Η Μία

Σύντομες ιστορίες στα όρια της φαντασίας & του ρεαλισμού χωρίς (κανονικό) τέλος

 

Μια φορά σε έναν καιρό στο +yannidakis
Με τα χέρια του να τρέμουν προσπάθησε να αφήσει το χοντρό φάκελο με τις φωτογραφίες πίσω στο ράφι όταν έπεσαν ορισμένες από αυτές που ήταν σκόρπιες. Έγειρε το κεφάλι προς τα κάτω, αντικρύζοντάς τες όταν τελικά τα αδύναμα χέρια του τον πρόδωσαν και ολόκληρος ο φάκελος έπεσε χάμω.Όπως κάθε απόγευμα, έτσι κι αυτό, είχε ανάψει το τζάκι. Ήταν η μόνη ενδιαφέρουσα παρέα του τα τελευταία χρόνια κι αφού σταμάτησε τη δουλειά. O ήχος από το κάψιμο των ξύλων, το θρόισμα τους καθώς καίγονται και η λάμψη που φωτίζει το καθιστικό, το μοναδικό δωμάτιο του σπιτιού που χρησιμοποιούμε πια γι’ αυτό και δεν ενδιαφερόταν να έχει θέρμανση κάπου αλλού.

Κάθε μέρα πλέον ήταν μια αναδρομή. Άλλοτε την περνούσε βλέποντας παλιές φωτογραφίες κι άλλοτε διαβάζοντας τις δικές του αναμνήσεις μέσα από παλιά έντυπα και χειρόγραφα. Σήμερα, είχε καταπιαστεί με μερικά μηνύματα που είχε ανταλλάξει με έναν φίλο του από την Ιρλανδία:
«Αγαπητέ Ζώη,
δυστυχώς δεν θα μπορέσω να σε επισκεφτώ ούτε φέτος για τις γιορτές. Η κόρη μου είναι λιγάκι κρυωμένη και νομίζω πως θα ήταν καλύτερο να βρισκόμαστε στην ζεστασιά του σπιτιού μας. Της έχω υποσχεθεί και μία εκδήλωση που θα την κάνω μόνο για εκείνη και καταλαβαίνεις.
Ακόμα ονειρεύομαι τους καταπράσινους και χιονισμένους λόφους του Κορκ όμως είμαι σίγουρος πως θα το κάνουμε κάποια άλλη στιγμή»
.
Το κρύο είχε πέσει για τα καλά. Το χαλάζι έδερνε με δύναμη την καμινάδα και το τζάκι “κάπνιζε” σε όλο το σπίτι. Εκείνος αποκοιμήθηκε στον καναπέ, το μόνο του κρεβάτι τα τελευταία χρόνια, κρατώντας αυτό το αντίγραφο της επιστολής που είχε κάποτε στείλει σε έναν φίλο.

Σε μία άλλη μέρα φαινόταν απασχολημένος να προσπαθεί να τηγανίσει μερικά αυγά. Μέχρι να ζεσταθεί το λάδι, επικεντρώθηκε σε ένα άλμπουμ που είχε φέρει μαζί του στην κουζίνα. Ήταν οι φωτογραφίες από την πρώτη φορά που είχε πάει την κόρη του στο γήπεδο. Οι δυο τους. Το πρώτο τους ραντεβού! Δύο καλοσχηματισμένα χαμόγελα με τα ρούχα της αγαπημένης τους ομάδας. Την θυμόταν καλά εκείνη την ημέρα…
«Μπαμπά, εμείς θα είμαστε με τους μπλε ή με τους κόκκινους;» ρωτούσε με αφέλεια το τρίχρονο κοριτσάκι.
«Με τους μπλε βέβαια. Όποτε βάζουν την μπάλα στο καλάθι θα σηκωνόμαστε και θα φωνάζουμε παίζοντας παλαμάκια» απάντησε με ενθουσιασμό μικρού παιδιού ο μπαμπάς της.
Οι δυο τους, ξεσήκωναν την κερκίδα από τον ενθουσιασμό τους. Την επόμενη μέρα ήταν στην πρώτη σελίδα της τοπικής αθλητικής φυλλάδας, αγκαλιασμένοι και χαρούμενοι ύστερα από ένα καλάθι της ομάδας τους.
Στον γυρισμό από το γήπεδο, εκείνος την σήκωσε στους ώμους του. Ήταν και οι δυο πολύ κουρασμένοι.
«Μ’ αρέσει που κερδίσαμε μπαμπά» είπε με φωνή κουρασμένη.
«Για την ακρίβεια χάσαμε, όμως τι σημασία έχει; Δεν περάσαμε υπέροχα;»
«Ναιιι!!!» φώναξε με ενθουσιασμό η μικρή.
Εκείνο το βράδυ συνάδελφοι και φίλοι θα γιόρταζαν την προαγωγή του, όμως τι σημασία θα είχε χωρίς την κόρη του. Προτίμησε να περάσει το βράδυ μαζί της.
Τις σκέψεις του διέκοψε ο θόρυβος από το λάδι που πεταγόταν προς κάθε κατεύθυνση. Είχε κάψει τα αυγά, είχε καταστρέψει το τηγάνι και τα λάδια ήταν παντού ολόγυρα. Σηκώθηκε ατάραχος, έκλεισε την κουζίνα και γύρισε πάλι στο τραπέζι κοιτώντας εκείνη την φωτογραφία.
Μια άλλη νύχτα είχε σύρει κυριολεκτικά τον εαυτό του στην τουαλέτα για να ξυριστεί. Δεν του άρεσε να μένει πολλές μέρες αξύριστος, όμως είχε αρχίσει να βλέπει στην τηλεόραση το video με το πρώτο ποίημα της κόρης του πίσω στο σχολείο. Στην αρχή της προβολής φαινόταν μόνο το σχολείο κι έτσι σκέφτηκε πως ήταν καλή ευκαιρία να περιποιηθεί το πρόσωπό του. Λίγο πριν ολοκληρώσει το ξύρισμα, άκουσε την φωνή της κόρης του. Άρχιζε! Σκούπισε βιαστικά τον αφρό από το μισοξυρισμένο πρόσωπό του και έκατσε να δει την απαγγελία του ποιήματος. Θυμάται πως για να είναι παρόν εκείνη την ημέρα στο σχολείο, είχε χάσει το ραντεβού με κάτι Κινέζους επιχειρηματίες, με τους οποίους θα έκλεινε μία μεγάλη συμφωνία. Ποιος νοιάζεται όμως; Η κορούλα του τον έκανε τόσο περήφανο εκείνη την ημέρα!
Σε μία από εκείνες τις ημέρες, χαλάρωνε στον καναπέ πίνοντας το αγαπημένο του βερμούτ. Σηκώθηκε πλησιάζοντας το συρτάρι που είχε κρυμμένα τα πούρα του. Είχε να κάνει πούρο από τότε που γεννήθηκε η μικρή του. Όχι. Εκείνη τη στιγμή θυμήθηκε την μοναδική εξαίρεση. Τότε στην αποφοίτηση της κόρης του από το πανεπιστήμιο. Ήταν τόσο χαρούμενος! Τόσο περήφανος! Θυμήθηκε πως την είχε συνοδεύσει στην δεξίωση των αποφοίτων όπου με καμάρι γνωριζόταν με τους συμφοιτητές της. Είχε απολαύσει όσο ποτέ εκείνο το πούρο. Το χαμόγελο του ξαφνικά έσβησε και το βλέμμα του έγινε σκυθρωπό. Ήταν επειδή θυμήθηκε την συνέχεια της βραδιάς…
«Μπαμπά. Σε ευχαριστώ πολύ που ήσουν δίπλα μου και σε αυτήν την σημαντική στιγμή της ζωής μου. Ξέρω πόσο πολύ ήθελες να κάνεις το ταξίδι στο Λονδίνο για να δεις την ομάδα σου κι όμως εσύ χάρισες τα εισιτήρια! Σου υπόσχομαι ότι θα κάνουμε μαζί ένα ταξίδι με τα πρώτα μου λεφτά όταν βρω δουλειά» του υποσχέθηκε αγκαλιάζοντάς τον.
«Ξέρεις… μάλλον που θα χάσουμε απόψε, οπότε γιατί να πήγαινα εκεί; Είμαι τόσο ευτυχισμένος σήμερα παιδί μου»!
«Τέλεια. Τότε ίσως είναι ευκαιρία να σου γνωρίσω κάποιον. Είναι ο καθηγητής του πτυχίου μου. Έλα, έλα μαζί μου» συνέχισε ενθουσιασμένη τραβώντας τον προς το μέρος ενός μεσήλικα κυρίου αρκετά περιποιημένου με πολύ φαλάκρα. «Κύριε Αρσαβίδη, ο πατέρας μου»!
«Κύριε. Χαίρομαι πολύ που σας γνωρίζω. Η κόρη σας είναι εξαιρετική φοιτήτρια και πολύ καλλιεργημένη νέα. Τα θερμά μου συγχαρητήρια».
Ο πατέρας της συγκράτησε με δυσκολία τα δάκρυά του και απάντησε στην χειραψία του καθηγητή αντιτείνοντας το χέρι του, ώσπου ο καθηγητής συνέχισε: «Θέλω να σας πω πως με δική μου εισήγηση η κόρη σας έχει επιλεγεί να συνεχίσει τις σπουδές της στο Εδιμβούργο με διετή υποτροφία. Πραγματικά το αξίζει»!
«Εε… ευχαριστώ. Ευχαριστούμε» δήλωσε σαστισμένος.
Ποτέ δεν κατάλαβε αν ήταν χαρούμενος με αυτήν την είδηση. Στο Εδιμβούργο; Τόσο μακριά; Πως θα την έβλεπε κάθε μέρα; Ποτέ δεν θα τολμούσε να της προτείνει να μην πάει ή να πάει και εκείνος εκεί.
Τα αραιά μαλλιά του ήταν κάτασπρα σαν το χιόνι και το ζαρωμένο δέρμα του έτρεμε σε κάθε του κίνηση. Πολλές φορές καθόταν στον βουλιαγμένο καναπέ του και αναρωτιόταν πως πέρασαν τόσο γρήγορα τα χρόνια. Σκέφτηκε πως ήταν δυνατό να χάθηκαν τόσες ευκαιρίες.
Ήταν καλοκαίρι. Θα ερχόταν για διακοπές. Η χαρά του ήταν τεράστια. Είχε φτάσει στο αεροδρόμιο μία ώρα πριν την άφιξη της πτήσης. Όταν την αντίκρισε θαρρείς και έγινε δέκα χρόνια νεότερος! Την έσφιξε στην αγκαλιά του και αφού της μετέφερε όλες τις αποσκευές της, πήγανε στο σπίτι.
«Ξέρεις μπαμπά. Δεν μπορώ να κάτσω πάνω από μία εβδομάδα. Βρήκα δουλειά στο Εδιμβούργο. Είναι πολύ καλή. Ουσιαστικά κάνω πρακτική στις σπουδές μου» εξήγησε με έναν τόνο τύψεις στη φωνή της.
«Θέλεις να έρθω εγώ; Να κάνω και μια βόλτα» κατάφερε να ψελλίσει ο πατέρας της με πολύ δυσκολία αφού νίκησε τον κόμπο στο λαιμό του.
«Μπαμπά καλύτερα όχι. Δηλαδή… θα σου πω εγώ πότε να έρθεις. Εντάξει»; απάντησε σαν να κρύβει κάποιο μυστικό…
Η πρόσκληση δεν ήρθε ποτέ. Όχι για καλοκαιρινή επίσκεψη. Λίγα χρόνια αργότερα ήρθε μία πρόσκληση, αλλά ήταν γάμου. Είχε αποφασίσει να ζήσει για πάντα εκεί. Στο Εδιμβούργο. Είχε πλέον μια καλή δουλειά και έναν εξαιρετικό αρραβωνιαστικό. Όχι για εκείνον όμως…
Ένα πρωί ανέβηκε στη σκάλα για να αλλάξει μία καμμένη λάμπα. Η παλιά λάμπα έπεσε από τα χέρια του και έσπασε πάνω στο τηλέφωνο. Είχε ξεχάσει αυτήν την συσκευή. Θυμήθηκε πως όταν την είχε πρωτοαγοράσει, είχε χτυπήσει το τηλέφωνο:
«Τον μισώ! Μπαμπά. Θέλω να έρθεις. Θέλω να με βοηθήσεις να πάρω το διαζύγιο. Δεν υπάρχει πια για μένα» φώναζε ξεσπώντας σε λυγμούς.
«Έρχομαι» απάντησε κοφτά και ύστερα από μερικά τηλεφωνήματα και προετοιμασία δέκα λεπτών, έφευγε για το αεροδρόμιο. Έμεινε μαζί της για αρκετές μέρες, γύρισε μαζί της στην Ελλάδα και εκείνη αργότερα έφυγε ξανά.
Την είδε ξανά στην κηδεία της μητέρας της. Το σπίτι θα έμενε για πρώτη φορά άδειο. Εκείνος και οι αναμνήσεις. Αναμνήσεις που έγιναν εξήντα χρονών. Αναμνήσεις που ήταν το οξυγόνο του για το υπόλοιπο της ζωής του.
Το επόμενο ταξίδι στην Ελλάδα το έκανε όταν παντρεύτηκε η αδερφή της. Στο περιθώριο του γάμου οι δύο αδερφές μίλησαν:
«Είναι καλά»;
«Αφού λείπεις. Πως να είναι καλά»;
«Έλα, αφού ξέρεις».
«Είναι σπίτι. Δεν βγαίνει πουθενά. Δεν τον βλέπω ποτέ. Δεν θέλει καν να πηγαίνω σπίτι του. Εσύ τον παίρνεις; Μπορείς να έρχεσαι να τον βλέπεις. Δεν αρκεί να γίνεται χαμός για να έρχεσαι εδώ».
Η αδερφή της έμεινε σιωπηλή.

…έσκυψε να σηκώσει τον φάκελο με τις φωτογραφίες και με λυγιστά γόνατα έκανε να βάλει μέσα τις

φωτογραφίες που είχαν παραπέσει. Πρώτη ήταν η πρώτη φωτογραφία που είχε βγάλει ποτέ από το δωμάτιο της. Γύρισε το βλέμμα δεξιά, όμως πριν μία ακόμα ανάμνηση κατακλείσει την στιγμή, έβαλε δύναμη στα πόδια και ανασηκώθηκε κατευθυνόμενος στο δωμάτιο αυτό. Ήθελε να το δει ξανά.

Μπήκε και άναψε το φως. Όχι, το φως δεν άναβε πια, μα δεν το χρειαζόταν. Σε κάθε γωνιά έβλεπε μια εικόνα της ιστορίας του. Τις στιγμές των δώρων που της προσέφερε. Τις φορές που την μάλωνε. Τα παραμύθια που της διηγήθηκε. Τα ξενύχτια πάνω απ’ την κούνια της σε κάθε αρρώστια, κάθε άσχημο όνειρο.
Είχε κουραστεί. Ξάπλωσε στο πορτοκαλί χαλί και έκλεισε τα μάτια του μυρίζοντας ακόμα το άρωμα της. Έκτοτε δεν τα άνοιξε ξανά. Δεν είχε λόγο άλλωστε. Έδωσε τα πάντα και τι πήρε άραγε;

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *