Ο Μίτος

Πανέμορφη, αέρινη και λουσμένη στο κρύο φως της Σελήνης που διαχέεται επιλεκτικά στον χώρο, περιμένει υπομονετικά να ακούσει έστω και μια λέξη, να δει έστω και την παραμικρή κίνηση, να νιώσει τουλάχιστον τη βαθιά, αργόσυρτη αναπνοή του αδερφού της, που όπως σχεδόν πάντα, σκιένδυτος και έγκλειστος σε ένα δικό του κόσμο, αναπαύεται σιωπηλά.

Η παρουσία του και μόνο, της προσφέρει την αίσθηση της απόλυτης ασφάλειας. Θα προτιμούσε να την προστατεύει αυτοπροσώπως η αγέρωχη, αγαλμάτινη μορφή που έχει απέναντι της, παρά ολόκληρη η φρουρά αυτού του νησιού.

Δεν υπάρχει ούτε ένας οπλίτης, υπέρμαχος, ή ακόμα και Ολύμπιος ήρωας που θα μπορούσε να αντιμετωπίσει τον αδερφό της. Η δύναμη και ορμή του, είναι απαράμιλλη. Η τρομακτική βίαιη φύση του -ολοφάνερη στο παρουσιαστικό του- αρκούν για να σπείρουν το φόβο στις καρδιές όχι μόνο των αντιπάλων του, αλλά και όλων των ανθρώπων. Μέσα του όμως, η καρδια του κτήνους, ήταν φτιαγμένη από ατόφιο χρυσάφι. Χρυσάφι λαμπερό, ζεστό, κρυμμένο καλά, από τα μάτια του κόσμου. Κανείς δεν ήξερε ποιος -πραγματικά- ήταν ο αδελφός της. Οι επιφανειακοί άνθρωποι, βλέπουν μόνο τα κύματα του πελάγους, χωρίς να γνωρίζουν τι αβυσσαλέος ωκεανός μπορεί να κρύβεται κάτω από αυτά και η επιφάνεια της θάλασσας που έχει απέναντί της, ήταν για όλους φουρτουνιασμένη και απρόσιτη. Όχι όμως για αυτήν. Αυτή έβλεπε μια γαλήνια μαγική λίμνη, στις όχθες της οποίας μπορούσε ακίνδυνα να αποκοιμηθεί χωρίς κανένα φόβο. Ο θεός Ήλιος θα ζέσταινε τα μακριά μαύρα μαλλιά της και ακόμα και οι Σάτυροι αλλά και οι Νύμφες των υδάτων, δε θα τολμούσαν να περιπαίξουν μαζί της.

Γιατί να μη μπορούν όλοι οι ανθρώποι να τον δουν όπως τον βλέπει αυτή; Γιατί να ζει απομονωμένος, αποξενωμένος και μυθολάτρευτος στις σκοτεινότερες σκιές του βασιλείου, ενώ θα μπορούσε να ζει σαν ήρωας ανάμεσα στους ανθρώπους του νησιού και της βασιλικής αυλής; Απροκάλεστος από θεούς και ανθρώπους. Αυτός! ο αγαπημένος της αδελφός. Υπέρμαχος ενός ακμάζοντος βασιλείου, ξακουστού από τη Φοινίκη μέχρι τις Μυκήνες.

Μια βαθιά εκπνοή που δόνησε τον αέρα γύρω της, διέκοψε τον ονειρικό συνειρμό της, που την είχε παρασύρει εκτός τόπου και χρόνου.

Είναι ήρεμος. Αυτό σημαίνει πως όπου και να αγναντεύει τώρα ο νους του, στα όποια επουράνια πελάγη και να ταξιδεύει, σε ωκεανούς του αστροκέντητου κόσμου και ποταμούς που μέσα τους ρέει εις τους αιώνες των αιώνων ο ίδιος ο χρόνος… Όπου και αν βρίσκεται η ψυχή του, είναι σε ένα μέρος μακρινό και γαλήνιο.

Υπάρχουν άλλες φορές που το μυώδες σώμα του τινάζεται από μόνο του, καθώς τα μάτια του παραμένουν κλειστά και οι χτύποι της καρδιάς του, αντίθετα από τώρα που απέχουν μεταξύ τους μια αιωνιότητα, μοιάζουν με ξέφρενα τύμπανα που προμηνύουν κάποια καταστροφή. Τότε. η βασιλοπούλα ξέρει πως ο αδελφός της πολεμάει με αντιπάλους ισάξιούς του, ίσως και καλύτερους. Πλάσματα που κατοικούν σε κόσμους μακρινούς και άγνωστους στους κοινούς θνητούς. Αλλά πάντα γυρνάει πίσω. Πίσω σε αυτό που η ίδια θεωρεί «πραγματικότητα». Πίσω στην προσωπική του σάρκινη φυλακή και φυλακισμένη σάρκα του.

Το απαλό άγγιγμα της θεάς Σελήνης, που σε λίγο θα φωτίσει το γυμνό κορμί του, θα τον φέρει πίσω στην αφύσικη φυλακή του. Θα του ψιθυρίσει γλυκόφωνα πως είναι ώρα να επιστρέψει και αυτός… θα ανοίξει όπως πάντα τα κατάμαυρα μάτια του στη μοναδική άστεγη αίθουσα του τεράστιου αυτού αρχιτεκτονήματος. Εδώ, μπορεί να ατενίζει το πέρασμα του θεού Ήλιου, τα αμέτρητα άστρα γύρω από τη Σελήνη, αλλά και να νιώθει την κρύα βροχή που ξεδιψά τη μητέρα Γη, τον άνεμο που χορεύει γύρω του πειρακτικά, πριν επιστρέψει στον ασκό του και να ακούσει το κάλεσμα των πτηνών, που ελεύθερα φτερουγίζουν στους αιθέρες.

Θα ανοίξει τα μάτια του και θα ήθελε -όπως πάντα- να είναι μόνος. Του έφερε φαγητό και νερό, δεν είχε πλέον λόγο να βρίσκεται εδώ. Εξάλλου κάθε φορά που καθυστερεί να επιστρέψει, η βασιλική αυλή πλημμυρίζει από βλέμματα ανησυχίας, ψιθύρους και έντονη δραστηριότητα έξω από τη μοναδική είσοδο και έξοδο της περίτεχνης αυτής φυλακής.

Η βασιλοπούλα έριξε μια τελευταία ματιά στο χώρο, που τώρα ήταν αρκετά ευδιάκριτος και έκανε τα πρώτα βήματα προς τη μακρινή έξοδο. Από εδώ και πέρα, μέχρι να βγει πάλι στον καθαρό αέρα -για να αντικρίσει σχεδόν σίγουρα, το θυμό του πατέρα της- έχει λιγοστό φως, ίσα ίσα για να μη σκοντάφτεις στους αμέτρητους τοίχους και διαδρόμους. Σήκωσε πιο ψηλά το λυχνάρι της πριν κάνει το επόμενο βήμα, αλλά σταμάτησε απότομα στο κάλεσμα του ονόματός της.

Αριάδνη»! Η βαθιά, επιβλητική φωνή του Αστερίωνα τη μάγευε. Γύρισε να τον κοιτάξει. Καθήμενος ακόμα στην ίδια στάση, με τα μάτια μισόκλειστα, κοιτώντας ήρεμα προς την κατεύθυνσή της. Δεν υπάρχει λόγος να ειπωθεί κάτι. Σε ευχαριστώ που είσαι εσύ! Αυτές οι λέξεις δε χρειάζονται λόγια. Οι ματιές τους αντάλλαξαν σταγόνες καλοσύνης, μοναξιάς και αγάπης. Η πύλη του λαβύρινθου είναι μακριά και οι πρώτες φωνές του πατέρα της που ακουγόταν σαν από άλλο κόσμο, ήταν σίγουρα γεμάτες οργή. Με λίγα μόλις βήματα, το σκοτάδι των πολυάριθμων διαδρόμων την είχε τυλίξει.

Ο Μινώταυρος έκλεισε πάλι τα μάτια του.

«Σε ευχαριστώ που είσαι εσύ».


Σημίωση Συντάκτη: Ο πίνακας που συνοδεύει το άρθρο, είναι του William Etty (1787–1849), με τίτλο “Αριάδνη της Νάξου”.

One Response

  1. Το γεμάτο μαγεία, υπονοούμενα και δυνατές εικόνες αφήγημα του φίλου Γιάννη σε μεταφέρει σε κόσμους μαγικούς στοιχιωμένους τόπους που η ανθρώπινη διάνοια αδυνατεί να φθάσει. Λόγος ρομαντικός ευαίσθητος μυστηριακός που ωθεί τον αναγνώστη να ανακαλύψει το βάθος και το ύψος των εννοιών. Το απρόοπτο, το υποτιθέμενο ,το παρά προσδοκία τέλος σε ξαφνιάζει. Η Αριάδνη και ο αδελφός της Μινώταυρος οι πρωταγωνιστές της πρωτότυπης αυτής σύλληψης. Εύγε σου Γιάννη.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *