Η Τζένη, ο Μάνος και η Κασέτα…

Το 1959 προβλήθηκε στις κινηματογραφικές αίθουσες η ταινία του Ντίμη Λαδήρα «Κρήτη, το Νησί των γενναίων». Εκεί ακούστηκε για πρώτη φορά το τραγούδι του Μάνου Χατζιδάκι «Μην τον ρωτάς τον ουρανό», με τη φωνή της Τζένης Καρέζη. Το τραγούδι, που έγινε αργότερα παγκόσμια επιτυχία, (με την Μπρέντα Λη, ως All alone am I), γράφτηκε μέσα σε λίγα λεπτά. Ήταν μια μεγαλειώδης τεχνική που αποκάλυπτε το ταλέντο του στη σύνθεση μουσικής, ιδιαίτερα κάτω από την πίεση του χρόνου. Λέγεται ότι το ίδιο συνέβη και με το «Γαρύφαλλο στ’ αυτί». Το ίδιο και με τα παιδιά του Πειραιά, που όπως αναφέρεται, τα έγραψε μέσα στο ταξί, πηγαίνοντας (με το Γιώργο Ζαμπέτα) να το παραδώσει…. Αντιγράφουμε από το βιβλίο του Ζάχου Χατζηφωτίου, (τότε σύζυγός της) με τίτλο «Η Τζένη όπως τη γνώρισα»…

Γράφει: «Η Τζένη αποφάσισε, μέσα στο καλοκαίρι, να γυρίσει μια ταινία, που της πρότειναν. Ασφαλώς, πολύ καλά έκανε η γυναίκα. Τη δουλειά της πρόσεχε πρώτα και μετά το εγώ κατά πόσο θα ήμουν ευχαριστημένος. Βέβαια, πάντα προϋπήρχε συνεννόηση, μεταξύ μας, αλλά εγώ πάντα υποχωρούσα. Γιατί όταν αγαπάς μια γυναίκα, όπως η Τζένη … υποχωρείς.

Η ταινία λεγόταν «Κρήτη, το Νησί των γενναίων» και είχε πολλά γυρίσματα στην Κρήτη, όπου η Τζένη πετιόταν τις Δευτέρες, με το αεροπλάνο (σ.σ. προφανώς όταν δεν είχε θεατρικές υποχρεώσεις) και γυρνούσε την Τρίτη. Της είπα, λοιπόν, ευγενώς προσφερθείς, ότι θα την πήγαινα εγώ στο αεροδρόμιο, αφού θα πηγαίναμε πρώτα από τον Χατζιδάκι (σ.σ. για να τους δώσει την κασέτα με το τραγούδι που θα έλεγε η Τζένη στο γύρισμα) και μετά θα πήγαινα εγώ στον Πειραιά και στη δουλειά μου. Ξυπνήσαμε, λοιπόν, πρωί, κατά τις οκτώ, φύγαμε από το σπίτι και πήγαμε στη Βασιλέως Κωνσταντίνου, όπου έμενε τότε ο Χατζιδάκις. Ώσπου να παρκάρω στη γωνία, η Τζένη είχε κατέβει και χτυπούσε το κουδούνι του Χατζιδάκι, στην εξώπορτα της πολυκατοικίας. Όταν έφτασα κι εγώ στην πόρτα, η Τζένη ήταν ήδη εκνευρισμένη και χτύπαγε για τρίτη φορά το κουδούνι μετά μανίας. «Να δεις που κοιμάται και δεν ακούει και θα χάσω το αεροπλάνο». Προσπάθησα να την καθησυχάσω, λέγοντας: Ηρέμησε και μη σε πιάνει πανικός. Έχουμε ακόμα αρκετή ώρα! «Μα χρυσό μου – ξεκίνησε να μου λέει- το χρυσό μου έμπαινε όταν άρχιζαν τα νεύρα της και ω! του θαύματος, ένας κύριος έβγαινε από την πολυκατοικία και άνοιξε η κάτω πόρτα. Αυτό ήταν ένα βήμα μπροστά στο πρόβλημά μας. Μπήκαμε και ανεβήκαμε τρέχοντας στο δεύτερο όροφο, όπου έμενε ο Μάνος. Η Τζένη ήξερε την πόρτα και έτρεξε και χτυπούσε το κουδούνι. Και το μεν κουδούνι ακουγόταν στο διάδρομο, που χτυπούσε δυνατά, από μέσα, όμως, καμία κίνηση. Η Τζένη άρχισε να δείχνει σημεία παράκρουσης. «Δεν είναι δυνατόν», έλεγε. «Χθες βράδυ συνεννοηθήκαμε να είναι έτοιμη η κασέτα». Άναψε τσιγάρο και άρχισε να ξεφυσάει έξαλλη και με το δίκιο της. Τότε, έβγαλα τα κλειδιά μου και άρχισα να χτυπώ δυνατά την πόρτα με ένα μεγάλο κλειδί και προφανώς, ο ήχος αυτός ενήργησε ευεργετικά για μας στα αυτιά του Χατζιδάκι, διότι σε λίγο ακούστηκε ένας βήχας, μετά το γνωστό σύρσιμο της παντόφλας κι ένα βραχνό «έχομαι», δεδομένου ότι το γράμμα «ρ» για τον Χατζιδάκι ήταν τελείως άγνωστο.

Άνοιξε η πόρτα κι εμφανίστηκε ένας Χατζιδάκις απότομα ξυπνημένος, με ένα τσιγάρο μόλις αναμμένο να κρέμεται απ’ το στόμα με τα μάτια ακόμα μισόκλειστα, αλλά με έκφραση έκπληξης, δηλαδή: «Τι γυρεύετε πρωί – πρωί και χτυπάτε έτσι την πόρτα; … και ακολούθησε ο παρακάτω ιστορικός, τραγικός αλλά και παρανοϊκός διάλογος: –Μάνο, την κασέτα. Μάνο, θα χάσω το αεροπλάνο. – Ποια κασέτα, χρυσό μου, πρωί – πρωί; – (Η Τζένη έξαλλη) … την κασέτα με το τραγούδι που θα πω στο γύρισμα, στην Κρήτη… και τώρα θα χάσω το αεροπλάνο… Η Τζένη, από την αγωνία της είχε μια ελαφρά ασυναρτησία στα λεγόμενά της. Πάντως, ο Μάνος αντελήφθη. Και ήρεμος, της λέει: «Πάμε μέσα να πιούμε ένα καφέ και θα σ’ τη δώσω». Με το θα σ’ τη δώσω, ο Μάνος εννοούσε, θα σ’ τη γράψω τώρα! Και η μεν Τζένη πήγε μέσα στο κουζινάκι, τρέμοντας και του έκανε καφέ, ο δε Μάνος με το τσιγάρο πάντα στο στόμα έκατσε στο πιάνο κι άρχισε να πηγαινοφέρνει τα δάκτυλά του στα πλήκτρα. Μια, λοιπόν, έπαιζε μερικά μέτρα μουσικής, στο πιάνο, μια έγραφε μ’ ένα μολύβι πάνω σε ένα τσαλακωμένο φύλλο χαρτί πενταγράμμου κάποιες νότες και μια διάβαζε τους στίχους που από καιρό του είχε δώσει η Τζένη και τους είχε πάνω στο πιάνο. Κάποια στιγμή έφτασε και ο καφές. Ήπιε δυο γουλιές, πάτησε μια νότα και είπε στην Τζένη: –Για τραγούδα αυτή τη νότα… Η Τζένη έκανε α, α, α, … –Εντάξει, της λέει ο Μάνος, μπορείς να το πεις. Και τότε το έπαιξε όλο μαζί.

Μέσα σε αυτά τα δέκα λεπτά, που μόλις είχε ξυπνήσει, έγραψε αυτό το θείο τραγούδι που λέει: Μην τον ρωτάς τον ουρανό, το σύννεφο και το φεγγάρι, το βλέμμα σου το σκοτεινό, κάτι απ’ τη νύχτα έχει πάρει … λα λα λα, λαλα κ.λπ.! Τώρα, η Τζένη είχε μείνει άφωνη. Της είχε φύγει και ο εκνευρισμός και άκουγε τη μουσική μαγεμένη. Ο Μάνος πάτησε το μαγνητόφωνο που είχε πάνω στο πιάνο, ξανάπαιξε το τραγούδι όλο, με όλες του τις λεπτομέρειες και τα ακομπανιαμέντα. Έβγαλε την κασέτα, την έδωσε στην Τζένη και της είπε: «Άντε στο καλό και να το μάθεις μέσα στο αεροπλάνο». Η Τζένη πήρε την κασέτα, αλλά άρπαξε και το μαγνητοφωνάκι, για να το παίζει μέσα στο αεροπλάνο. Τον φίλησε και του είπε χαμογελώντας: «Πάρε άλλο, ώσπου να σ’ το φέρω πίσω». Και φύγαμε για το αεροδρόμιο. Αυτός ήταν ο Χατζιδάκις με το πληθωρικό ταλέντο».

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *