Οραματίζομαι έναν κόσμο

Οραματίζομαι έναν κόσμο που:

Θα νιώθει για πατρίδα του

ό,τι καλημερίζουν οι θυγατέρες του ήλιου,

θα υμνεί για Θεό του το καθάριο φως της ημέρας,

θα πιστεύει αταλάντευτα στη συνύπαρξη,

μα και στη συναδέλφωση των έμβιων όντων.

 

Οραματίζομαι έναν κόσμο που:

Δε θα οριοθετεί τη γη που τον θρέφει,

ούτε το οξυγόνο που αναζωογονεί το όνειρο,

δε θα απαξιεί μήτε το χαράκι, μήτε το χώμα,

μα θα τα μουσκεύει με τον αγώνα του σταυρικού του πάθους, για ν’ ανθεί, εις το διηνεκές, στα σπλάχνα τους η καρποφόρος ζωή.

 

Οραματίζομαι έναν κόσμο που:

Δε θα αλυσοδένει τον ελεύθερο λόγο,

δε θα καλλιεργεί, ούτε θα επικροτεί την άνιση πάλη,

μήτε θα εκδικείται τη φωτισμένη σκέψη

και δε θα κρατεί του Χάρου-Φονιά το δίκοπο τσεκούρι.

 

Οραματίζομαι έναν κόσμο που:

Θα δέχεται αδιαμαρτύρητα το φευγαλέο του πέρασμα,

δίχως ν’ αποτυπώνει το απύθμενο μίσος του στο κάθε λουλούδι της άνοιξης,

δε θα γκρεμίζει την πέτρα των αρετών απ’ τη θέση της,

αλλά θα αγωνίζεται να προσθέτει διαρκώς μια ακόμη στο βάθρο της σηκώνοντας το θρόνο της δικαιοσύνης ψηλότερα.

 

Οραματίζομαι έναν κόσμο που:

Θα αντιστέκεται σθεναρά στην υποκρισία, στο ψέμα, στην υποτέλεια, στην αλαζονεία, στον καιροσκοπισμό, στον τυχοδιωκτισμό, στον αμοραλισμό, στη σήψη και στο συνειδησιακό εκφυλισμό, ενώ ταυτόχρονα θα ζυμώνει στον ψυχισμό του την περηφάνια των αρετών.

 

Οραματίζομαι έναν κόσμο που:

Θα αγκαλιάζει αδιακρίτως τα χρώματα [φυλές ]

και δεν θα χλευάζει τη διαφορετικότητα των λογισμών.

Θα γίνεται ακοίμητος φρουρός της ατόφιας, καθαρής, ασυμβίβαστης και ανόθευτης αλήθειας.

 

Οραματίζομαι έναν κόσμο που:

Δε θα υιοθετεί τον μηδενισμό του κώδικα των αξιών,

ούτε θα λοιδορεί τα σύμβολα της άλλης Ταυτότητας,

αλλά θα απελευθερώνει αδιαλείπτως λευκά περιστέρια

να φτερουγίζουν στους δρόμους του σκότους ανάβοντας

τους πυρσούς της αδερφοσύνης.

 

Οραματίζομαι έναν κόσμο που:

Σαν υπέρτατη Δύναμη δε θα αποδέχεται την ύλη αλλά το πνεύμα του ουρανού και της γης, όπως κι αν διαχρονικά το ονόμασε ο ίδιος κι όπου κι αν, με την φαντασία του, τού έστησε την αόρατη κατοικία του.

 

Οραματίζομαι έναν κόσμο που:

Δε θα στραγγαλίζει τα οράματα,

δε θα προσπερνά τη δυστυχία του γείτονα,

μήτε θα αποσύρεται στη χλιδάτη δική του όαση,

αλλά θα αγωνίζεται να μετατρέπει την απεραντοσύνη της ερήμου διαχρονικά σε αληθινή όαση.

 

Οραματίζομαι έναν κόσμο που:

Θα μαθαίνει να διαφυλάττει σιωπηλώς «ως κόρη οφθαλμού» την περίσσια σταγόνα, για να ξεδιψά, όταν και όπου χρειάζεται, το σπόρο του θυμαριού μα και την κάθε προνύμφη της μεγάλης του μάνας.

 

Οραματίζομαι έναν κόσμο που:

Θα σέβεται ό,τι αγαπά και θ’αγαπά ό,τι σέβεται,

δε θα σκύβει το σβέρκο στον τύραννο,

μήτε θα λυγά τα γόνατα σε επίγειους «κλειδοκράτορες»,

δε θα σκοτώνει την ελπίδα του στρατοκόπου,

αλλά θα ορθώνει το κορμί του, κοντάρι αλύγιστο, να κυματίζει

σε δαύτο ηλιόφωτος και ατσαλάκωτος ο υγιής στοχασμός.

 

Οραματίζομαι έναν κόσμο που:

Και στο πιο άσημο χαλίκι θα ανιχνεύει τον δικό του Θεό,

στον κάθε κόκκο της άμμου θα σμιλεύει

τα χνάρια του αέναου χρόνου

στο κάθε σπέρμα θα εναποθέτει την προσδοκία

ενός ελπιδοφόρου μέλλοντος

στον κάθε ανθό θα ανακαλύπτει την πραγμάτωση του αδιαφιλονίκητου παρόντος,

 

Οραματίζομαι έναν κόσμο που:

Θα μάχεται στο να σαγηνεύει τις εκρήξεις του

ακούγοντας το θρόισμα των φύλλων να συνθέτουν

την αρμονία του σύμπαντος,

θα ποτίζει ως τα βαθιά του γεράματα, με τον αστείρευτο αλλά ακηλίδωτο ιδρώτα του, το αγλαές δέντρο της ειρήνης

και θα κονιορτοποιεί με τα ατσάλινα μπράτσα του

το προζύμι του διχασμού.

 

Οραματίζομαι έναν κόσμο που:

Θα μαθαίνει να ανιχνεύει την ασκήμια του ωραίου

μα και την ομορφιά του άσκημου,

το φόβο του γενναίου μα και τη γενναιότητα του φοβισμένου.

Θα μπορεί να διαλαλεί ευθαρσώς την αθωότητα της ενοχής,

όσο και να ομολογεί αβιάστως την υποκρυπτόμενη, ενίοτε, εγκληματική αδιαφορία της αθωότητας,

θα κρατά αδέκαστος το καντάρι του μέτρου μοιράζοντας

ακριβοδίκαια το χαμόγελο, μα και την τιμωρία.

 

Οραματίζομαι έναν κόσμο που:

Θα μπορεί ν’ ανεβαίνει το Γολγοθά

χωρίς γογγυσμούς κι ανέκφραστους λογισμούς,

αναζητώντας διαρκώς τις ρίζες του,

ώσπου ν’ ανακαλύψει το Μέγα – Γενάρχη του,

θα κρατά αναλλοίωτα τα υψηλά ιδανικά του, ως ότου έρθει η στιγμή να τα μεταλαμπαδεύσει,«ως ιερή παρακαταθήκη», στους απογόνους του.

 

Οραματίζομαι έναν κόσμο που:

Καρτερικά θα αναμένει του μονοπατιού του το φωτισμό από το ακατάλυτο και ανέγγιχτο Φως, χωρίς να παρασύρεται από το εύρος και το πλήθος των αδυναμιών του σε λαβυρινθώδεις ατραπούς, όπου κυριαρχούν τα αδιέξοδα και το σκότος.

 

Οραματίζομαι έναν κόσμο που:

Θα αφουκράζεται άρα θα υπάρχει

Θα αγωνίζεται άρα θα ελπίζει

Θα δημιουργεί άρα θα αναπνέει

Θα διακηρύττει ξέθαρρα το δικαίωμα, στην απόλυτη ελευθερία

και τον αυτοπροσδιορισμό, κάθε ανθρώπινης ύπαρξης, και συνάμα θα παραμένει ανυποχώρητος στην, χωρίς προϋποθέσεις, υπεράσπιση της εσωτερικής αυτοδιάθεσης του κάθε ομόγνωμου ή ετερόγνωμου πολίτη.

 

Οραματίζομαι έναν κόσμο που:

θα ομνύει στο ανεπανάληπτο αγαθό της ΖΩΗΣ και θα μάχεται με σθένος και ανιδιοτέλεια για την εμπέδωση του σεβασμού της, απ’ όλους ανεξαιρέτως, σ’ όλα τα μήκη και τα πλάτη της υφηλίου,

δε θα αλλοτριώνεται από τους ειδυλλιακούς εναγκαλισμούς της εφήμερης δόξας, ούτε από την πρόσκαιρη εξουσιαστική δύναμη του πλούτου, εγκαταλείποντας αμαχητί το στίγμα της δικής του ταυτότητας.

 

Οραματίζομαι έναν κόσμο που:

Θα στοχεύει στη δημιουργία και στη συνέχεια στο στέριωμα μιας ευνομούμενης κοινωνίας, όπου, όλα τα μέλη της θα δρουν και θα αισθάνονται ως ισόνομοι πολίτες και όχι απλά ως υπήκοοι, συνεισφέροντας ανιδιοτελώς τα μέγιστα στην προσπάθεια της εδραίωσης της φιλίας, της συνεργασίας, της αλληλεγγύης και της αλληλοκατανόησης όλων των φυλών της γης, ως προϋπόθεση αρμονικής συνύπαρξής των.

 

Οραματίζομαι έναν κόσμο που:

Θα εργάζεται νυχθημερόν άοκνα, μεθοδικά, επίμονα και επίπονα, ώστε να συμβάλει στο μέτρο που θα αναλογεί στην ασημαντότητά του, στην καλλιέργεια, στην ανάδειξη μα και στην διάδοση του πολιτιστικού αγαθού, ως του μόνου υγιούς καρπού θρέψης ελεύθερων λογισμών.

 

Οραματίζομαι έναν κόσμο που:

Θα διαχειρίζεται τις διάφορες κρίσεις που ανακύπτουν περιστασιακά και θα είναι αποτέλεσμα είτε άστοχων επιλογών, είτε βεβιασμένων ενεργειών του, με τρόπο απόλυτα νοήμονα και εχέφρονα, έτσι που να προλαμβάνει τον εμποτισμό με κώνειο των υγιών διαπροσωπικών, μα και κοινωνικών σχέσεων.

Τέλος, οραματίζομαι έναν κόσμο που:

Θα παραμένει εξαιρετικά νηφάλιος, ψύχραιμος και σιωπηλός στην καταιγίδα, μα δε θα σιωπά στο καταλάγιασμά της.

Θα αρθρώνει λόγο εποικοδομητικό και φερέγγυο για την εξουδετέρωση των συνεπειών της,

Παράλληλα, θα αποφεύγει το στείρο αράδιασμα συμβουλών και παροτρύνσεων, αν ο ίδιος αδυνατεί να εμπνεύσει με ιδέες και οράματα, μα και να συνεγείρει συνειδήσεις δια του παραδείγματός του και μόνο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *