Η Προϊστορία της Αμπελουργίας

Η Προϊστορία της Αμπελουργίας – Ο Πολιτισμός της Αμπέλου

Η ιστορία της αμπέλου και του οίνου συνοδεύει βήμα προς βήμα την ιστορία του ανθρώπου. Αρχικά η χρησιμοποίηση των σταφυλιών της άγριας αμπέλου ως τροφή και η επακόλουθη εξημέρωση που στόχευε κυρίως στη δημιουργία οίνου, μέχρι την ανάπτυξη της σύγχρονης αμπελοκαλλιέργειας και της οινικής τεχνολογίας, αποτελούν σταθμούς ενός θαυμαστού ταξιδιού διάμεσου της μυθολογίας, της τέχνης και των περιπετειών των λαών. Βέβαια εκ φύσεως η εξιστόρηση της αμπελουργικής προϊστορίας, που σβήνει με το πέρας του αρχαίου κόσμου (6ος μ.Χ. αιώνα), σε ένα συνοπτικό κείμενο δεν θα ξεφύγει από την αναγκαία συμπύκνωση της γνωστής και προσιτής βιβλιογραφίας σε λιγοστές σελίδες, με αποτέλεσμα να χάνονται αθέλητα κάποιες σημαντικές πτυχές της.

Τα είδη του Γένους Vitis που επιβίωσαν της τελευταίας παγετώδους εποχής (πριν 75.000 έως 15.000 έτη) ανέρχονται περίπου σε 60. Ένα από αυτά είναι η άμπελος η οινοφόρος (Vitis vinifera) που διακρίνεται σε δύο υποείδη, η ήμερος (sativa) και η άγρια ή αυτοφυής (sylvestris). Στο μακρινό παρελθόν η άγρια ήταν αυτοφυής στην Ευρασιατική ήπειρο και συναντάται ακόμη σήμερα στις δασώδεις περιοχές από την Πορτογαλία μέχρι το Τατζικιστάν, κατά μήκος των μεγάλων ποταμών της Ευρώπης αλλά και στη Βόρειο Αφρική. Το υποείδος αυτό διαμέσου μια μακράς εξελικτικής πορείας, που συγκροτεί την προϊστορία της αμπελουργίας, οδήγησε στο ήμερο υποείδος, το καλλιεργούμενο, με περισσότερες σήμερα από 10.000 ποικιλίες και πλανητική διάδοση.

Παραδοσιακές απλωταριές στους Κυκλαδίτικους αμπελώνες

Από τα διαθέσιμα στοιχεία τα πρώτα απολιθωμένα γίγαρτα της άγριας αμπέλου βρέθηκαν στη Νότιο Γαλλία, ηλικίας περίπου 400.000 ετών, με πιθανό συλλέκτη και καταναλωτή τον Homo heidelbergensis. Αρκετά αργότερα, πριν 19.000 έτη στις όχθες της Τιβεριάδας παλαιολιθικοί τροφοσυλλέκτες του είδους μας (Homo sapiens) κατανάλωναν τα σταφύλια της, όπως προκύπτει από τα απολιθωμένα γίγαρτα που βρέθηκαν μαζί με σπόρους κριθαριού και άγριου σιταριού. Στη χώρα μας, στο σπήλαιο Φράγχθη, Αργολίδα, όπου σύχναζαν μεσολιθικοί κυνηγοί-τροφοσυλλέκτες, εντοπίστηκαν γίγαρτα ηλικίας περίπου 12.000 ετών. Στην Ισραηλινή ακτή κοντά στη Χάιφα σε μια ανασκαφική θέση τα γίγαρτα ήταν ηλικίας 6.900-6.300 ετών (νεολιθική εποχή) και μερικώς παρόμοια με εκείνα της καλλιεργούμενης (ήμερης) αμπέλου. Από πλειάδα παρόμοιων παλαιοντολογικών ευρημάτων ενισχύεται η άποψη ότι την παλαιολιθική και νεολιθική εποχή οι θηρευτές και τροφοσυλλέκτες πρόγονοί μας γνώριζαν την άγρια άμπελο και κατανάλωναν τα σταφύλια της. Τα αρχαιολογικά ευρήματα στον ελλαδικό χώρο δείχνουν ότι τουλάχιστον από το 4.000 π.Χ. αποτελούσαν κοινό είδος της διατροφής των.

Η πρώτη γραπτή αναφορά για την άγρια άμπελο ανάγεται στους ιστορικούς χρόνους, καθόσον μνημονεύεται από Έλληνες και Λατίνους, όπως ο Θεόφραστος (372-287 π.Χ.), Βιργίλιος (70-19 π.Χ.), Διόδωρος (80-20 π.Χ.) και Στράβων (64 π.Χ.- 24 μ.Χ.), μαρτυρίες που επιβεβαιώνουν την παρουσία της στην λεκάνη της Μεσογείου. Συγκεκριμένα ο Πεδάνιος Διοσκουρίδης (40-90 μ.Χ.) αναφέρει την Οινάνθη (άγρια με αρσενικά άνθη), ενώ ο Ρωμαίος ιστορικός Πλίνιος ο Πρεσβύτερος (23-79 μ.Χ.) διευκρινίζει ότι υπήρχε και η άγρια με θηλυκά άνθη (Oenanthe fert = Οινάνθη γόνιμη). Στη νεώτερη Ελλάδα η πρώτη πληροφορία για τις περιοχές διαιώνισης της (εντός δασών εις δροσερούς τόπους) γίνεται από το Ν. Χλωρό (1885). Στις μέρες μας υπάρχει μια ζωντανή μαρτυρία στην Αρκαδία, το αιωνόβιο Κλήμα του Παυσανία, που αναρριχάται σε τρεις μεγάλους πρίνους και είχε αναφερθεί από τον ιστορικό και περιηγητή του 2ου μ.Χ. αιώνα Παυσανία.

Στο ερώτημα πότε και πως ο άνθρωπος «εξημέρωσε» το άγριο είδος και ανακάλυψε τη δυνατότητα παραγωγής οίνου, υπάρχουν διάφορες μυθολογικές διηγήσεις συνδεδεμένες με θεϊκές δωρεές (Όσιρις, Διόνυσος, Βάκχος). Αποδεχόμενοι μια ρεαλιστική επιστημονική προσέγγιση μπορούμε να περιορισθούμε μόνο σε υποθέσεις. Η πλέον αληθοφανής είναι η «παλαιολιθική υπόθεση» του «οινο-αρχαιολόγου» Patrick McGovern (2006). Σύμφωνα με αυτή, οι παλαιολιθικοί τροφοσυλέκτες δελεαζόμενοι από το χρώμα της ρώγας ή μιμούμενοι τις τροφικές προτιμήσεις των πτηνών, συνέλεξαν τσαμπιά από τις αναρριχώμενες στα δέντρα κληματίδες, γοητεύτηκαν από την τραχιά αλλά γλυκιά γεύση τους και την επέλεξαν ως ιδιαίτερη τροφή.

Πιθανώς μετά από μια άφθονη συλλογή διατήρησαν ορισμένα τσαμπιά σε κάποιο «δοχείο» δερμάτινο, ξύλινο ή πέτρινο για κατανάλωση τις επόμενες ημέρες. Από το βάρος των υπερκείμενων τσαμπιών οι ρώγες στον πάτο συμπιέστηκαν, έσπασαν και συγκεντρώθηκε χυμός. Επειδή οι φυσικοί ζυμομύκητες βιώνουν στο φλοιό της ρώγας, θα δημιουργήθηκε αυθόρμητη ζύμωση που έδωσε ένα είδος αρχέγονου οίνου με χαμηλό βαθμό οινοπνεύματος. Κάποια στιγμή ο νομάδας πρόγονός μας διψασμένος δοκίμασε το χυμό. Μια ευχάριστη ευφορία τον κυρίευσε και του ενστάλαξε την επιθυμία: να πιεί και άλλο. Ο πρωτόγονος οίνος, Beaujolais nouveau” της Λίθινης Εποχής  όπως τον ονόμασε αστειευόμενος ο McGovern, βέβαια θα έπρεπε να καταναλωθεί άμεσα πριν γίνει ξύδι. Το βασικό κίνητρο για την εξημέρωση της άγριας αμπέλου είχε δημιουργηθεί.

Για εκατοντάδες αιώνες οι πρόγονοί μας κάλυπταν τις διατροφικές ανάγκες τους συλλέγοντας άγρια βρώσιμα φυτά και κυνηγώντας άγρια ζώα. Όμως μια σημαντική αλλαγή έγινε πριν 12.000 με 10.000 έτη, όταν άρχισαν προοδευτικά να περιορίζουν τη θηρευτική και τροφοσυλλεκτική ζωή, να αφιερώνουν χρόνο και προσπάθειες στην εξημέρωση συγκεκριμένων ειδών ζώων και φυτών, επιλογή που επέβαλε τη μόνιμη διαμονή σε κατάλληλο τόπο. Μέσα σε λίγες χιλιετίες – η φροντίδα άγριων ζώων και η καλλιέργεια βρώσιμων φυτών απαίτησε μια μακριά σειρά διαδοχικών προοδευτικών σταδίων – η Αγροτική Επανάσταση ήταν γεγονός (9.500-8.500 π.Χ.). Να σημειωθεί ότι η χρονική περίοδος συμπίπτει σημαδιακά με την τήξη των παγετώνων, την αλλαγή του κλίματος, της πανίδας και χλωρίδας.

Οι πρώτες μόνιμες εγκαταστάσεις του ανθρώπου συναντώνται στο γεωγραφικό χώρο που περιβάλλεται από τη νότιο-ανατολική Τουρκία (Μικρά Ασία), το δυτικό Ιράν, την ανατολική Μεσόγειο και εκτείνεται μέχρι το ρου και το δέλτα του Νείλου, περιοχές όπου πρωτοεμφανίστηκε η γεωργική δραστηριότητα. Τα παλαιοντολογικά ευρήματα δείχνουν ότι μεταξύ των εξημερωμένων φυτών η άμπελος είχε την πέμπτη χρονολογικά θέση: σιτάρι (≈ 9.000 π.Χ.), μπιζέλια και φακές (≈ 8.000 π.Χ.), ελιά (≈ 5.000 π.Χ.), άμπελος (≈ 3.500 π.Χ.) – περίπου όταν άρχιζε η Εποχή του Χαλκού στον ευρωπαϊκό χώρο.

Τοπική μέθοδος παραδοσιακής καλιέργειας της Σαντορίνη

Πράγματι οι παλαιοντολογικές ανασκαφές και οι σχετικές παλαιοβοτανικές ανακαλύψεις επιβεβαιώνουν ότι οι νεολιθικοί άνθρωποι προσελκύστηκαν και γοητεύθηκαν από τους καρπούς της. Η μακρά διαδρομή όμως της εξημέρωσης διαφέρει σημαντικά από τα άλλα φυτικά είδη. Μια καθυστέρηση βέβαια δικαιολογημένη. Το καίριο χαρακτηριστικό της διαφοράς μεταξύ της άγριας και της ήμερης αμπέλου είναι το φύλο του άνθους: η άγρια είναι δίοικος, δηλαδή ένα φυτό έχει ή μόνο αρσενικά (μόνο στήμονες) ή μόνο θηλυκά (μόνο ύπερο). Αντίθετα η ήμερη είναι ερμαφρόδιτη, δηλαδή φέρει άνθη αρσενικά και θηλυκά. Ακόμη σήμερα μόνο σε ένα πολύ μικρό ποσοστό της άγριας συναντώνται ερμαφρόδιτα φυτά και σίγουρα τα αρχέγονά τους συγκρότησαν το αρχικό φυτώριο από όπου προήλθε η ήμερη.

Αναμφίβολα στη Μεσολιθική και Νεολιθική Εποχή οι συλλέκτες σταφυλιών πρόγονοί μας για να εξασφαλίσουν σίγουρη και επαρκή ποσότητα προσπάθησαν να μεταφέρουν φυτά κοντά στο καταυλισμό τους, είτε σπέρνοντας γίγαρτα είτε πολύ αργότερα επιχωματώνοντας κληματίδες, μιμούμενοι τη φυσική καταβολάδα που αυθόρμητα σχηματίζει η άμπελος. Όμως συνάντησαν δυσεξήγητες αποτυχίες. Επιλέγοντας – εν αγνοία τους – ένα αρσενικό φυτό μάταια περίμεναν να καρποφορήσει. Στην περίπτωση του θηλυκού φυτού η καρποφορία θα ήταν εφικτή μόνο εάν υπήρχε στον περίγυρο αρσενικό φυτό ικανό να γονιμοποιήσει με τη γύρι του τα θηλυκά άνθη της (ανεμόφιλη επικονίαση). Μόνο επιλέγοντας ένα ερμαφρόδιτο φυτό θα ήταν σίγουρη η βεντέμα, καθόσον οι ρώγες του δημιουργούνται συνήθως διαμέσου της αυτογαμίας (αυτογονιμοποίηση). Τα καρπερά πρέμνα διατηρήθηκαν και επομένως η εξημέρωση θα ξεκίνησε από το μικρό ποσοστό των άγριων ερμαφρόδιτων. Αυτή είναι η «ερμαφρόδιτη υπόθεση» για την αρχή της αμπελουργίας. Στη συνέχεια στη διάρκεια των επόμενων χιλιετιών τα εξημερωμένα αμπέλια θα πολλαπλασιάστηκαν κυρίως με σπορά γιγάρτων. Η αργή επιλογή των παραγωγικότερων (μεγάλα σταφύλια, χυμώδεις, γλυκές και αρωματικές ρώγες) και των καλύτερα προσαρμοσμένων στις συνθήκες κάθε περιοχής, επέτρεψε το διαχωρισμό των πλέον επιθυμητών και στη συνέχεια τον πολλαπλασιασμό τους αγενώς (καταβολάδες, μόσχευμα βλαστού). Η πορεία από την άγρια στην ήμερη ήταν σταδιακή, είχε απογοητεύσεις αλλά και ενθουσιασμούς, ιδίως όταν διαπίστωσαν τα πλεονεκτήματα του αγενούς πολλαπλασιασμού. Τα στοιχεία των αρχαιολογικών ανασκαφών της περιόδου 4.500 π.Χ. – 600 μ.Χ. δείχνουν ότι τα γίγαρτα προοδευτικά αυξάνουν τις διαστάσεις τους, εμφανίζονται πιο στενότερα και με πολύ επιμηκυμένο ράμφος, χαρακτηριστικά που θεωρούνται αποδείξεις εξημέρωσης και καλλιέργειας (Εικόνα 1). Βέβαια πολύ συχνά συνυπάρχουν τα δύο είδη, η άγρια με την ήμερη, με σαφή προοδευτική κυριαρχία της δεύτερης στους νεώτερους αιώνες.

Εικόνα 1: Γίγαρτο της άγριας (αριστερά) και καλλιεργούμενης αμπέλου (δεξιά)

Στις μέρες μας η αμπελοκαλλιέργεια επαίρεται μιας αρχαίας παράδοσης στη μεσογειακή και κεντρική Ευρώπη. Όμως οι πρώτοι αμπελοκαλλιεργητές μάλλον ήταν οι Χετταίοι, οι Σουμέριοι, οι Πέρσες, οι Σημιτικοί λαοί, οι Ακκάδιοι και οι Ασσύριοι. Αργότερα γνώσεις αμπελουργίας και οινοποιίας μεταφέρθηκαν στους Αιγύπτιους, τους λαούς της Φοινίκης και τους πληθυσμούς της Μικράς Ασίας και του Ελλαδικού χώρου. Μοριακές μελέτες (σύγκριση αλληλουχιών DNA) σε δείγματα άγριας και ήμερης αμπέλου που πάρθηκαν από ευρωπαϊκές και ασιατικές χώρες ενισχύουν την υπόθεση ότι η αρχική ζώνη της εξημέρωσης είναι η ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Ανάλογες εστιασμένες μελέτες στο ονομαζόμενο «γόνιμο τρίγωνο της αμπέλου» που περικλείεται από την οροσειρά του Ταύρου (Ανατολική Τουρκία), του Ζάγρου (Δυτικό Ιράν) και του Καυκάσου (Γεωργία, Αρμενία, Αζερμπαϊτζάν) έδειξαν στενή συγγένεια μεταξύ της αυτοφυούς άγριας και των τοπικά σήμερα καλλιεργούμενων ποικιλιών, γεγονός που στηρίζει την άποψη ότι η περιοχή των πηγών του Τίγρη και Ευφράτη στον ορεινό όγκο του Ταύρου είναι πιθανώς η αρχική θέση της εξημέρωσης (ίσως από το 6.000 π.Χ.). Οι Σουμέριοι ήδη πριν 6.000 χρόνια συμβολίζανε με το φύλλο της αμπέλου την ανθρώπινη ύπαρξη (σφηνοειδής γραφή).

Εικόνα 2 – Θήβαι, Αίγυπτος, 1552 – 1306 π.Χ. τοιχογραφία σε τάφο

Με βάση τις αρχαιολογικές ανακαλύψεις από το 4.000 π.Χ. διαμέσου των εμπορικών σχέσεων μεταξύ των Σουμερίων, Ακκάδων, Ελαμιτών και Αιγυπτίων η αμπελοκαλλιέργεια είχε αμφίδρομο διάχυση. Γραπτές αναφορές βρέθηκαν σε αιγυπτιακούς παπύρους (≈ 2.400 π.Χ.), ενώ εντυπωσιακές είναι οι διακοσμήσεις σε τάφους όπου παρίστανται κρεβατίνες, συλλογή σταφυλιών σε πανέρια και άρδευση πρέμνων (≈ 2.700 π.Χ.). Σε πεδινές και εύφορες περιοχές, όπως το Δέλτα του Νείλου, τα πρέμνα ήταν κυρίως αναρριχώμενα σε δέντρα (Εικόνα 1). Το κλάδεμα στα έρποντα επαφίονταν στις αίγες που έβοσκαν μετά τον τρυγητό, ενώ οι αμπελώνες αρδεύονταν και κυριαρχούσαν οι μαύρες ποικιλίες. Οι Αιγύπτιοι ήταν από τους πρώτους αμπελλοκαλλιεργητές και οινοποιούς που δίδαξαν την τέχνη στον προϊστορικό κόσμο. Πιθανώς οι πρώτοι που επηρεάστηκαν από τη τεχνογνωσία τους ήταν οι Κρήτες πριν του τέλους του 3.000 π.Χ., ενώ την ίδια περίοδο η αμπελοκαλλιέργεια ευδοκιμούσε στη Μεσοποταμία. Στην Κρήτη τα πιο παλαιά γίγαρτα βρέθηκαν σε στρώμα του 4.800-4.500 π.Χ., ενώ η ανάπτυξη της κρητικής αμπελουργίας μαρτυρείται από το «οινοποιείο» του μινωικού ανακτόρου στο Βαθύπετρο (1580 – 1550 π.Χ.). Από το 2.300 π.Χ. (πρώιμη χαλκοκρατία) οι πληθυσμοί των νησιών του Αιγαίου άρχισαν να εφαρμόζουν τεχνικές καλλιέργειας που μαθήτευσαν από τους πληθυσμούς της ανατολής. Σημαντική μαρτυρία αποτελεί η ανεύρεση σε πρόχους (αγγείο για πλύσιμο των χεριών των ομοτράπεζων ή ως οινοχόη) την αποτύπωση τριών μεγαλόσχημων τσαμπιών (Θήρα, ≈ 1.500 π.Χ.). Οι Αχαιοί των Μυκηνών, μαθητές της Μινωικής αμπελουργίας, ήταν οι πρώτοι που την προώθησαν στον ελλαδικό χώρο ακόμη μέχρι και στις νότιες ακτές της Σικελίας και νότιας Ιταλίας (≈ 1.500 – 1.200 π.Χ.).

Στη διάρκεια των Σκοτεινών Αιώνων (1.200-900 π.Χ. – διάδοση του σιδήρου) η επέκταση της αμπελοκαλλιέργειας στη μεσογειακή λεκάνη στηρίχθηκε κυρίως στην εμπορική δραστηριότητα των Φοινίκων. Προς το τέλος του 9ου αιώνα π.Χ. οι Έλληνες επανέρχονται ακολουθώντας κατά πόδας τους Φοίνικες με τη δημιουργία νέων αποικιών στην Ισπανία, νότιο Γαλλία, Προποντίδα και Εύξεινο Πόντο. Οι οικιστές που ξεκινούσαν να ιδρύσουν αποικίες έφεραν μαζί τους και κληματίδες αμπέλου για τη δημιουργία αμπελώνων. Η πρακτική αυτή έδωσε αρχή στο μύθο του Οίνωτρου (γιός του βασιλέα της Αρκαδίας Λυκάονα) που ίδρυσε αποικία και έδωσε το όνομά του στη Νότιο Ιταλία (Οινώτρια) (Παυσανίας, Αρκαδικά VIII.3.5). Η διάδοση δυτικά (Ιβηρική χερσόνησος) και βορειότερα (Γαλλία και βόρεια Ευρώπη) συνεχίσθηκε από τους Ρωμαίους αξιοποιώντας τους ποτάμιους δρόμους του Ροδανού, Ρήνου και Δούναβη.

Ένας παράγοντας που πρέπει να επηρέασε δραστικά τη διάδοση της αμπέλου ήταν η επίδραση της γονιμότητας των εδαφών και η δυνατότητα άρδευσης. Στο ονομαζόμενο «γόνιμο τρίγωνο της αμπέλου», πολύ πιθανόν η πλειονότητα της παραγωγής να είχε επιτραπέζια χρήση και για παραγωγή σταφίδας. Αρκετές γραπτές μαρτυρίες επιβεβαιώνουν τη σημασία της χρήσης των σταφυλιών για οινοποίηση και της γνώσης των απαιτήσεων παραγωγής καλού οίνου. Στη Γένεση 9, 20 & 21 γίνεται αναφορά για τον αμπελουργό και οινοποιό Νώε – αμέσως μετά το βιβλικό κατακλυσμό: «20 Καὶ ἤρξατο Νῶε ἄνθρωπος γεωργὸς γῆς καὶ ἐφύτευσεν ἀμπελῶνα. 21 καὶ ἔπιεν ἐκ τοῦ οἴνου καὶ ἐμεθύσθη καὶ ἐγυμνώθη ἐν τῷ οἴκῳ αὐτοῦ». Άξιο αναφοράς, μεταξύ των άλλων, είναι και στο κείμενο Κριταί, 9, 12 & 13: «12 καὶ εἶπαν τὰ ξύλα (δένδρα) πρὸς τὴν ἄμπελον· δεῦρο βασίλευσον ἐφ᾿ ἡμῶν. 13 καὶ εἶπεν αὐτοῖς ἡ ἄμπελος· μὴ ἀπολείψασα τὸν οἶνόν μου τὸν εὐφραίνοντα Θεὸν καὶ ἀνθρώπους, πορεύσομαι κινεῖσθαι ἐπὶ τῶν ξύλων;» – τα βιβλικά κείμενα πιθανώς γράφτηκαν μεταξύ του 8ου και 6ου αιώνα π.Χ. Ακόμη και στην Οδύσσεια ( Ι 355) συναντάμε ένα χαρακτηριστικό σαρκασμό του έμπειρου πλέον έλληνα αμπελοκαλλιεργητή στον Πολύφημο, που καυχιέται για τα αμπέλια του με τα τεράστια τσαμπιά που μεγαλώνουν σε εύφορους αγρούς άφθονα αρδευόμενα από το Δία. Βέβαια τίμησε δεόντως και με υψηλό κόστος τον ανώτερο ισμάρειο οίνο που του πρόσφερε ο Οδυσσέας: “Πλούσια είναι η γη μας, και στους Κύκλωπες απ᾿ τις βροχές του Δία δίνουν κρασί τα μεγαλόρωγα στ᾿ αμπέλια μας σταφύλια, μα ένα κρασί σαν τούτο, αθάνατο, μόνο οι θεοί το πίνουν!» – Μετάφραση Ν. Καζαντζάκη – Ι. Κακριδή.

Οι πρώτες μαρτυρίες για τις τεχνικές καλλιέργειας στη χώρα μας προέρχονται από τον Ησίοδο (8ος-7ος αιώνας π.Χ.), όπου στο «Εργά και Ημέραι» περιγράφει τις αμπελουργικές πρακτικές στα χωρίς υποστήριξη πρέμνα χαμηλού σχήματος, που ακόμη υπάρχουν στα μικρά νησιά του Αιγαίου (απλωταριές). Ο Όμηρος μας πληροφορεί για τις σπουδαιότερες αμπελουργικές περιοχές της Ελλάδας απαριθμώντας τους συμμετέχοντες στην εκστρατεία της Τροίας. Ο Ξενοφών, μισθοφόρος και ιστορικός (430-352 π.Χ.) στο έργο του «ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ» πραγματεύεται τις αναγκαίες καλλιεργητικές φροντίδες, ενώ ο Θεόφραστος (372-287 π.Χ.) στο «Περί φυτών αιτίων» αναφέρεται εκτεταμένα στην άμπελο και στις αμπελουργικές πρακτικές. Από το 4ο μέχρι τον 1ο αιώνα π.Χ. η ελληνική αμπελουργία και οινοποιία ήταν σχεδόν κυρίαρχος στον τότε γνωστό κόσμο, μολονότι κατά την ελληνιστική περίοδο (323-30 π.Χ.) ξεκίνησε αργά αλλά σταθερά η παρακμή της, με επακόλουθο η υπεροχή να μεταφερθεί στην ιταλική χερσόνησο.

Στη γειτονική νότιο Ιταλία η έναρξη της αμπελοκαλλιέργειας χρεώνεται στους μεταναστεύοντες από τον ελλαδικό χώρο περί το 1.600 π.Χ. Πελασγών (πιθανώς προελληνικός λαός), ενώ για την Κεντρική Ιταλία στους Ετρούσκους (πιθανώς ήρθαν δια θαλάσσης από τη Μικρά Ασία), πολύ πριν από την ίδρυση αποικιών των Φοινίκων και κυρίως των Ελλήνων. Ήδη από τον 8ο αιώνα π.Χ. οι Ετρούσκοι καλλιεργούσαν την άγρια, πριν οι Έλληνες και στη συνέχεια οι Ρωμαίοι διαδώσουν την ήμερη. Είναι αρκετά γνωστή η μαζική αποίκιση της νότιας Ιταλίας που δημιούργησε τη Μεγάλη Ελλάδα (8ος – 6ος αιώνας π.Χ.) και έδωσε περαιτέρω ώθηση για επέκταση της αμπέλου με τη διάδοση ποικιλιών ανατολικής προέλευσης, χαμηλών σχημάτων μόρφωσης και αυστηρού κλαδέματος. Η επίδραση παραμένει ακόμη και σήμερα στην αμπελουργία της Νότιας Ιταλίας με εκλεκτές ποικιλίες ελληνικής καταγωγής και χαμηλά σχήματα. Αντίθετα προς τα βόρεια η αμπελουργία προσαρμόστηκε σε συστήματα στήριξης κυρίως σε δέντρα, μια τεχνική που χρεώνεται στους Ετρούσκους.

Την επέκταση της Ρωμαϊκής κυριαρχίας προς βορρά και πέραν των Άλπεων ακολουθεί κατά πόδας η καλλιέργεια της αμπέλου, τουλάχιστον στις περιοχές όπου οι χειμωνιάτικοι παγετοί δεν ήταν απαγορευτικοί. Λατίνοι συγγραφείς όπως ο Βάρων (116-27 π.Χ. – Res rusticae = αγροτικές επιχειρήσεις), ο Βιργίλιος (70-10 π.Χ. – Georgiche = Γεωργικά), ο Κολουμέλα (4-70 μ.Χ. – De re rustica = περί γεωργίας και De arboribus = περί δενδροκομίας) και ο Πλίνιος ο πρεσβύτερος (23-79 μ.Χ. – Naturalis Historia =, Φυσική Ιστορία) και πολύ αργότερα (τέλη 4ο– αρχές 5ο αιώνα μ.Χ.) ο Rutilio Palladio (Opus agriculturae = Το Έργο της γεωργίας – το τελευταίο από τα ρωμαϊκά γεωργικά κείμενα), συνετέλεσαν στην προώθηση της αμπελοκαλλιέργειας και στην εφαρμογή καλλιεργητικών πρακτικών που ίσχυσαν κατά γράμμα μέχρι το 600 μ.Χ. – αρχές του ευρωπαϊκού Μεσαίωνα – οι οποίες και παρέμειναν σχεδόν αμετάβλητες μέχρι το πρώτο ήμισυ του 19ου αιώνα.

Προς το τέλος του 1ου αιώνα μ.Χ. η αντικατάσταση των πήλινων αμφορέων από το ξύλινο βαρέλι έδωσε νέα ώθηση στην επέκταση των αμπελώνων στην κεντρική Ευρώπη και επιπλέον βελτίωσε θεαματικά τη μέχρι τότε ασύμφορη μεταφορά δια ξηράς του οίνου. Τα ξύλινα βαρέλια, δημιουργοί των οποίων θεωρούνται οι Κέλτες (Γαλάτες) – μάλλον αρχικά χρησιμοποιήθηκαν για τη μπύρα – έλυσαν το πρόβλημα της ρήξης των αμφορέων λόγω των πολύ χαμηλών θερμοκρασιών (πάγωμα) που επικρατούν στις πέρα των παραμεσόγειων ψυχρών ευρωπαϊκών περιοχών.

Από τα μέσα του 2ου αιώνα μ.Χ. όλες σχεδόν οι αμπελουργικές περιοχές ήταν υπό την κυριαρχία των Ρωμαίων. Στην Ιταλική χερσόνησο μιμούμενοι την ελληνική πρακτική, προώθησαν τις χαμηλές μορφές των πρέμνων ιδιαίτερα στις ξηροθερμικές περιοχές. Η άνθηση της αμπελοκαλλιέργειας σε βάρος άλλων λιγότερο κερδοφόρων καλλιεργειών, που οδήγησε στην έλλειψη σίτου, ανάγκασε τον αυτοκράτορα Δομιτιανό (51-96 μ.Χ.) να απαγορεύσει νέες φυτεύσεις. Στη διάρκεια του 3ου και 4ου αιώνα μ.Χ., παράλληλα με την κρίση της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας άρχισε και η παρακμή της αμπελοκαλλιέργειας. Οι εμφύλιοι πόλεμοι, οι εισβολές βαρβαρικών φυλών, η πολιτική και διοικητική διαταραχή, η δημόσια ανασφάλεια, αλλά και τα μεγάλα αγροκτήματα και η ανάθεση των εργασιών σε σκλάβους, δημιούργησαν δυσμενείς συνθήκες για τη γεωργία και κυρίως στην αμπελουργία. Η εκρίζωση αμπελώνων για την αποφυγή της υψηλής φορολογίας που υπόκειντο είχε πάρει μεγάλη έκταση, γεγονός που ανάγκασε τον τελευταίο αυτοκράτορα της ενιαίας Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας Θεοδόσιο Α’ (379-395 μ.Χ.) να επιβάλει τη θανατική ποινή σε εκείνους που βεβηλώνουν το δρεπάνι (sacrilega falce) κόπτοντας πρέμνα.

Μέχρι το 476 μ.Χ., που τυπικά τελειώνει η ύπαρξη του δυτικού τμήματος της αυτοκρατορίας, η αμπελοκαλλιέργεια είχε υποστεί σημαντική μείωση και περιορίσθηκε κοντά στις παράκτιες πόλεις. Η αποφυγή της απώλειας της αμπελο-οινοποιητικής κλασικής κληρονομιάς κατέστη δυνατή χάρις στον Χριστιανισμό. Στο ηλιοβασίλεμα της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας η εδραίωση της νέας θρησκείας (που ο ιδρυτής της αποκαλείται «άμπελος η αληθινή» και γίνεται χρήση του οίνου στη Θεία Μετάληψη) ήταν σωτήριο γεγονός, ιδιαίτερα στο δυτικό τμήμα της. Αναλαμβάνοντας την προστασία της μέσω των εκκλησιαστικών και μοναστηριακών αμπελώνων έδωσε σημαντική συμβολή στη διατήρηση μέχρι και την οργασμική αφύπνιση στα μέσα του 19ου αιώνα λόγω της εισβολής από το Νέο Κόσμο τριών καταστρεπτικών οργανισμών, Ωίδιο (1845), Φυλλοξήρα (1868) και Περονόσπορος (1878).

Με βάση τα προαναφερθέντα φαίνεται να δικαιώνεται η ιστοριογραφική τάση που θεωρεί την αμπελοκαλλιέργεια να εμφανίζεται σε μια αρχική περιοχή και να επεκτείνεται στις γειτονικές, κυρίως διαμέσου της μετακίνησης των πληθυσμών και αργότερα με τις εμπορικές συναλλαγές. Όμως η παρουσία της άγριας αμπέλου στην αυτοφυή βλάστηση σε όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές ζώνες καλλιέργειας της αμπέλου επιτρέπει την υπόθεση ότι κάποιο ποσοστό των σημερινά καλλιεργούμενων στην Ευρώπη ποικιλιών προέρχονται όχι από εισαγωγή ποικιλιών της ανατολής, αλλά από μια διαδικασία «εξημέρωσης» αυτοφυών αυτοχθόνων φυτών. Βέβαια παραμένει δύσκολο να προσδιορισθεί σε μια συγκεκριμένη αμπελουργική περιοχή τι έχει προέλθει από τα αυτόχθονα, τι από τα εισαγόμενα της ανατολής και τι είναι προϊόν υβριδισμού.

Στις μέρες μας η αξιοποίηση μοριακών τεχνικών στο επίπεδο του DNA έδειξαν ότι η γενετική ποικιλότητα των παραδοσιακών ποικιλιών που καλλιεργούνται στην Ευρώπη αυξάνει από την ανατολή προς τη δύση. Αυτό επιβεβαιώνει την υπόθεση ότι υπήρξαν διάφορα συμβάντα εξημέρωσης στη διάρκεια της μακράς εξελικτικής διαδικασίας της αμπελουργίας. Η αύξηση της ποικιλότητας μάλλον μαρτυρεί ένα εμπλουτισμό με γενετικό υλικό από τα αυτόχθονα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι ποικιλίες αμπέλου της Ιβηρικής χερσονήσου, οι οποίες διαφέρουν γενετικά από τις ευρωπαϊκές, ενώ δείχνουν σημαντική γενετική συγγένεια με τα άγρια γηγενή, γεγονός που σχετίζεται με την πιθανή προέλευση μέσω εξημέρωσης ή υβριδισμού της άγριας με γενετικό υλικό της ανατολής. Όσον αφορά τη γενετική παραλλακτικότητα της άγριας αμπέλου οι μελέτες έδειξαν ότι περισσότερο απομονωμένοι είναι οι πληθυσμοί της Σαρδηνίας και Ιβηρικής χερσονήσου, ενώ οι πιο αρχέγονοι εκείνοι της ευρύτερης περιοχής του Καυκάσου.

Η σύντομη περιγραφή της διαδρομής στην προϊστορία της αμπελοκαλλιέργειας, που τελειώνει το 600 μ.Χ., πιστεύω ότι βοήθησε στην προσέγγιση της σημασίας που θα πρέπει να αποδίδεται στον κοινωνικό, οικονομικό και πολιτιστικό ρόλο του συγκεκριμένου φυτικού είδους και ιδιαίτερα για το κύριο προϊόν της μεταποίησης των σταφυλιών, του οίνου.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *