Ο Αρχαιότερος Όλων των Ελληνικών Χορών

Πυρρίχιος ή Σέρρα

(815α) ὄρχησιν λέγοι. τὴν πολεμικὴν δὴ τούτων, ἄλλην οὖσαν τῆς εἰρηνικῆς, πυρρίχην ἄν τις ὀρθῶς προσαγορεύοι, τάς τε εὐλαβείας πασῶν πληγῶν καὶ βολῶν ἐκνεύσεσι καὶ ὑπείξει πάσῃ καὶ ἐκπηδήσεσιν ἐν ὕψει καὶ σὺν ταπεινώσει μιμουμένην, καὶ τὰς ταύταις ἐναντίας, τὰς ἐπὶ τὰ δραστικὰ φερομένας αὖ σχήματα, ἔν τε ταῖς τῶν τόξων βολαῖς καὶ ἀκοντίων καὶ πασῶν πληγῶν μιμήματα ἐπιχειρούσας μιμεῖσθαι· τό τε ὀρθὸν ἐν τούτοις καὶ τὸ εὔτονον, τῶν ἀγαθῶν σωμάτων (815β) καὶ ψυχῶν ὁπόταν γίγνηται μίμημα, εὐθυφερὲς ὡς τὸ πολὺ τῶν τοῦ σώματος μελῶν γιγνόμενον, ὀρθὸν.

Πλάτωνας

«Πυρρίχιος χορός», όπως τον φαντάστηκε ο Σερ Λώρενς Άλμα-Ταντέμα, Guildhall Art Gallery, Λονδίνο (1869)

Ο πυρρίχιος είναι ο αρχαιότερος ελληνικός πολεμικός χορός. Οι χορευτές χόρευαν κρατώντας ασπίδα, δόρυ και φορώντας περικεφαλαία.

Για την δημιουργία του υπάρχουν τρεις μυθικές εκδοχές:

  1. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Κρόνου, πριν τις Τιτανομαχίες και ενώ ο Ζευς ήταν ακόμα βρέφος, οι Κουρήτες χόρευαν τον πυρρίχιο γύρω του κάνοντας δυνατό θόρυβο με τα όπλα και τις ασπίδες τους για να μην ακούσει ο παιδοκτόνος Κρόνος το κλάμα του.

  2. Στην πολιορκία της Τροίας, ο Αχιλλέας, πριν κάψει το νεκρό Πάτροκλο, χόρεψε τον Πυρρίχιο πάνω στην πλατφόρμα των καυσόξυλων πριν παραδώσει τον Πάτροκλο στη νεκρική πυρά (πυρά – Πυρρίχιος).

  3. Ο Πύρρος (γιος του Αχιλλέα) κάτω από τα τείχη της Τροίας, χόρεψε σε αυτό τον ρυθμό, από τη χαρά του για το θάνατο του Ευρύπυλου (Πύρρος – Πυρρίχιος).

Αναπαράσταση του χορού

Εμπνευστής του θεωρείται ο καταγόμενος από την Γόρτυνα της Κρήτης Θάλητας, ο οποίος κατά τον Αριστοτέλη θεωρείται ο πιο νομομαθής και κατ’ άλλους θεωρείται ο συντάκτης του Κώδικα της Γόρτυνας. Υπήρξε σπουδαίος μουσικός της περιοχής και της εποχής τους και συνέθεσε πολλές ωδές και παιάνες. Υπήρξε φίλος του Λυκούργου της Σπάρτης τον οποίο και επισκέφθηκε μεταφέροντας εκεί τον Πυρρίχιο χορό ή Πυρίχη.

Όποια και αν ήταν η μυθική/ιστορική καταγωγή του Πυρρίχιου, το σίγουρο είναι ότι τον χόρευαν από τον Εύξεινο Πόντο μέχρι την Κύπρο και την Κρήτη, ενώ οι Σπαρτιάτες τον θεωρούσαν ένα είδος πολεμικής προπόνησης και τον μάθαιναν από μικρά παιδιά. Για τον Πυρρίχιο βρίσκουμε αναφορές στον Όμηρο και τον Ξενοφώντα. Ο δεύτερος δε, κάνει λόγο και για μια άλλη, πιο «ελαφριά» ή «εκφυλισμένη» εκδοχή του Πυρρίχιου, την «πύρριχη». Αυτή η νεότερη εκδοχή του χορού υποβιβάζεται σε χορό συμποσίων, δε χορεύεται από ομάδες πολεμιστών χωρισμένους σε αμυνόμενους και επιτιθέμενους αλλά από μία ομάδα χορευτών (ανδρών και γυναικών) σε κύκλο. Ο “Επικρίδιος” και ο “Ορσίτης” ήταν άλλα δύο διαδεδομένα είδη πυρρίχιου χορού κατά την αρχαιότητα.

Στις μέρες μας, τον Πυρρίχιο έχουν διασώσει οι Έλληνες του Πόντου, σε μία μορφή που πλησιάζει την πύρριχη, χωρίς δόρυ και ασπίδα βέβαια, αλλά με τον ίδιο έντονο πολεμικό χαρακτήρα που ήταν έντονο πολιτιστικό στοιχείο των Ποντίων.

Ο ρυθμός του χορού αυτού βασίζεται πάνω στον «πυρρίχιο πόδα», Μουσικό μέτρο σύντομο (γρήγορο) γι’ αυτό και σαν ρυθμός ήταν έντονος και ζωηρός. Χορεύονταν κατά κανόνα από πολλούς χορευτές, συνήθως κατά ζεύγη, έχοντας ο ένας επιθετικό και ο άλλος αμυντικό ρόλο. Ο γρήγορος ρυθμός του χορού δίνει στους χορευτές την ευκαιρία να κάνουν διαφόρους ελιγμούς και να μιμούνται ότι μάχονται. Παρόμοια επιγραφή έχουμε από τον Ξενοφώντα στην Κύρου Ανάβαση. Με την περιγραφή όμως του Πλάτωνα χορευόταν από πολλούς χορευτές στην σειρά, καθοδηγούμενους από τον αρχηγό της ομάδας (χαρακτηριστικό σχεδόν σε όλους τους ποντιακούς χορούς). Θα λέγαμε πως ήταν μία μορφή πολεμικής τέχνης, πολεμικής αγωγής των Σπαρτιατών επί Λυκούργου. Στην Σπάρτη ήταν υποχρεωτικός χορός σε όλους από πέντε ετών και πάνω. Στην Λακωνία ήταν κατ’ εξοχήν πολεμικός χορός, χορευόταν όμως και σε θρησκευτικές γιορτές, όπως στη γιορτή των Διόσκουρων και στις γυμνοπαιδιές.

Σύγχρονοι Πόντιοι χορευτές

Στη διάρκεια των χρόνων οι Πόντιοι συνεχίζουν να χορεύουν τον έντονο πολεμικό χορό, ο οποίος θεωρείται η πιο γνήσια εκδοχή του αρχαίου Πυρρίχιου. Οι χορευτές είναι άντρες, ντυμένοι με μαύρα ρούχα και οπλισμένοι, οι οποίοι στέκονται σε ευθεία παράταξη πιασμένοι χέρι χέρι με το κεφάλι ψηλά. Σταδιακά ο ρυθμός του χορού ανεβαίνει και παρά τις διαφοροποιήσεις που έχει υποστεί στο πέρασμα του χρόνου, τον χορεύουν όμως και μέχρι σήμερα με τους ίδιους ακριβώς σχηματισμούς και τα ίδια πανάρχαια βήματα.

Ο Πυρρίχιος θεωρείται από πολλούς ως ο διασημότερος χορός του κόσμου. Δεν είναι τυχαίο ότι μίλησαν γι’ αυτόν ο Όμηρος, ο Σωκράτης, ο Ξενοφώντας, ο Πλάτωνας, ο Λουκιανός, ο Λυσίας, καθώς και ο Μ. Χατζηκυριάκος-Γκίκας, ο Αλ. Ραγκαβής, όπως και ο Λ. Βύρωνας, ο Μ. Λουντέμης.

Ο Π. Μουζενίδης, σε άρθρο του στο περ. Ποντιακή Εστία (1956, τεύχος 4ον/76ον) χαρακτηρίζει το χορό ως χορόδραμα και τον αναλύει ως εξής:

Ο χορός κατά πρώτον αποτελείται από τρεις «στροφές». Στην 1η, οι χορευτές (ο λαός κατ’ αυτόν) πιασμένοι χέρι με χέρι και με υψωμένα τα χέρια χορεύουν ομαλά, με μια ευφρόσυνη διάθεση ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους. Σιγά-σιγά ο χορός πλησιάζει προς τη 2η στροφή και η διάθεση αλλάζει βαθμιαία. Η ευφροσύνη μεταβάλλεται σε ανησυχία, το σώμα καταλαμβάνεται από ένταση, τα χέρια των χορευτών με κινήσεις ρυθμικές προς τα μπρος και τα πίσω αποπειρώνται να κρατήσουν όρθιο το κορμί, να μην πέσει.

Κατά τον Μουζενίδη, στη φάση αυτή απεικονίζεται η προσπάθεια του πληγωμένου να κρατηθεί στη ζωή και να νικήσει. Κι ενώ το σώμα είναι σκυμμένο, μικρά ζωηρά και κοφτά βήματα αποδίδουν την προσπάθεια του λαβωμένου να κρατηθεί. Στην 3η στροφή έρχεται η ώρα της λύτρωσης. Το σώμα, που λύγιζε και άγγιζε σχεδόν τη γη, παίρνει δύναμη, ο χορευτής αναπηδάει με τα σκέλη πλατιά ανοιγμένα και ορθώνεται στητός, με το κεφάλι περήφανο για να βλέπει ψηλά.

Όταν αρχίζει ο χορός, το σώμα έχει θέση προσοχής σχεδόν, με κλίση 60° προς τα δεξιά. Τα χέρια είναι πιασμένα από τον καρπό, τεντωμένα στους αγκώνες. Οι χορευτές είναι πολύ κοντά ο ένας με τον άλλον. Ο χορός χωρίζεται σε τρία μέρη. Α΄ μέρος: Γίνεται ένα πολύ μικρό βήμα (1), με το δεξί πόδι. Ακολουθεί δεύτερο (2) με το αριστερό πόδι και φορά προς τα δεξιά· το αριστερό πόδι δεν περνάει το ύψος του δεξιού κι έρχεται πολύ κοντά σ’ αυτό. Τα βήματα αυτά επαναλαμβάνονται πολλές φορές, ώσπου ν’ αλλάξει ο τόνος της μουσικής. Το Β΄ μέρος του χορού (Β΄,α) αρχίζει πάλι με το δεξί πόδι (1), που κάνει ένα μικρό βήμα προς τα πίσω. Ακολουθεί ένα μικρό βήμα με το αριστερό πόδι (2), που έρχεται έτσι πίσω από το δεξί. Το τρίτο βήμα (3) είναι διπλό (το δεξί πόδι έρχεται σε διάσταση κι αμέσως το πλησιάζει το αριστερό). Με το τέταρτο βήμα (4) υψώνεται το δεξί πόδι και πατάει/επανέρχεται στη θέση που βρισκόταν. Το 5ο και το 6ο βήμα αποτελούν επανάληψη του 4ου, με φορά προς τα αριστερά, αρχίζοντας με το αριστερό πόδι. Στο 6ο και το 7ο επαναλαμβάνονται οι ίδιες κινήσεις προς τα δεξιά. Το 9ο βήμα είναι διπλό· έρχεται το αριστερό πόδι μπροστά και ακολουθεί το δεξί, που το φέρνουμε κοντά και πίσω από το αριστερό. Με το 10ο βήμα, το αριστερό πόδι απομακρύνεται από το δεξί και έρχεται λίγο μπροστά.

Στη συνέχεια (Β΄,β), εκτελούμε πάλι τα βήματα 1ο-8ο, όπως προηγουμένως, και έπειτα φέρνουμε το αριστερό πόδι, σε διάσταση, προς τα αριστερά. Το πόδι χτυπάει δυνατά το έδαφος. Η κίνησή του συνοδεύεται με ταυτόχρονη κλίση του σώματος προς τα αριστερά. Την κλίση του κορμού βέβαια ακολουθεί και το κεφάλι. Αμέσως μετά (2) υψώνουμε το δεξί πόδι, το φέρνουμε σε θέση διάστασης προς τα δεξιά τώρα, και το πατάμε με δύναμη κάτω. Κορμός και κεφάλι πάλι κλίνουν προς τα δεξιά. Ενώ είμαστε σε θέση διάστασης (3, 4), τα χέρια ανοίγουν προς τα πλάγια, ο κορμός εκτείνεται (με τα χέρια σε ελαφριά κάμψη στους αγκώνες). Ύστερα (5-6) σκύβουμε προς τα εμπρός, φέρνοντας ταυτόχρονα και τα χέρια μας προς τα μπροστά και κάτω. (Β΄,γ). Το σώμα είναι σκυφτό προς τα εμπρός, όταν το αριστερό πόδι υψώνεται και έρχεται προς τα αριστερά (1). Τότε παίρνει κι αυτό φορά προς τ’ αριστερά. Ταυτόχρονα, με το όπλο ή τα χέρια, οι χορευτές χτυπούν προς τα μπροστά, κι αμέσως αναπηδούν πάνω στο αριστερό πόδι, ενώ τα χέρια πιασμένα από τους καρπούς έρχονται πίσω. Οι ίδιες κινήσεις επαναλαμβάνονται προς τα αριστερά (2), με το δεξί πόδι. Ακολουθούν πάλι οι ίδιες κινήσεις (3) με αλλαγή του ποδιού (τώρα χρησιμοποιείται το αριστερό πόδι). Στη συνέχεια (4), υψώνουμε λίγο το σώμα και το στρέφουμε προς τη φορά του χορού, με το μέτωπο στα δεξιά. Φέρνουμε έπειτα το δεξί πόδι προς τη φορά του χορού, εκτελώντας ένα μικρό βήμα. Η ίδια κίνηση ξαναγίνεται (5) με το αριστερό πόδι και επαναλαμβάνεται με το δεξί (6). Όλα αυτά τα βήματα (Β΄,γ) εκτελούνται τρεις φορές, πριν μπούμε στο Γ΄ μέρος. Γ΄ μέρος του χορού: Αφού επαναλάβουμε το Β΄ μέρος 2-3 φορές, οι χορευτές έρχονται προς τα πίσω, με τα βήματα του Α΄ μέρους. Έπειτα χορεύουν επιτόπου ή σταματούν εντελώς. Ο χορός συμπληρώνεται με το «πιτσάκοϊν» (βγαίνουν δηλαδή τα μαχαίρια), που χορεύεται από δύο μόνο χορευτές.

Παλαιότερα, ο Πυρρίχιος λεγόταν στην Κύπρο “πρόλις”, στην Μακεδονία “τελεσίας”, στην Κρήτη “ορδίτης ή επικρήδιος” στη Θράκη “κλαβρισμός”. Παραλλαγές του, σήμερα, στην Κρήτη είναι ο Πεντοζάλης (ή Πεντοζάλι) και ο πηδηχτός.

Στον Πόντο, εκτός του Πυρρίχιου χορεύονταν μια πληθώρα διαφορετικών χορών, όπως «Ανεφορίτσσα» Τραπεζούντας, «Αρματσούκ» διαφόρων περιοχών του Καύκασου και Σεβάστειας, «Αρχουλαμάς» Μπάφρας, «Ατσαπάτ» από τα Πλάτανα, «Γετίερε» Αργυρούπολης, «Γιουρβαλαντούν» ή «Γιουβαρλαντούμ» (αντάρτικος χορός) από την περιοχή της Πάφρας, «Εταίρε» Τραπεζούντας, «Καλόν κορίτς» Ματσούκας, «Κότσαρι» ο δεύτερος πιο φημισμένος ποντιακός χορός μετά τον Πυρρίχιο, με προέλευση τον ανατολικό Πόντο και την επαρχία του Καρς, «Λετσίνα», «Μαντήλια» της περιοχής Κιουμούς Ματέν, «Ομάλ», «Ουτσαϊ» Νικόπολης, «Πιτσάκ» ή «Χορός των μαχαιριών», «Σερανίτσα» ή «Ψευτοσέρα», «Τίταρα» Αργυρούπολης, «Τικ μονό» από την περιοχή Ματσούκας, «Τρυγόνα» (για το ομώνυμο ποντιακό τραγούδι), «Τσουρτούγουσουζ» από το Κιουμούς Ματέν, «Χάλα χάλα» της περιφέρειας Κακάτσης κ.α.

Αρχικά, καθένας από αυτούς τους χορούς είχε συγκεκριμένη γεωγραφική κατανομή στην περιοχή του Πόντου. Ο μεγάλος αριθμός και η ποικιλία των χορών οφείλονταν στη γεωμορφολογία του ποντιακού χώρου. Αυτή η γεωμορφολογία, με την ύπαρξη της μεγάλης οροσειράς των Ποντικών Άλπεων (αρχ. Παρυάρδης, τουρκ. Doğu Karadeniz Dağları], η οποία χωρίζει τον Πόντο σε ορεινό και παράλιο, και την πληθώρα ποταμών και πηγών, έκανε δύσκολη και περιορισμένη την επικοινωνία μεταξύ των περιοχών.

Έτσι, στους χορούς του Πόντου υπάρχουν δύο βασικές γεωγραφικές διακρίσεις. Η μία διαχωρίζει το δυτικό Πόντο (πχ Σινώπη, Νεοκαισσαρία, Σαμψούντα) από τον ανατολικό (πχ Τραπεζούντα,Αργυρούπολη, Κερασούντα, Ορντού, Ματσούκα, Χερίαινα, Καρς κα). Η άλλη διάκριση είναι μεταξύ ορεινού Πόντου (πχ ορεινές περιοχές Αργυρούπολης και Ματσούκας) από τον πεδινό (πχ. πεδινές περιοχές Τραπεζούντας και Σούρμενον). Τέλος, καθοριστικό ρόλο στη συγκρότηση της ποντιακής μουσικοχορευτικής ταυτότητας, έπαιξε η επίδραση αρχαιοελληνικόν, βυζαντινών, λαζικών, νοτιορωσικών και τουρκικών στοιχείων.

Μετά τη μικρασιατική καταστροφή και την ανταλλαγή πληθυσμών που κράτησε μέχρι το 1923, η αίσθηση της προσφυγικής αλληλεγγύης μεταξύ των Ποντίων της Ελλάδας οδήγησε στη συγκρότηση μιας συλλογικής και κοινής πολιτισμικής ταυτότητας, με κοινά χαρακτηριστικά, και ενός κοινού χορευτικού ρεπερτορίου.

Ευχαριστώ

 

Πηγές:

https://el.wikipedia.org/wiki/Πόντιοι

http://www.oraman.eu

http://www.mixanitouxronou.gr

http://pontiosakritas.blogspot.com

http://www.pontos-news.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *