εκ του στρατιωτικού νοσοκομείου Ηρακλείου εις Αρχάνες διακομισθέντων ασθενών και τραυματιών, είχε καταστεί αδύνατος, λόγω έλλειψης φαρμάκων και υγειονομικού εν γένει υλικού. Στη δύσκολη εκείνη περίπτωση ερωτηθέντες οι παρόντες αξιωματικοί ποιος θα ήταν διατεθειμένος να μεταβεί στο Ηράκλειο, με αυτοκίνητο, να παραλάβει υγειονομικό υλικό προσφέρθηκε μόνο ο έφ. ανθ/τρος Χρήστος Θωμόπουλος.

Πραγματικά αναχώρησε με αυτοκίνητο που έφερε το σήμα του Ερυθρού Σταυρού, διέσχισε τις εχθρικές γραμμές και βαλλόμενος κι από τα δύο μέρη του δρόμου από τα υψώματα που είχαν καταλάβει οι Γερμανοί, επέτυχε να μεταβεί στο Ηράκλειο και να προσκομίσει στις Αρχάνες υγειονομικό υλικό. Με την ηρωική του αυτή πράξη επέδειξε αυτοθυσία, αξία παντός επαίνου και ιδιαίτερης έξαρσης και ηθικής αμοιβής, γιατί έτσι έσωσε τη ζωή όλων των τραυματιών, διαφορετικά αυτοί όλοι θα πάθαιναν σηψαιμία,αφού για τρεις μέρες παρέμεναν χωρίς καμία αλλαγή των τραυμάτων τους. Προτείνεται για απονομή ηθικής αμοιβής». Αθήνα 4/6/1946,Μιχαήλ Λιναρδάκης, υποστράτηγος-Διοικητής Ανατολικών Νομών Κρήτης στις επιχειρήσεις του Μαΐου 1941 και νυν διοικητής της Μεραρχίας. (Ο Θωμόπουλος επέζησε και αξιώθηκε μάλιστα να πάρει και την ειδικότητα του παιδιάτρου σταδιοδρομώντας στην Αθήνα. Αλληλογραφήσαμε στη δεκαετία του 1970 και δεν έπαυε να διατηρεί τις ωραιότερες αναμνήσεις από το πέρασμά του στις Αρχάνες).

Στο σύνταγμα Μπετεινάκη εντάχθηκε και το τάγμα των νεοσυλέκτων, το οποίο στις πρώτες τρεις μέρες της μάχης δέχθηκε όλο το βάρος των επιχειρήσεων. Την τέταρτη μέρα εντάσσεται και το τάγμα των εμπέδων του Ηρακλείου, που πήρε την εντολή να υπερασπίσει το αριστερό μέρος της πόλης μέχρι το λιμάνι, με κέντρο την περιοχή, μεταξύ Φοινικιάς-Ατσαλένιου, την λεγόμενη Τζιρίτη – Μειντάνι. Τα τάγματα αυτά διέθεταν δύο πολυβολαρχίες από 5 πολυβόλα κάθε μία, παλαιά, Σέντ-Ετιέν, χωρίς ορυκτέλαια, λίπος και βορβολίνες και τρεις λόχους πεζικού δύναμης 200 ανδρών.

Όλοι οι άνδρες του συντάγματος ήταν οπλισμένοι με όπλα Στάγερ και 10 φυσίγγια καθένας. Το ίδιο κι οι πολυβολητές, χωρίς κανένα άλλο όπλο. Δηλ.έλειπαν παντελώς όλμοι, οπλοπολυβόλα, βομβοβόλα και χειροβομβίδες. Αργότερα στο σύνταγμα αυτό είχαμε και την ένταξη του τάγματος των Εφέδρων.

Έτσι είχαν τα πράγματα όταν στις 4 το απόγευμα, της 20ης Μαΐου 1941, σμήνη Γερμανικών βομβαρδιστικών, αλλεπάλληλα κατά κύματα, παρουσιάστηκαν πάνω από την πόλη του Ηρακλείου και άρχισαν τρομακτικό βομβαρδισμό πρωτοφανούς σφοδρότητας, τόσο εναντίον της πόλης, όσον και εναντίον των περιχώρων, σπείροντα παντού το θάνατο και την καταστροφή. (Στο Μάλεμε είχανε πέσει από την προηγούμενη μέρα).

Ο βομβαρδισμός κράτησε δύο ώρες και στη διάρκειά του είχε σταματήσει κάθε κίνηση, οι δε πολίτες είχαν καταφύγει στα καταφύγια.

Μετά τον βομβαρδισμό διαπιστώθηκε ότι τα θύματα, τόσο των αμάχων, όσο και των στρατιωτών, ήταν ελάχιστα, γιατί προστατεύτηκαν από τα ορύγματα, που έγκαιρα είχαν ανοιχθεί κάτω από τα δένδρα της δασώδους τότε περιοχής του Μασταμπά, αλλά και των καταφυγίων που βρισκόταν κάτω από τα γιγαντιαία Ενετικά τείχη της πόλης, δηλ. τις υπόγειες στοές τους. Επακολούθησε ολιγόλεπτη σιγή κι αμέσως μετά, άρχισε η πτώση των αλεξιπτωτιστών.

Άπειρα σμήνη οπλιταγωγών αεροπλάνων που ερχότανε από το Βορρά, στεκότανε σε μικρό ύψος από τη ξηρά με σβησμένη τη μηχανή και μετά ανυψώνονταν πάνω από τους στρατιώτες μας, 150-200 μέτρα, κι άρχιζαν να ρίχνουν βροχή αλεξιπτωτιστές. Όλος ο ορίζοντας από Δυτικά και ΝΔ. της πόλης, σε έκταση περίπου 6 τετρ. χιλ. καλύφθηκε απ αυτούς. Ο Μπετεινάκης είχε το κουράγιο να παρατηρήσει τη θεαματικότητα του όλου σκηνικού, λόγω της πρωτοτυπίας του, αλλά και λόγω της ποικιλίας των χρωμάτων των αλεξίπτωτων και να μας το περιγράψει αργότερα στην έκθεσή του.

Η θεαματικότητα όμως αυτή δεν κράτησε για πολύ, γιατί διακόπηκε γρήγορα από την τραγικότητα που επακολούθησε. Ήταν ευτύχημα που πολλά αλεξίπτωτα δεν λειτούργησαν, οπότε αυτοί έπεφταν στο έδαφος σαν βολίδες, βρίσκοντας τραγικό θάνατο, ενώ μια άλλη μερίδα, που βαλλόταν συνεχώς από τα πυρά των μαχητών μας, εύρισκαν επίσης τραγικό θάνατο, πριν προλάβουν να πατήσουν στη γη.

Οι αλεξιπτωτιστές ήσαν οπλισμένοι με οπλοπολυβόλα μικρού βεληνεκούς των 500 μ., ελαφρά και ευκολομεταχείριστα, με μικρά φυσίγγια. Επίσης έφεραν μαζί τους πιστόλια, τυφέκια Μάουζερ με λόγχη, χειροβομβίδες, όλμους μικρούς και μεγάλους, καθώς κι αντιαρματικά πυροβόλα. Ακόμη είχαν μαζί τους ασύρματο τηλέγραφο και πάρα πολλά μέσα συνδέσμου, άφθονα πυρομαχικά, που συνεχώς τους τα έριχναν τα αεροπλάνα με αλεξίπτωτα, ανενόχλητα πλέον.

Μπροστά σ΄ αυτόν τον εξοπλισμό οι στρατιώτες μας είχαν μόνο το τυφέκι, παρά ταύτα δεν πτοήθηκαν να υποχωρήσουν. Η Κρήτη είναι συνηθισμένη να μάχεται κατά των διαφόρων κατακτητών της, ανά τους αιώνες, με λίγα και φτωχά μέσα, αλλά με θάρρος ανυπέρβλητο και με ανδρεία αδάμαστη.

Ένας γέρος-Κρητικός από χωριό, κοντά στο Μάλεμε διηγείται τα εξής:

-Ευθύς ως είδαμε τ’ αεροπλάνα φωνάξαμε: Απάνω τους,μωρέ παιδιά. Πήραμε τ’ άρματα και χυθήκαμε…

-Ποια άρματα τον ρώτησαν. Είχατε άρματα;

-Πώς δεν είχαμε; Άλλοι είχαν παλιές καραμπίνες, άλλοι μαχαίρες κι όλοι μας είχαμε ραβδιά. Την ώρα που έπεφτε ένας «ουρανίτης» ήταν ακόμη ζαλισμένος, οπότε εμείς χυμούσαμε απάνω του, τον σκοτώναμε με τα ραβδιά και τις μαχαίρες, τον ξερματώναμε και σιγά-σιγά γέμιζε και η δική μας φούχτα πολυβόλα και περίστροφα.

Έτσι, με την πρώτη ρίψη αλεξιπτωτιστών διατάχτηκε η έναρξη του πυρός και πολλοί απ’ αυτούς έπεφταν νεκροί ή τραυματίες, πριν καλά-καλά πατήσουν στο έδαφος. Αλλά κι αυτοί που πρόλαβαν να πατήσουν εξουδετερώθηκαν όπως μας αφηγήθηκε ο γέρο-Κρητικός. (ο αλεξιπτωτιστής πατώντας στο έδαφος χρειάζεται ½ ώρας για να συνέλθει).

Λόγω της μεγάλης ορμητικότητας με την οποία οι υπερασπιστές της Κρήτης είχαν επιτεθεί στα αρπακτικά αυτά όρνεα, που σκίαζαν τον ουρανό ως δαίμονες της κολάσεως και που δε σεβάστηκαν τη χαρά της άνοιξης και της ζωής, διαλύθηκαν και διασκορπίστηκαν τελείως, τουλάχιστο τα πρώτα τους τμήματα και μόνο όσοι κατάφεραν να πέσουν μακριά από τις θέσεις μας, μπόρεσαν να οργανωθούν και να ανασυγκροτηθούν. Αλλά κι αυτοί,μπροστά στην μαχητικότητα των Κρητικών, είχαν χάσει το ηθικό τους και για πολύ έμεναν καθηλωμένοι στο έδαφος, μέχρι να συντονιστούν και να μπορέσουν να αντιδράσουν. Αιφνιδιάστηκαν και δεν πρόλαβαν να κάμουν τις δέουσες αναγνωρίσεις, παρά το ότι είχαν μαζί τους τοπογραφικούς χάρτες, που είχαν αρπάξει από τη Γεωγραφική Υπηρεσία της χώρας μας. Διότι αν είχαν κάμει τις αναγνωρίσεις των θέσεων που θα έπεφταν, θα έβλεπαν πως οι περιοχές αυτές είχαν καταληφθεί από το στρατό μας, οπότε ήταν επόμενο τι είδους υποδοχή τους περίμενε. Έτσι η μη έγκαιρη αναγνώριση είχε και την καλή της πλευρά για μας, γιατί πέφτοντας πάνω μας, όχι μόνο αιφνιδιάστηκαν, αλλά έπαθαν κυριολεκτική πανωλεθρία. Οι περισσότεροι απ αυτούς εξεμηδενίσθησαν από τις πρώτες κιόλας ώρες. (Το νεκροταφείο τους στο Μάλεμε είναι ο αψευδής μάρτυρας προς τούτο).

Αν δεν ερχότανε στο μεταξύ το σκοτάδι της νύκτας, κανένας δεν θα επιζούσε την επομένη. Έτσι ολόκληρο το απόγευμα της πρώτης ημέρας πέρασε ανάμεσα από γιγαντιαία και σκληρή πάλη. Οι στρατιώτες μας,αφού κατανάλωσαν τα λίγα πυρομαχικά που είχαν μαζί τους, εξόρμησαν κατά των κατακτητών με τις λόγχες και τα υποκόπανα. Πολλοί, για να σωθούν τό ‘βαλαν στα πόδια πετώντας τα όπλα τους, με τα οποία εξοπλίζοντο οι δικοί μας, πέραν απ’ αυτά που τους αφαιρούσαν όταν τους σκότωναν. Άλλοι πάλι, προσποιούντο τους πεθαμένους κι άλλοι παραδίδονταν με υψωμένα τα χέρια. Τότε οι γενναίοι οπλίτες μας δεν τους χαρίζονται, τους φέρονται σκληρά, αμίληκτα, τιμωρώντας τους έτσι για τη θρασύτητα που είχαν να έρθουν να καταλάβουν το νησί μας με τέτοιο τρόπο. Ολόκληρη η περιοχή αυτής της γιγαντομαχίας γεμίζει από κορμιά σκοτωμένων Γερμανών, διότι με το να οπλισθούν οι Κρητικοί με τον γερμανικό οπλισμό, αντιστράφηκαν οι όροι και η πρωτοβουλία πλέον των επιχειρήσεων πέρασε σ΄αυτούς. Πολλοί Γερμανοί κατέφυγαν σε οικήματα της περιοχής και αντέταξαν πεισματώδη αντίσταση, αλλά τελικά παραδόθηκαν.

Στις 7 το πρωί,της επομένης, ο Μπετεινάκης, επικεφαλής οπλισμένης δύναμης περνά τα τείχη και εισέρχεται στην πόλη, οπότε αρχίζει μία νέα μάχη ανώτερης κάθε περιγραφής. Οι επίλεκτοι εκείνοι άνδρες του,εξόρμησαν ως λιοντάρια κατά των Γερμανών, σπείροντας τους το θάνατο και τον τρόμο. Για δύο ώρες κατεδίωκαν τους διασκορπισμένους αλεξιπτωτιστές από φράχτη σε φράχτη κι από σπίτι σε σπίτι. Μέχρι τα μαύρα εκείνα μεσάνυχτα. Άπειρα λάφυρα σε όπλα, φυσίγγια, πολυβόλα, οπλοπολυβόλα, χειροβομβίδες και πυροβόλα αντιαρματικά, έπεσαν στα χέρα των Κρητικών και με τον τρόπο ανεφοδιάστηκαν επαρκέστατα. Ήταν αξιοθαύμαστο ότι οι στρατιώτες μας, μέσα σε λίγη ώρα, είχαν μάθει τη χρήση όλων αυτών των όπλων και μπόρεσαν μετά, με αυτά, την επομένη, να συνεχίσουν την καταδίωξη του εχθρού.

Την επόμενη ο εχθρός ανασυντάχτηκε και ενισχύθηκε με νέους αλεξιπτωτιστές και με πυροβολικό, οπότε επετέθηκε από τη Δυτική πλευρά της πόλης με σκοπό την κατάληψή της. Στην πλευρά αυτή βρισκόταν το τάγμα των εμπέδων με διοικητή τον λοχαγό Κασιμάτη Κ. στον οποίο έπεσε καθολοκληρία η απόκρουση εκείνης της επίθεσης. Επακολούθησε άγρια πάλη για την κατάληψη των δύο μοναδικών εισόδων της πόλης, από εκείνη την πλευρά.

Οι Γερμανοί βλέποντες ότι ήταν δύσκολο το πλησίασμα σ’ αυτές τις εισόδους εφάρμοσαν το εξής τέχνασμα: Χρησιμοποίησαν γυναικόπαιδα ως προπέτασμα κατά την έφοδό τους κι έτσι οι άνδρες μας έπαψαν τα πυρά, για μη σκοτώσουν τα αθώα αυτά γυναικόπαιδα. Μετά απ’ αυτήν τους την επιτυχία συγκέντρωσαν μεγάλη ισχύ πυρός μπροστά στις εισόδους και με τη βοήθεια των αεροπλάνων Στούκας, εισώρμησαν μέσα στην πόλη γύρω στους τετρακόσους.

Ο Μπετεινάκης βρισκόταν τότε στην περιοχή Μασταμπά και μόλις πληροφορήθηκε τα συμβάντα παίρνει τη δύναμη του λόχου, με τον ανδρείο εφ. ανθ/γό τον Αρχανιώτη Ευ.Ψαλτάκη και σε ριπή οφθαλμού, μέσω της «Καινούργιας Πόρτας», διανύουν τα 500 μέτρα της απόστασης, που τους χώριζε από το πεδίο αυτής της μάχης και σταματούν κάτω από τα τείχη με σκοπό να ανακοπεί η προέλαση του εχθρού στο εσωτερικό της πόλης. Ο ελιγμός αυτός πέτυχε κι όσοι Γερμανοί είχανε μπει μέσα καθηλώθηκαν σε οικήματα, τους οποίους, όμως μετά πολιόρκησαν οι στρατιώτες μας κι άλλους σκότωσαν, άλλους δε αιχμαλώτισαν. Ο αγώνας ήταν πεισματώδης, σώμα με σώμα,και καθαγιάστηκε με το θάνατο, επί τόπου, του ταγ/ρχη Μιχάλη Τζουλάκη, του υπολοχαγού Γ. Μαρινέλη και του λοχαγού Μανωλαράκη. Επίσης την ίδια ώρα έξω από τα τείχη διεξαγόταν παρόμοια τραμακτική μάχη. Αλλά οι άνδρες μας επεχείρησαν γενική αντεπίθεση και πετυχαίνουν την αποκοπή της ένωσης των δύο αυτών πλευρών του εχθρού. Έτσι ο εχθρός καθηλώθηκε κι η περιοχή μέχρι το Γιόφυρο ξεκαθαρίστηκε πλήρως. Οι εκκαθαρίσεις συνεχίστηκαν και την επομένη 22 Μαΐου σε ακτίνα 5 χιλ. από το Ηράκλειο.

Μία ομάδα επιλέκτων ανδρών από 100 τον αριθμό, εντόπισε σε μία έπαυλη 50 Γερμανούς, τους οποίους πολιόρκησε και στη συνέχεια, μετά από σκληρή και πείσμονα αντίσταση, τους εξηνάγκασε να παραδοθούν οι 15, γιατί,από τους υπόλοιπους, οι 5 είχανε σκοτωθεί κι οι άλλοι είχανε τραυματιστεί.

Ο Μπετεινάκης έδωσε συγχαρητήρια στους τραυματισμένους Γερμανούς για την ηρωική τους άμυνα και τους έστειλε στο νοσοκομείο για νοσηλεία. Αλλά το μεσημέρι της ίδιας μέρας ο πρώτος του ανιψιός και συνονώματός του, Αντώνης Μπετεινάκης του Εμμ., πίπτει νεκρός δίπλα του, ηρωικά μαχόμενος,Ήταν κληρωτός του 1940.

Ο Αρχανιώτης αυτός ήρωας, αφού για τρεις μέρες έγραψε άφθαστες σελίδες ηρωικών κατορθωμάτων κι αφού σκότωσε με τη λόγχη του, από πολύ κοντά, πολλούς αλεξιπτωτιστές και συνέλαβε αιχμαλώτους περί τους δέκα, έπεσε ένδοξα την ώρα που επιχειρούσε να μπει, από το παραθύρι, σε σπίτι,που το είχαν ήδη καταλάβει οι Γερμανοί,για να τους εξουδετερώσει. Αμέσως μετά πίπτει νεκρός κι άλλος οπλίτης Αρχανιώτης, ο οποίος προηγουμένως είχε τραυματίσει θανάσιμα Γερμανό λοχαγό τον οποίο μετά αιχμαλώτισε αφαιρώντας του το πολυβόλο που χειριζότανε. Ο Γερμανός αυτός, αν και αιμόφυρτος, τον κοίταξε και θαυμάζοντας την ανδρεία και την αυτοθυσία του, τον συνεχάρηκε θερμά, λέγοντάς του με σπασμένα ελληνικά: «Πραγματικά είσαστε γενναίοι εσείς οι Κρητικοί». Συγχρόνως έβγαλε γλυκά και τρόφιμα από το σακκίδιό του, έτοιμος να του τα προσφέρει, αλλά δεν πρόλαβε, γιατί λόγω της ακατάσχετης αιμορραγίας εξέπνευσε στο μεταξύ, έχοντας τη φωτογραφία των παιδιών του καρφωμένη στα χείλη του. Αυτά δυστυχώς έχει ο πόλεμος…

Μετά την εκκαθάριση όλης της περιοχής, από Μασταμπά – Θέρισο – Ατσαλένιο – Άγ.Ιωάννης – Φορτέτσα – Ντεκές (Νέα Αλάτσατα σήμερα), κατέπαυσε η μάχη κι οι άνδρες ανασυγκροτηθέντες γύρισαν στις θέσεις τους, στον Μασταμπά. Τότε ήταν που ο Μπετεινάκης βρήκε την ευκαιρία και με αυτοκίνητο έρχεται στις Αρχάνες, κηδεύει τον ήρωα ανιψιό του και παρηγορεί τον γέροντα αδελφό του κι επιστρέφει πάραυτα στην πόλη. Κατά την επιστροφή του αυτή πήρε μαζί του, σε φορτηγό, 50 εφέδρους Αρχανιώτες αδειούχους, οπλισμένους και τους διέθεσε στον υπολοχαγό πυροβολικού Φρίξωνα Δασκαλάκη (πατέρα της Γιάννας Αγγελοπούλου), οι οποίοι μετά, πολεμώντας γενναία, κατέλαβαν το ύψωμα του Προφήτη Ηλία, πάνω από το Σκαλάνι, συλλαμβάνοντας 30 αιχμαλώτους Γερμανούς, οι οποίοι, κατεδιωκόμενοι από το Ηράκλειο, είχαν καταφύγει εκεί για να σωθούν. Σ’ αυτήν την συμπλοκή σκοτώθηκαν επί τόπου οι Αρχανιώτες Χαράλ. Γενειατάκης του Νικολάου, Μαρκομανωλάκης Αλέξανδρος του Νικολάου και Ζερβός Στυλιανός. Μαζί τους ήταν κι οι Νικήτας Ουσταμανωλάκης, Εμμ. Καλοχριστιανάκης (Σακόραφος), Ιωάννης Ν.Βαρδάκης και Γεώργιος Αστρινάκης. Στο ίδιο σημείο,ο Μπετεινάκης, βοηθούμενος κι από τους γύρω χωρικούς, εξουδετέρωσε όλες τις φωλιές αντίστασης του εχθρού, από Αρχάνες έως το Ηράκλειο.

Επομένως το βράδυ της 22ας Μαΐου φάνηκε ότι η προσπάθεια των Γερμανών να καταλάβουν το Ηράκλειο είχε αποτύχει παντελώς. Οι περισσότεροι Γερμανοί σκοτώθηκαν και 150 αιχμαλωτίστηκαν. Άλλοι 500 είχαν καθηλωθεί πέραν του Γιόφυρου, ανίκανοι για δράση και κινδυνεύοντες πανταχόθεν. Στο δε αεροδρόμιο οι Άγγλοι υπερασπιστές του, με

δύο τάγματα Ελληνικά, καθήλωσαν τους αλεξιπτωτιστές, που είχαν πέσει προς το μέρος εκείνο και συγχρόνως άρχισαν να εκκαθαρίζουν και τη γύρω την περιοχή από τα υπολείμματα.

Οι στρατιώτες μας νηστικοί,καταπονημένοι και με ελάχιστα πυρομαχικά, δεν είχαν πλέον αντοχή για νέα επιθετική ενέργεια. Τα τρόφιμα επίσης είχαν εξαντληθεί, οι κλίβανοι της πόλης είχαν καταστραφεί από τις βόμβες του εχθρού, οι δρόμοι της πόλης είχαν γίνει αδιάβατοι λόγω των ερειπίων κι οι άνδρες μας τρέφονταν μόνο με σταφίδες, χωρίς συσσίτιο.

Μπροστά σ’ αυτήν την κατάσταση η θέση μας ήταν δύσκολη. Οι απώλειες μας μεγάλες λόγω των πολλών νεκρών, τραυματιών κι αγνοουμένων. Η όλη κατάσταση αυτή ήταν ήδη γνωστή στην Αγγλική διοίκηση, αλλά δυστυχώς οι Άγγλοι αδιαφόρησαν και τούτο γιατί, όπως διαπιστώθηκε αργότερα, όταν εγκατέλειψαν τις θέσεις τους είχαν αφήσει πληθώρα τροφίμων στους Γερμανούς.

Την νύκτα της 25ης Μαΐου οι άνδρες μας υποχωρούν προς την τοποθεσία «Σπήλια». Εκεί διανυκτέρευσε όλο το Σύνταγμα για ανάπαυση. Το πρωί όμως έκπληκτοι αντίκρισαν τους Γερμανούς αλεξιπτωτιστές να έχουν καταλάβει τα γύρω υψώματα μέχρι τον Προφήτη Ηλία και να βαδίζουν εναντίον τους. Οι άνδρες μας, που είχαν συμπτυχθεί πλέον σ’ ένα τάγμα, επεχείρησαν ανακατάληψη των υψωμάτων εκείνων που κατείχε ο εχθρός, από δύο ημέρες, με αρκετές δυνάμεις, αφού όλα τα υπολείμματά τους είχαν πλέον συγκεντρωθεί λόγω της γειτνίασης με το αεροδρόμιο, αλλά και των φυσικών οχυρών θέσεων της περιοχής. Δυστυχώς η αντεπίθεση μας αυτή απέτυχε και το τάγμα μας αποσύρθηκε στις θέσεις του με πολλές απώλειες. Σ’ αυτήν την αντεπίθεση έπεσε ηρωικά μαχόμενος ο Χιώτης ανθ/γός Νικόλ.Φράγκος, του οποίου η προτομή κοσμεί το χώρο του ηρώου των Αρχανών, αλλά κι οι Αρχανιώτες οπλίτες, Τζωρτζακάκης Γεώργιος, Ζουριδάκης Εμμαν. και Κουτουλάκης Κωνσταντίνος του Εμμ.(Γκιουλιάς).

Πριν αυτήν την αντεπίθεση, ο Μπετεινάκης είχε πάει πάλι στις Αρχάνες,όπου ανασύνταξε τους εκεί καταφυγόντες οπλίτες και στις 4 το απόγευμα επιστρέφει μαζί τους στα Σπήλια.

Η συνολική τώρα δύναμη των Σπηλίων ήταν τρεις πλήρεις λόχοι. Αλλά δυστυχώς ήταν πλέον αργά. Το κακό είχε ήδη γίνει. Οι Γερμανοί,που είχαν πλέον επιβληθεί στις Δυτικές επαρχίες του νησιού,με την κατάληψη του αεροδρομίου του Μάλεμε, είχαν πάρει θάρρος κι άρχισαν να ενισχύονται τώρα στο Ηράκλειο. Τότε ήταν που οι Άγγλοι εγκατέλειψαν τον αγώνα διαβλέποντες τον κίνδυνο να αιχμαλωτιστούν τη νύκτα της 27ης Μαΐου, αλλά χωρίς καν να ειδοποιήσουν τους δικούς μας γι’ αυτήν τους την ενέργεια. Με τον τρόπο αυτόν μπορούμε να πούμε πως η 27η κι η 28η Μαΐου πέρασαν ήρεμα, «εν αναμονή εξελίξεων». Αλλά την 29η , μη μπορώντας να συνεχίσουμε τον αγώνα, συνθηκολογήσαμε μετά των Γερμανών. Κάθε παραπέρα αντίσταση θα ήταν μάταιη,αφού ούτε επαρκείς δυνάμεις διαθέταμε, ούτε και τα αναγκαία πολεμοφόδια. Τότε όσοι διοικητές μονάδων βρισκόταν στη γραμμή: Σπήλια – Αγία Ειρήνη, απεσύρθησαν προς τις Αρχάνες.

Σ’ όλη τη διάρκεια της Μάχης φονεύθηκαν 1.000 Κρητικοί και τυφεκίστηκαν άλλοι 1300 από τους Γερμανούς για αντεκδίκηση, σύμφωνα με τις επίσημες πληροφορίες που έδωσε ο μετέπειτα διοικητής της Κρήτης Εμμαν. Λουλακάκης. Αργότερα όμως, μια πληρέστερη απογραφή των νεκρών, έδωσε 8.575 Κρητικούς νεκρούς, μικρούς και μεγάλους.(βλ.Γ.Παναγιωτάκης).

Εκείνο όμως που πρέπει να εξάρουμε ήταν η αυτοθυσία, η γενναιότητα, η καρτερία κι η επιμονή των Κρητικών, για να αποφύγουν την υποδούλωση, σ΄ όλη τη διάρκεια της «Μάχης της Κρήτης». Άνδρες,γυναίκες και παιδιά,βοήθησαν με όλα τα μέσα που διέθεταν,αλλά και με ενθουσιασμό, παροτρύνοντας συνεχώς τους στρατιώτες μας στην εξακολούθηση του αγώνα.

Σύσσωμος η Κρήτη εξεγέρθηκε ως ένας άνθρωπος, με μεγάλο ενθουσιασμό κατά του απρόσκλητου εισβολέα. Ο Μπετεινάκης ομολογεί ότι είδε γυναίκες να μάχονται και παιδιά να τους μεταφέρουν τα διασκορπισμένα φυσίγγια των Γερμανών.

Επίσης υπάρχει ομολογία αυθεντική ότι μετά την κατάληψη του νησιού ,ο Γερμανός διοικητής στα Χανιά, ζήτησε να του πάνε μπροστά του τις γυναίκες που αιχμαλώτισαν οι άνδρες του στα πεδία της Μάχης, ενώ αυτές πολεμούσαν. Όταν τις αντίκρισε και θαύμασε το θάρρος και τη γενναιότητά τους από κοντά,μονολόγησε προβληματισμένος: «Πώς μπορούμε να κρατήσουμε μία χώρα,όπου κι οι γυναίκες μας πολεμούν παλληκαρίσια;»

Η Κρήτη,η αιώνια Κρήτη, ήταν και πάλι, κατά τον ποιητή, ζωσμένη από φλόγες και πολέμησε στον μεγάλο αυτόν και άνισον αγώνα, άοπλη, με δόντια, χωρίς φυσίγγια κι οργανωμένο στρατό. Οι υπερασπιστές της ήταν, ως επί το πλείστον, νεοσύλλεκτοι, αγύμναστοι ή έφεδροι ανοργάνωτοι, χωρίς τα σύγχρονα της εποχής πολεμικά μέσα και όπλα. Παρά ταύτα στην περιοχή του Ηρακλείου, αλλά και σε ολόκληρη την Κρήτη, λαός και στρατός, επεβλήθησαν κατά τις πρώτες μέρες των επιχειρήσεων και μόνο όταν ο εχθρός κατάφερε να αποβιβάσει στρατεύματα, με πλοία από την Ανατολική και τη Δυτική πλευρά, αλλά και με αεροπλάνα οπλιταγωγά, μετά την κατάληψη του Μάλεμε, τότε μόνο η Κρήτη, από έλλειψη και μόνο μέσων, δε συνέχισε τον αγώνα.

Αν στην Κρήτη παρέμενε η Μεραρχία της, μ’ όλο της το υλικό, που προέβλεπε το σχέδιο της επιστράτευσης,η Κρήτη δεν θα καταλαμβάνονταν από τους αλεξιπτωτιστές, αλλά θα παρέμενε ελεύθερη. Δυστυχώς όμως είχε απογυμνωθεί από κάθε είδους πολεμικού υλικού κι εμψύχου το ίδιο, ώστε να βρεθεί χωρίς τα παιδιά της και χωρίς τους φυσικούς της προστάτες, δηλ. των ανδρών μαχητών της κι έτσι αναγκαστικά υπέκυψε.

Στις 20 Μαΐου η φρουρά της Κρήτης διέθετε 42.000 άνδρες, από τους οποίους 28.614 ήταν της Βρετανικής Κοινοπολιτείας (΄Αγγλοι-Αυστραλοί-Νεοζηλανδοί) και μόνο 14.000 Έλληνες. Χωρίς αεροπορική υποστήριξη.

Οι δυνάμεις αυτές ήταν διατεταγμένες ως εξής: 11.859 στο Μάλεμε, 14.822 στη γραμμή Χανιά-Σούδα, 6.100 στο Ρέθυμνο και 8.000 στο Ηράκλειο. Την Κρήτη υποστήριζαν ακόμη 54 αγγλικά πλοία από τα οποία βυθίστηκαν τα 11 και έπαθαν ζημίες τα 22.

Ο Μπετεινάκης στο τέλος της έκθεσης που συνέταξε τρεις μήνες μετά τον αγώνα γράφει:

«Εμείς οι γέροντες και τα παιδιά μας αντέστημεν εις τον κατακτητήν και επράξαμεν το καθήκον μας, δώσαντες εις τους άλλους Έλληνες και εις ολόκληρον τον κόσμον, ύψιστον παράδειγμα αυτοθυσίας κι αγάπης προς την πατρίδα και την ελευθερίαν».

Αυτή, αγαπητοί μου, ήταν και η πραγματική εικόνα των ημερών της μάχης της Κρήτης.

Ο ίδιος,μετά την κατάληψη του νησιού, αιχμαλωτίστηκε και μεταφέρθηκε στο στρατόπεδο του Γαλατά, στα Χανιά, (8/6/1941) και απ’ εκεί στο στρατόπεδο της Κοκκινιάς του Πειραιά (27/9/1941), από όπου απολύθηκε. Επιστρέφει κρυφά στο Ηράκλειο το Νοέμβριο του 1941 κι αμέσως αναμείχθηκε στην Εθνική Αντίσταση κατά του κατακτητή. Συνελήφθηκε αργότερα και εκτελέστηκε, με συνοπτικές διαδικασίες, τον Οκτώβριο του 1943 ακριβώς γι’ αυτήν του την εθνική δραστηριότητα.

Έτσι έληξε μία από τις πιο παράδοξες μάχες του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, με πλήρη επικράτηση των Γερμανικών δυνάμεων πάνω στο νησί. Αλλά οι απώλειες του σώματος των αλεξιπτωτιστών Γερμανών υπήρξαν οδυνηρές. Με τις δυνάμεις που έχασαν στην Κρήτη θα μπορούσαν να είχαν καταλάβει την Κύπρο, το Ιράκ, τη Συρία και ίσως και το Ιράν. Γιατί από τους 23.000 άνδρες που χρησιμοποίησαν εδώ,έχασαν τους 5.000. Μόνο 4465 τάφοι είναι στο Γερμανικό νεκροταφείο στο Μάλεμε. Επίσης είχαν ενεργοποιηθεί 1.180 αεροπλάνα από τα οποία καταρρίφθηκαν 147 και συνετρίβησαν 73. (Γ.Παναγιωτάκης). Όταν μάλιστα ο Χίτλερ παρασημοφόρησε τον πτέραρχο Στουντέντ του είπε με έμφαση: «Η Κρήτη απέδειξε ότι οι αλεξιπτωτιστές ανήκουν στο παρελθόν». Όταν μάλιστα αυτός ο πτέραρχος ήταν ο εμπνευστής του σχεδίου κατάληψης του νησιού από αέρος. Ο ίδιος ο Στουντέκ έγραψε, αργότερα,στο ημερολόγιό του το εξής: «Ο αιφνιδιασμός που ηλπίζαμεν δυστυχώς δεν επέτυχεν εις το αναμενόμενον βαθμόν. Αι απώλειαι, αι πλείσται, κατά την κάθοδον,ήταν συνήθως βαρείαι».

Οι ίδιοι οι εχθροί μας χαρακτήρισαν τη μάχη στο νησί ως την παραδοξότερη και προτοτυπώτερη και ηρωικότερη μάχη που είχαν συνάψει σ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου. Αυτό όμως που έχει περισσότερη σημασία ήταν ότι το άμεσο αποτέλεσμα αυτής της μάχης για τους Γερμανούς, ήταν οδυνηρότερο, γιατί είχαν ορίσει να πάρουν την Κρήτη σε 24 ώρες, οπότε η αργοπορία που επακολούθησε ήταν θανάσιμη για την παραπέρα πορεία τους. Ουσιαστικά η καθυστέρηση δεν ήταν μία εβδομάδα, αλλά ένας ολόκληρος μήνας που χρειάστηκαν για προπασκευή και ανασύνταξη μετά, ο οποίος μήνας έδωσε καιρό στους Άγγλους να στεριώσουν τη θέση τους στο Ιράκ και γενικότερα σ’ όλη τη Μέση Ανατολή κι από την άλλη μεριά, ο μήνας αυτός που έλειψε από τους Γερμανούς, υπήρξε αιτία να καθυστερήσουν την παράλυση του Ρωσικού στρατού, όπως διακήρυτταν, διότι τους πλάκωσε στο μεταξύ ο βαρύς Ρωσικός χειμώνας, ο οποίος ουσιαστικά παρέλυσε τους ίδιους, ακινητοποιώντας τους μπροστά από τους τρούλους του Κρεμλίνου στη Μόσχα.

Με λίγα λόγια, Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ αποτέλεσε την αρχή του τέλους της Γερμανικής δύναμης. Πλήγωσε ανεπανόρθωτα το ηθικό τους και το σώμα τους που δεν γιατρεύτηκε ποτέ. Εξαιτίας της πέθαναν κυριολεκτικά και έχασαν τον πόλεμο.

Σήμερα ύστερα από τόσα χρόνια, διαπιστώνουμε, για μια ακόμη φορά και βροντοφωνούμε: Ό,τι είναι γραμμένο με το χέρι του Θεού στα χώματα της Ελλάδος και της Κρήτης ειδικότερα, δε διαψεύδεταιι, αλλ’ επιβεβαιώνεται με το παράδειγμα του 1941 των Γερμανών. Είναι δε εκείνο που με πέντε λέξεις διατυπώνει ,από την αρχαιότητα, ο μεγάλος της ιστορικός, ο Ηρόδοτος: «Το θείον φιλείν κολούειν τα υπεραίροντα». Δηλ., «ο Θεός συνηθίζει να κουτσοτρουλίζει τις κεφαλές, που τολμούν να σηκώνονται πιο ψηλά απ’ Αυτόν».

Το μόνο που μας απομένει σήμερα, είναι να παρακαλούμε το Θεό όπως διατηρεί, αιώνια, ελαφρύ το χώμα που σκεπάζει τους ήρωες νεκρούς μαχητές της Μάχης της Κρήτης και το νησί μας να μην ξανανιώσει τέτοιες τραγικές καταστάσεις.

ΖΗΤΩ Η ΑΔΟΥΛΩΤΗ ΚΡΗΤΙΚΗ ΨΥΧΗ

Σημείωση: Η ομιλία αυτή έγινε το πρώτον στις 18/5/2003 από τον υποφαινόμενο σε εκδήλωση του τ. Δήμου Αρχανών για την 62η επέτειο της Μάχης,στην αίθουσα τελετών του πετρόκτιστου διδακτηρίου. Λόγω όμως της διαχρονικότητας των νοημάτων της μπορεί να γίνει σε οποιαδήποτε επέτειο.

Κύρια πηγή της η έκθεση Μπετεινάκη.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *