Μετά από Εξήντα Χρόνια

Μια απίθανη συνάντηση

Πιο μέσα από την Παναγία της Ρίζας, υπάρχει ένα φαράγγι με πολύ απότομους γκρεμούς δεξιά και αριστερά του ποταμού που κυλάει στο βάθος, το Χειμώνα. Γνωρίζω την κάθε του πέτρα και το κάθε του κλαδί, γιατί εκεί από παιδιά κυνηγούσαμε τις πέρδικες με πλάκες και αργότερα με το τουφέκι. Σε κάποιο μέρος του, μέσα στον γκρεμό, υπάρχει μια σπηλιά, που η πόρτα της ίσα που χωράει να περάσεις γονατιστός.

Τυχαία βρέθηκα εκεί, πριν από αρκετά χρόνια,  όταν «έκανα» ακόμη τον κυνηγό. Στο χωματόδρομο που υπήρχε πιο πάνω, με τον οποίο επικοινωνούσαν παλιά οι Ριζανοί με τα υπόλοιπα χωριά και που τελευταία έχει διαπλατυνθεί και μετατραπεί σε αμαξωτό, ένα καινούριο τζιπ είχε σταθμεύσει, ενώ μπροστά από τη σπηλιά, όπου υπάρχει ένα μικρό πλάτωμα,  περιφέρονταν δύο άτομα. Από δύσβατο μονοπάτι που οδηγεί εκεί πλησίασα κοντά, έτσι από περιέργεια, υποθέτοντας ότι πρόκειται για ερευνητές σπηλαιολόγους. Διέγνωσα τις φιλικές τους διαθέσεις από τα γελαστά τους πρόσωπα και βρέθηκα δίπλα τους. Ήταν ένας ογδονταπεντάρης περίπου, ασπρομάλλης, καλοντυμένος, και ένας σχεδόν εξηντάρης. Με τα λίγα Αγγλικά που διέθετα και τα πολύ καλά δικά τους, καταφέραμε κάπως να συνεννοηθούμε. Ήταν πατέρας και γιος, Γκιουζέπε και Μάριος. «Στη σπηλιά αυτή εδώ», μου είπε, «την εποχή του πολέμου, όταν οι Γερμανοί κυνηγούσαν τους Ιταλούς, είχε βρει καταφύγιο και κρυβόταν ο πατέρας μου, που εδώ και χρόνια έχει την επιθυμία να ξαναπεράσει από το μέρος αυτό. Εκεί απέναντι – και μου δείχνει το λιόφυτό μας- ήταν ένα αντρόγυνο, δάσκαλος με τη γυναίκα του που μάζευε ελιές το Χειμώνα του σαράντα δύο…».

Από εδώ και πέρα την ιστορία την ήξερα εγώ καλύτερα γιατί την είχα ακούσει πολλές φορές από τη μάνα μου:

«Γενάρης ήτονε και εραβδίζαμε με τον πατέρα σου εκειά κάτω στη Σπηλιάρα, μα ήτονε μια κρυγιάδα…Στην πέρα μπάντα θωρούμε ένα και ήβγαινε μέσα απού το σπήλιο του Μπαντελή και εκατέβαινε σιγά- σιγά αποκειά τον εγκρεμό και επογκάφισε στο ρυάκι. Μια γκοπανιά τονε θωρούμε και εκατσαπρόβερνε μέσα απου τσ’ αγριλίδες, στην άκρα στο λιόφυτο μας, και μας εξάνοιγε. Εκάμαμέν του με τη χέρα μας νόημα να σιμώσει και εφαίνουντονε φοβισμένος. Με δυο- τρία Ιταλικά που εκάτεχε ο κύρης σου και με τα λίγα δικά μας που εκάτεχε κι αυτός, εκαταλάβαμε πως ήτονε Ιταλός και εχώνουντονε στο σπήλιο, γιατί τσοι ζυγώνανε οι Γερμανοί. Ελυπηθήκαμέν τονε, τον κακομοίρη, γιατί εφαίνουντονε καλός άθρωπος, μια κοσπενταρά χρονώ δα να ’τονε, Κιουζέπη, λέει, τονε λέγανε (Γκιουζέπε). Ήτονε, δάσκαλος κι αυτός και είχε και δυο κοπέλια αφητά. Εκάτσαμε να φάμε δα ύστερα, φασούλες είχαμε απού δεν το ξεχνώ, και μια φρίσα, μυζήθρα, ελιές, ψωμί και του δώκαμε και ήφαε ο κακομοίρης του σκασμού. Δεν εβάστου περίσσο κουτάλι και του ’δωκα το δικό μου. Εγώ δυο φύλλα απού μισό κρομύδι τα ’καμα κουτάλι και ήτρωγα και εγελάσαμε. Εβάλαμέν του και ήπιε και κρασί και του δωκε ο πατέρας σου και ένα τσιγάρο και, σαματίς πως του χαρίσαμε τον κόσμο όλο, μας ήκαμε του κόσμου τσοι σπολατισμούς. «Γκράτσια- γκράτσια», ήλεγε συνέχεια. Ήκατσε ύστερα και μας εβοήθα ίσα με το βράδυ –είχανε, λέει, κι αυτοί ελιές και εκάτεχε- και ύστερα, πρίχου να νυχτιάσει εξαναγιάειρε και επήε να θέσει στο σπήλιο. Ήρχουντονε ύστερα κάθα μέρα ο κακομοίρης και εγώ του βάστουνα και μια παλιά πατανία, γιατί ήτονε κρυγιάδα και εκαψάλιαζε, λέει, μέσα στο σπήλιο κιαμιάν αχιμάδα, για να βράσει. Ήτρωε μαζί μας ό,τι είχαμε και πότε- πότε ήκλαιγε. Ελυπηθήκαμέν τονε και του ’παμε να ’ρθει στο σπίτι, μα δεν ήθελε. Μετά από πεντέξε μέρες, το πρωί απου ’ρθαμε μας είχε αφητή την πατανία διπλωμένη στη ρίζα του μουρέλου και ήτονε φευγάτος. Δεν τον εξανάδαμε ,κύριος είδε αν εξεπέρασε στο σπίτι του, ο κακομοίρης».

Συγκλονιστήκαμε κι οι τρεις, όταν γνωρίζοντας την περιπέτειά τους, είπα πως ήμουν ο γιος του δασκάλου. Με ρώτησαν αν είναι στο χωριό οι γονείς μου, για να έρθουν να τους δουν και να τους ευχαριστήσουν. Στεναχωρήθηκαν, όταν τους είπα ότι ο πατέρας μου έφυγε πριν κάμποσα χρόνια και «το Μαρία» μένει μαζί μου στην πόλη. Τους είπα ακόμη ότι το «πίκολο» που κοιμόταν τότε εκεί δίπλα, μέσα στο σαμάρι του μουλαριού, ήταν η αφεντιά μου. Τότε ο ηλικιωμένος πατέρας με πήρε αγκαλιά και με φίλησε και τον πήραν τα κλάματα, όπως και εμένα. Είναι οι δραματικές στιγμές που γράφουν οι καταραμένοι πόλεμοι από εμφανίσεως του ανθρωπίνου γένους και που δυστυχώς, από ό,τι βλέπομε και στις μέρες μας, δεν πρόκειται να σταματήσουν, παρά μόνο όταν το αφανίσουν από προσώπου γης.

Το βράδυ, όταν γύρισα στο σπίτι, αφηγήθηκα στη μάνα μου την απίθανη αυτή συνάντηση.

-Μάνα κατέχεις ποιον εμόνοιασα σήμερο;

-Ποιο;

-Τον ανεστοράσαι το Κιουζέπη!;

Έκανε ένα μορφασμό, σαν να μην καταλάβαινε-ήδη είχε καταπέσει πολύ πνευματικά.

– Τον Κιουζέπη, μωρέ, τον Ιταλό απού ήρχουντονε την κατοχή εκειά απου εραβδίζετε με τον πατέρα μου στο λιόφυτο, στη «Σπηλιάρα»!!

Δεν ήταν σε θέση να σχολιάσει, φάνηκε όμως κάτι σαν αστραπή να πέρασε από το  θολό μυαλό της και σαν να τραντάχτηκε κάπως. Ύστερα πήρε μια χαρτοπετσέτα και σκούπισε τα λίγα δάκρυα που φάνηκαν στα κουρασμένα της μάτια. Ίσως να είχε για λίγο επιστρέψει στα δραματικά εκείνα χρόνια.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *