… με τα Τραγούδια, που Μεγαλώσαμε!

Δεν είμαι και πολύ του τραγουδιού… Σπανίως τραγουδάω και ποτέ «στο μπάνιο», έκφραση που ποτέ μου δεν κατάλαβα. Δεν είμαι του τραγουδιού, ίσως, επειδή ήμουν υποχρεωμένος να τραγουδήσω, όταν δεν ήθελα και όταν ήθελα ήταν απαγορευμένο. Ξεκινώντας από την ομαδική ψαλμωδία της πρωινής προσευχής στο σχολείο, στην αυλή, πριν την είσοδο στις τάξεις… Ένα «Κύριε των δυνάμεων…» ή το κοντάκιον «Τη Υπερμάχω στρατηγώ…», σε ήχο πλάγιο δ! Αυτές ήταν οι πρώτες χορωδιακές μου εμπειρίες, που όμως είχαν ένα λίγο – πολύ διαδικαστικό χαρακτήρα· κανείς δεν επόπτευε για να ελέγξει ποιος τραγουδάει και πώς. Το μυαλό μας ήταν στο μάθημα της πρώτης ώρας και στην πιθανότητα να εξεταστούμε…

Δεν μιλάμε, βέβαια, για το μάθημα της Ωδικής, που αν και ήταν υποχρεωτικό, όπως όλα τα άλλα, ήταν δευτερεύον και ο καθένας μπορούσε να αιτιολογήσει την αδυναμία του να διακριθεί, με τη δικαιολογία, του ότι «δεν είχε κλίση» στα καλλιτεχνικά! Έτσι, προχωρήσαμε με το «Έλατο» (Το γερμανικό O! Tannenbaum, μεταγλωττισμένο), το «Φιλότιμος κι εργατικός ο γεωργός», τη «Φλαμουριά» (το Lindenbaum, του Φ. Σούμπερτ), την προσευχή «Συ που κόσμους κυβερνάς», φυσικά την «Άγια Νύχτα» (τα γερμανικά κάλαντα, στην ελληνική έκδοση), κάποια δημοτικά κ.ά. Κάπως έτσι εξελίχθηκε η μουσική μας παιδεία στο Δημοτικό σχολείο.

Όταν περάσαμε στο Γυμνάσιο, κάνοντας βάδην, στην ώρα της γυμναστικής, μπορεί να συνοδεύαμε το βήμα μας με το: «Τα ελάτια μας χαρίζουν λυγερή κορμοστασιά και τα χιόνια μας ξεπλένουν απ’ της πόλης τη βρωμιά… Κι ανεβαίνοντας ξανά, πάνω στα ψηλά βουνά, η ψυχή μας παίρνει δύναμη κι αέρα, κι η καρδιά μας λαχταρά, ν’ ανεβούμε πιο ψηλά… σ’ όλα τα ελληνικά τα βουνά», τραγούδι που σε παραπέμπει στη φύση, με σαφώς περιβαλλοντολογικό περιεχόμενο και οικολογικά μηνύματα· ασχέτως πως εμφανίστηκε σε μιαν εποχή που ο κλάδος της Οικολογίας ήταν άγνωστος, ακόμα, στη χώρα μας.

Παράλληλα, δεν έλλειψε και η ωδική αγωγή μας, στο Προσκοπείο… «Μες το φως της χαράς μαζευτείτε, να εργαστούμε όλοι, παιδιά… την ομάδα μας να ‘χουμε πάντα, ριζωμένη βαθειά στην καρδιά. Κι αν η μοίρα μια μέρα θελήσει να χωρίσει καθένα από ‘μας, τίποτα δεν θα εμποδίσει, να προοδεύει η Πρώτη (ή η Δευτέρα κ.λπ.) ομάς… Να μας ζήσει, λοιπόν, η … Δευτέρα, να μας ζήσει ο αρχηγός – υπαρχηγός, που μ’ αυτούς θα βαδίζει η ομάδα, -πάντα εμπρός (τρις)». Όμως, το πιο γνωστό προσκοπικό τραγούδι, παγκοσμίως, είναι το «Τραγούδι του Τζάμπορι», σε μουσική Μάνου Χατζιδάκι και σε στίχους Νίκου Γκάτσου. Το Jamboree είναι μια μεγάλης κλίμακας προσκοπική συνάντηση, που γίνεται κάθε τέσσερα (4) χρόνια· κάτι σαν προσκοπική Ολυμπιάδα. Στο 11ο Τζάμπορι, που έγινε στο Σχοινιά του Μαραθώνα, το 1963, συναντηθήκαμε 14.000 πρόσκοποι, από 89 χώρες του κόσμου και 300 δημοσιογράφοι. Εννοείται, ότι η Αθήνα είχε γεμίσει με προσκόπους, τις ημέρες που ήταν ελεύθερες από τα προσκοπικά μας καθήκοντα.

Υπάρχει, μάλιστα και ένα σχετικό περιστατικό, που ανέφερε η δημοσιογράφος Μαρία Ρεζάν. Δύο πρόσκοποι από τη Μαδαγασκάρη επισκέφτηκαν ένα κεντρικό δισκοπωλείο, στην Αθήνα, για να αγοράσουν δίσκο με αντιπροσωπευτική ελληνική μουσική. Η πωλήτρια τους πρότεινε τα Παιδιά του Πειραιά, αλλά οι πρόσκοποι ανάφεραν, ότι αυτό, τους είναι πολύ γνωστό και στην πατρίδα τους. Τους πρότεινε, μετά, ένα άλλο LP, με μουσική του Μάνου Χατζιδάκι, που κόστιζε 200 δρχ. Ήταν όμως ακριβό, για το προσκοπικό πορτοφόλι, όπως δήλωσαν τα παιδιά. –«Δώσε το δίσκο στα παιδιά, Καίτη. Θα τον «πληΓώσω» εγώ!»… ακούστηκε μια φωνή από το βάθος του καταστήματος. Ήταν ένας ευτραφής μεσήλικας, με ριχτό πουκάμισο, που δεν μπορούσε να προφέρει το «Ρ». Το όνομά του: Μάνος Χατζιδάκις.

Φοιτητικά χρόνια, κατά το ήμισυ μέσα στην επταετία της Δικτατορίας των Συνταγματαρχών. Ο Θεοδωράκης απαγορευμένος και από το 1970 στο εξωτερικό. Τα νέα τραγούδια του, μόνο υπό συνθήκας κρυφού σχολειού. Ο Μάνος Χατζιδάκις στη Νέα Υόρκη και επιστρέφει το 1972, μόνο αφού ανακοινώθηκε κατ’ επανάληψη, στην (νεαρή και ασπρόμαυρη, τότε) τηλεόραση, ότι δεν έχει οφειλές στην εφορεία!!! Επταετία, περίοδος που έγιναν γνωστοί, δημοφιλείς και καθιερώθηκαν Λοΐζος, Μούτσης, Κουγιουμτζής, Γαλάνη, Μητσιάς, ο Μπιθικώτσης σε δεύτερη μεγάλη καριέρα κ.ά. Μπουάτ, Νέο Κύμα … Μαυρουδής, Σπανός, Αρλέτα, Ζωγράφος κ.ά. Είναι η περίοδος, που κάποιος γνωστός φοιτητής με έσπρωξε στη «νύχτα», από όπου πήρα μια γεύση. Ευτυχώς, έμεινα μακριά από το «πεζοδρόμιο»!

Στρατός: «Έχω μια αδελφή, κουκλίτσα αληθινή, -τη λένε Βόριο Ήπειρο, την αγαπώ πολύ (δις)». κ.λπ. Τραγούδι αυστηρώς … υποχρεωτικό. Αυτό είναι που δε μ’ αρέσει… το υποχρεωτικό! Όχι ότι έχω κάτι με το συγκεκριμένο τραγούδι. Έπρεπε, όμως, ν’ ακουστεί δυνατά και καθαρά, καθώς ο λόχος, σε παράταξη κατά τετράδες έκανε ασκήσεις παρέλασης, στο κέντρο Νεοσυλλέκτων, στην Κόρινθο. Και το μεγάλο σουξέ ήταν το: «Αντηχεί ο Γράμμος τα τραγούδια, ξημερώνει λευτεριά. Ξανανθίζουν πάλι τα λουλούδια και φυτρώνουν δάφνινα κλαδιά… Της Πατρίδος το σεμνό κεφάλι, δάφνης στέφανο φορεί και στης μάχης την ανεμοζάλη, ο … 4ος ο λόχος προχωρεί». κ.λπ. Βέβαια, στις μέρες μας, αυτά τα τραγούδια είναι «απαγορευμένα», όπως εκείνα του Θεοδωράκη, επί χούντας· γιατί δεν πρέπει να λέμε ότι έχουμε «αδελφή, κουκλίτσα αληθινή…». Ούτε και συνέβη κάτι, στη μαγευτική κορυφή του Γράμμου, που να μας κάνει, είτε να υπερηφανευόμαστε, αλλά ούτε και να νιώθουμε ντροπή ή απογοήτευση!

Στην παράταξη του λόχου, στην Κόρινθο, ήμουν στη δεύτερη γραμμή, δεξιά. Δίπλα μου είχα ένα συνάδελφο ξανθό, ψηλό, με εκλεπτυσμένα χαρακτηριστικό και με καλλιεργημένη, βροντώδη φωνή, με τον οποίο δεν είχα καμία περαιτέρω σχέση ή γνωριμία. Είχε δηλώσει (κατά Τσαρούχη), ότι στην πολιτική του ζωή ήταν τενόρος, στη Λυρική Σκηνή. Μπορεί και να ήταν έτσι. Με αυτή τη δήλωση, είχε αποκτήσει το παρατσούκλι «ο τενόρος». Το τραγούδι με το Γράμμο, καταλήγει με τη στροφή: «Ορμήστε Γραμμομάχοι, ορθώστε το κορμί… Τα κανόνια δεν σας σκιάζουν, τα μπαζούκας κι ας βροντούν. Οι 300 του Λεωνίδα σας θωρούν κι όλοι σας χειροκροτούν!». Ξέροντας πως έχω δίπλα μου τον «τενόρο» με το ευαισθητοποιημένο μουσικό αυτί, όταν φτάναμε στο «…οι 300 του Λεωνίδα κ.λπ.», «πετούσα» μια «δεύτερη φωνή», που –φυσικά- ξεχώριζε αμέσως και έκανε τον τενόρο να με κοιτάζει λοξά, ξαφνιασμένος και με μια δόση ενδιαφέροντος και επιδοκιμασίας… αν όχι, ζήλειας!

Όταν τελείωνε το εμβατήριο, για να συνεχιστεί ο ρυθμός, ο λοχίας έδινε το παράγγελμα, οπότε ακολουθούσαν τα συνθήματα, (όλοι με μια φωνή και ξεκινώντας με το αριστερό πόδι), όπως: «Ζήτω – Ζήτω – η Έπα- νάστα- σις» κ.λπ. Βλέποντας, σήμερα, τα πράγματα με την ανάλογη χρονική απόσταση, μπορεί να δημιουργούνται σκέψεις… πώς, δηλ. μέσα σε τόσους μορφωμένους ή και αμόρφωτους νεοσύλλεκτους, δεν υπήρχε έστω και ένας, που αντί για «Ζήτω», να φωνάξει «Κάτω». Αυτό είναι ένα καλό ερώτημα, που χρειάζεται αρκετά άρθρα για να αναπτυχθεί και να αναλυθεί. Ιδιαίτερα, όταν φτάναμε στο σύνθημα: «Ζήτω – Ζήτω – ο Πάπα – δόπου – λος», η φωνή μου ήταν δυνατή και ξεκάθαρη. Δεν ξέρεις ποτέ, τι μέρος του λόγου είναι ο διπλανός σου και ιδιαίτερα αυτός ο ξανθός «τενόρος». Θα μπορούσε να σε αναφέρει ως «αντεπαναστάτη», προς «ίδιον όφελος» και άντε να το ξεκαθαρίσεις… και δεν πήγαμε να υπηρετήσουμε την πατρίδα για να βρεθούμε μπερδεμένοι από τενόρους ή βαρύτονους! Όμως, αυτές τις δύσκολες –ψυχολογικά- στιγμές, τις πέρασα σχετικά ανώδυνα. Έφερνα στο μυαλό μου τον Παπαδόπουλο … εκείνο που φτιάνει τα μπισκότα. Είχα, πάντα, μια συσκευασία από τα κρακεράκια του στο γυλιό μου, που, όμως, δύσκολα κρατιόταν αθρυμμάτιστα!!!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *