Ο Μυλωνάς και η χήρα

Ήπλωσε πάλι τα πανιά του μύλου, μπας φυσήξει

μαΐστρος γ ή κουφονοθιάς τ’ αλέσματα ν’ αρχίξει.

Στην μπροστινή ντου αυλόπορτας συντάλαχος γροικάται,

κι αφήνει τσ’ απανώπετρας την έγνοια κι αφουκράται.

Εξετρουμίστηκε για μιας κι ολόρθος ξεπεθιέται,

οντέ ’δανε τ’ αμάθια ντου ποια ’ρθε, κι αναρωθιέται.

Σκατοδουλειά του σατανά είναι στο να τη φέρει

σάικα ολομόναχη στου μύλου μου τα μέρη.

Λες να τα καλοταίριαξε να την ξεμοναχιάσω

κι από τη ρόγα τζη να πιω το δρόσος τση ν’ αγιάσω;

Να τη συβάσω μπάρεμου απ’ το δικό τζη στόμα

να πάρω ένα ένα φιλί στ’ ανεβριδένιο στρώμα,

δ’ ανοίξου του παράδεισου οι πόρτες μα ντελόγο

δίχως για μετανοιώματα κιανείς να κάνει λόγο.

Απ’ τ’ αραμάδες είδε ντη πως ήτο αμαναχή τζη

και μ’ ένα κακοφύστανο πλουσίδι στο κορμί τζη

Στέκεται και θωρεί ντηνε ολόρθη στην αυλή ντου

κι όσ’ απομένει ασάλευτη, ξύνει τη γ-κεφαλή ντου.

Μονολογεί, καλολογεί και ξεροκαταπίνει

κι αρίφνητα τση μοίρας του παινάδια-ευκές τση δίνει

Στο μύλο ντου π’ εκόπιασε ν’ αλέσει τ’ άλεσμά τζη

δα μοιραστεί το πόνο τζη σαν μπει στην αγκαλιά τζη.

Να βγάλει το τσεμπέρι τζη, να ιδει στο πρόσωπό τζη,

το δάκρυ ανέ ’ποστέγνωξε από το μάγουλό τζη.

Ήδωκε μάχη τη χαρά μέσα ντου να την πνίξει,

μην κλείσει η παρένθεση, προτού να τση αγγίξει

Χρόνους τηνε λιμπίζου ντο και δα απού ‘ναι ομπρός του,

να μη τση δείξει, σκέφτεται, πως είναι αυτή το φως του.

Πόρισε από το πόρτεγο, μια συντρομή να δώσει

στα δυο μιγόμνια, απού ’χενε του μουλαριού φορτώσει.

Μα η γι άτυχη τον πρόλαβε και τά ’χε αποθεμένα,

στ’ αυλόγυρου τον πέζουλο κι ομορφοταιριασμένα.

Αμοναχή τα φόρτωσες ετούτα τα μιγόμια,

για μπας και σου συντράμανε τσ’ αμπλάς σου τα ογγόνια;

Δε στα γεμίζω σάικα τα γαλανά σου αμάθια,

έτσα που μ’ αποδώκασι τση μοίρας τα γινάθια

Ήντα κουβέντες είν’ αυτές που λες για όνομή σου

π’ άλλος κιανείς δεν ’ποτολμά να πει στην απατή σου

Οσά ντο κύμα στο γιαλό δέρνεσαι νύχτα μέρα

και κουλαντρίζεις χίλια δυο, για να τα βγάλεις πέρα.

Δεν θέλω απ’ τσι συμπόνιες σου, κλάιματα, μήτε δάκρυ

μνιας και γρικώ πως μετά σε, κιαμνιά δε βρήκε ν άκρη.

Μην αφουκράσαι του ντουνιά, πίστευγε των μαθιώ σου

π’ ό,τι θωρούνε κάνε τα γραφτά στο λογισμό σου.

Σα δε γροικάς τα σούφερα, δε κάνεις και το λάθος

ν’ ανοίγεις τσι αγκάλες σου στση ζήλιας τως το πάθος.

Φτάνει απού στσ’ αποσπεργιές αζωντανό με θάφτου

κι αχινοπόδι κάνου με στσι γλώσσες τως και μ’ άφτου,

ν’ αποκεντήσω, να χαθώ απ’ τσ’ εδικούς ντως τόπους

να μη χαλώ τη μ-πιάτσα μπλιό στσι γνωστικούς αθρώπους.

Μάθε κερά μου στων σουχλιών τα γείσα πως κρεμιέμαι

απ’ όσους με θένε επά μα δε τως καταριέμαι.

Ας τσι να λένε διάφορα αυτοί δα κουραστούνε

τα ψόματα ωστέ να ζουν, για με, ν’ αναμασούνε.

Κουτσομπολιά πολλώ λογιώ λένε για όνομής μου

μα ’γω στσι θρόνους βάνω τσι τση ψυχοπόνεσής μου

Άνέ με βρεις σκάρτο κι εσύ ρίξε με στο καμίνι

τσ’ απόρριψης ν’ αποκάω, κι άθος ας μη ’πομείνει.

Εγώ ’ρθα γιατί βιάζομαι, απόψε αν σου βολέσει,

το άλεσμά μου ο μύλος σου ντελόγο να μ’ αλέσει

Κάμε, κερά μου, υπομονή και δα γενεί η δουλειά σου,

μα ’γω προτεραιότητα δα δώσω στη σειρά σου.

Σαν το ’πιτρέψου οι καιροί και τα μελτέμνια ’ρθούνε,

σαν κι άλλα και τ’ αμάθια σου δα κάμω να γελούνε.

Το ζόρλε ντως γατέχω ντο εδά καμπόσους χρόνους

που ορφανά παλεύγουσι τσ’ αμοναξάς τσι πόνους.

και το τζεμπέρι που φορείς βγάλ’ το να ιδείς το φως σου,

να σου χαϊδέψει η δροσιά τση γης το πρόσωπό σου.

βγάλ’ το να ιδεί του ουρανού ο ήλιος τσ’ ομορφιές σου

μόνο κοντεύγου να πνιγού μέσα στσι λύπησές σου.

πληγώθηκες και ήκλαψες, μα ’σαι μικιή ακόμη

κι η μοναξιά η γι- άτιμη είναι βαρύ μιγόμι.

Δεν έχεις χείλια πλάι σου να σε παρηγορούνε

τα δάκρυά σου να ρουφού οντέ δα σε φιλούνε

δεν έχεις μάθια δίπλα σου να σ’ ερωτοξανοίγου

και τση χαράς διάπλατα τσι πόρτες να σ’ ανοίγου.

Δεν έχει η ζήση μοναχά στο διάβα τζη χειμώνες

μα έχει και τσι άνοιξες π’ ανθούνε οι ανεμώνες.

Καιρός σου είναι εδά μπλιό τα μαύρα να πετάξεις

και στη μ-πυρά ντως τσ’ ορφανιάς τσ’ ώρες σου να τσι κάψεις.

Γροικώ σε απ’ ώρας να μου λες ψευτόλογα που λένε,

σα να μη έχου κι άδικο, όλες που σε κατένε.

Λόγια τ’ αέρα λένε ντα μα άνοστά ’ναι όλα

κι όποια συχνά τ’ αναμασά, λε ντηνε κουτσομπόλα.

Ξάνοιξε και του λόγου σου μη μ’ αναθεματίσεις

προτού κοντοσιμώσεις μου και με καλογρωνίσεις.

Πολλές τως μ’ οργιστήκασι κι άλουστο δε μ’ αφήκαν,

κι οι πεθυμιές τως τρόχαλος για πάρτη μου εγενήκαν

όποια φωνιάζει πια πολύ σαν έρθει για ν’ αλέσει,

δίχως να πω τση εμιλιά, γλακά να πα να θέσει.

Για πάρτη σου ότι περνά απ’ τη φτωχή μου χέρα

σαφί δα κάνω ό,τι μου πεις κι ας νιώθω τη φοβέρα

τσ’ απόρριψης να μου χτυπά τη μ-πόρτα τση καρδιάς μου,

πό μια Θεά π’ αζωντανή την έχω εδά μπροστά μου.

Ξύπνιο σε λένε οι πια πολλές, μα ’σαι και κατεχάρης

κ’ αδίσταχτος σ’ ό,τι σκεφτεί, ’πό τσ’ άλλους να το πάρει.

Κι άλλα πολλά ’ναι τ’ άνοστα απού μου μαρτυρούνε

σιλίχουρδα* μου σέρνουνε για να χασκογελούνε. *=κουτσομπολιά

Μα ’γω τως ήσιαξα μαθές ξεχωριστό τεφτέρι

κι ήβαλά τζι ομονοιαστές δυο –δυο σα να ’ναι ταίρι.

Ξάνοιξε στσ’ αράδες του να μη με ζωγραφίσεις

και τον καρπό μου ανάλεστο κι άπραγη μ’ αφήσεις.

Τάξε μου πως ανήμερα δ’ αλέσεις το μιγάδι,

σανέ μολάρει, ο Γιαραμπής τσ’ αέρηδες κουράδι.

Φεύγει ο Πρωτόλης κι έρχονται του Δευτερόλη οι σκόλες

κι έχω ταμένες κάμποσες στσ’ Αγίους του φρατζόλες. [άρτους]

και ακλουθεί ντου ο Αύγουστος με τη σαρακοστή ντου

και λογαργιάζω ’φτάζυμα να σιάξω στη γιορτή ντου.

Στη κοφινίδα ανέ θες φκέραισε τον καρπό μου

να δείξεις πως το λόγιασες το τάμα το δικό μου.

Δεν με πειράζει πως δα ’ρθω ’παδά να βεγγερίσω,

αρκεί μ’ αλεύρι στο σακί ν’ απογιαείρω οπίσω.

Δε θέλω αποσπερίσματα γιατί δε συγκραθιέμαι

και με παρέες θηλυκές, μα το Σταυρό ξεχνιέμαι.

Λέω και κάνω χωρατά, που δε πολυαρέσουν,

και μνια χουφτιά από νωρίς μισεύγου να πα θέσουν.

Γίνεται ξ-ώρας κι αρχινούν τ’ άστρα να τρεμοσβήνουν,

κι όσες τα νταλκαδιάζουνται το στέκι δεν αφήνουν.

Τα χωρατά μου, ρέγουνται, και δεν απομισεύγουν,

μνιας και το λογοδιάρισμα τση γλώσσας μου λατρεύγουν.

Είντα να κάμω π’ ο βορράς χατίργια δε μου κάνει,

να σιάχνω τσι παραγγελιές του κόσμου μάνι – μάνι.

Και μνια φυσά δεν πέμπει μπλιο να δροσερέψει η πλάση,

να γίνει ντάκος, τ’ άλεσμα, τσ’ αθρώπους να χορτάσει.

Κεντά τη μ- πλάση η γι- άπνια ντου και μένα το κορμί μου

η κάψα κι αποκάμνει το και σβήνει η μπόρεσή μου.

Μα η γλώσσα σου δε σταματά τα καθαρογλωσσίδια

μόν’ άφτει αδυνατές φωθιές δίχως αποκαΐδια.

Έχω το ο έρμος τούτονά το τρανταχτό κουσούρι

μα δε τη χώνω όπου βρω την εδική μου μούρη.

Διαλέγω και διαλέγου με κι όπου τη χέρα απλώσω

κατέχω το από πια μπροστά πως δε δα τη γαβρώσω,

δα τηνε φτάξω ως εκειά κι ό,τι μπορεί δα κάμει

και τση φωθιάς το σβήσιμο δα το χαϊδοσυνρτάμει.

Χήρα ’ναι για ομορφονιά όποια κι αν μ’ απαντήξει,

σίγουρος είμαι, ως με θωρείς, πως δε δα βλαστημήξει,

την ώρα απού εσμίξομε κι επρωτοφίλησέ με

και στο σταυρό τσ’ απόρριψης εσταυρωκάρφωσέ με

Από ξαρχής τα λόγια μου καλά ’ναι μετρημένα

κι ούτε παράπονο κιαμνιά είχε ποτές με μένα.

Γροικώ το και τα χάδια σου δε έχουνε ψεγάδι,

χορταίνου κι ομορφαίνουσι τσι πεθυμιές το βράδυ.

Στου έρωντα τον αργαλειό όλα περαματάς τα

κι όποια ρωτήξεις δε δα πει μικιό καλάθι βάστα

Τα χαϊδοπρούκια δε μπορούν να υφαίνουνται με λόγια,

να σβήσου του γεροσεβντά τ’ αδυνατά μποφόρια.

Σ’ ένα αγκωνάρι εσίμωσε και σταυροπόδι εκάτσε

κι ανοίξανε τα σκέλια τζη και τα λαμπάκια ντ’ άψε

Θεέ μου κι είντα δα γενώ και πως δα ξεμπερδέψω,

π’ εθέργιεψέ μου η πεθυμιά και πώς δα την ’μερέψω.

Γλακά και πιάνει το σταμνί και το νερό ντου αδειάζει

στη μπούκα ντου, στο μπέτη ντου και το κορμί μουλιάζει,

μπας κι η δροσιά ντου μονομιάς, το νου ντου συγκρατήξει,

να μην τον βάλει ο πειρασμος κι απάνω τζη χυμήξει.

Για μιας αποδακάνεται και λέξη δε του βγαίνει,

καθώς οθέ του πόρτεγου την περασιά διαβαίνει.

Πολλά βαΐζια είπες μου, μα μένα δεν μ’ αγγίζου,

μιας κι οι δικές σου οι γι-αμαθιές αλλού καμπογυρίζου.

Λέει τση

Γ ή για στραβό με πέρασες και δε θωρώ το ζάλο

τση απατής σου π’ ακλουθά ξωπίσω από ’να άλλο.

Μα η Κερά εσοφούντωνε κι ο νους τση ξεριζώνει

τα όσα την μποδίζανε, αντρούς να μην σιμώνει.

Γέρνει ζερβά και του σακιού το μπούζουνα τσακώνει,

να του συντράμει , είπε ντου, μα αυτός τη χέρα απλώνει.

Κι από τη μέση πιάνει ντη κι απάνω ντου τη σφίγγει,

κι όποια βραχνάδα τσ’ ήρχεται, τση πνίγει στο λαρύγγι.

Φιλεί τηνε , φιλεί τονε μα δεν αποχορταίνουν,

ζάλο το ζάλο σέρνονται, στον αχεργιώνα μπαίνουν.

Ένα ρασίδι ξεκρεμά, και στ’ άχερα το στρώνει.

κι ο γεις τ’ αλλού τη γύμνια ντου για μιας ’ποκαμαρώνει.

Σα-ν τα κουζουλοκόπελα κυλιούνται στο στρωσίδι

κι από το ζόρλε γίνουνται τα κρέτα τως μουσκίδι.

Πλέκονται σα-ν τσι όφηδες κουρλί μα δε χορταίνουν,

τ’ αχείλια ντως απ’ τσι πηγές του έρωντα να γραίνουν.

Γιάειντα τσι γι-ώρες παίρνεις τσι ογλήγορα θεέ μου,

από μπροστά μου οντέ τσι ζω, πιότερο στσι χαρές μου.

Μονολογείς χήρα – θεά μα δε καταλαβαίνω,

μπας κι ήκαμα πράμα στραβό και δε δα σ’ ανημένω

να ξαναρθείς το στάρι σου, αλεύρι να το πάρεις,

να ξανασμίξουμε τα δυο να μάθω ανέ γουστάρεις

άλλης κιαμνιάς ώστε να ζω λύχνο να μην ανάψω

κι όσες στη θύμησή μου ζουν ντελόγο να ξεγράψω

Τα όσα σου μονολογώ άλλα ξεφανερώνουν,

πως τα φιλιά σου για καιρό δα με αναστατώνουν.

Τσ’ αργατινές απ’ τσι πηγές τση σκέψης δ’ ανασέρνω

όσα ’ζησα μες στ’ άχερα, τσι στέρησες να γιαίνω.

κι ώστε να ζω δ’ αναζητώ λιμάνι σαν κι ετούτο

να χαίρομαι στα μουλωχτά τον εδικό ντου πλούτο.

Μού ’σβησες, τη φουνάρα μου, μα ’μεινε καψιλίδα

και κάθαργά δα με κεντά ωσάν την ανονίδα.

Ο πυροσβέστης είμαι ’γώ και μη στεναχωριέσαι,

κι όποντε θες απάνω μου, να ’ρχεσαι να κρεμνιέσαι.

Δείχνεις μου να ’σαι μπεσαλής και μάστορας στο χάδι,

κι όποια κι αν θέσει πλάι σου δε δα σου βρει ψεγάδι.

Πριχού απ’ το κατώφλι σου διαβώ για να μισέψω

πόρισε και τ’ αμνάντε σου, έχε, να μη μπερδέψω,

σε κιαμνιανής γειτόνισσας ομπρός τη μ- προσπαθειά τζη

και μούσκεμα με κάμουσι τα σαλιαρίσματά τζη.

Τα μαύρα από ’σταν ήβαλα η γι-έρμη στο κορμί μου

πληθιάνασί μου μονομνιάς κι οι αναστεναγμοί μου.

Ψεύτικη η συμπόνια ντως, βαριά η γλωσσοφαγιά ντως

γιατ’ άλλα λέν’ τ’ αχείλια ντως κι άλλα ’χου στη γ-καρδιά ντως

Σιάξου γιατί σε ξέχουρδη και δυάρα να μη δίνεις,

κι οντέ σου λάχει ο συζευτής να μην τονε προδίνεις.

Έβγα το ίδιο ατάραχη όπως στον ερχομό σου,

πάρε και το χοντρό σου οζό κι άμε στ’ αρχοντικό σου.

Οντέ δα να ’σαι όφκερη κόπιασε να τα πούμε

στον αχεργιώνα ο γεις τ’ αλλού τσι γλύκες να γευτούμε.

Άμα δα βάλλει ο Βορράς φόκο του μελτεμιού ντου,

έλα να νιώσομε μαζί τσι δρόσους του καιρού ντου.

Κόπιασε να γιατρέψομε το μ- πόνο τση καρδιάς μας.

να σιγουροτσενώσουμε τσι κρίκους τση φιλιάς μας.

Μη μείνει ετούτη η βολά τσ’ αντάμωσης κερά μου

προυκί αμιτοχτένιαστο στα στερνο-όνειρά μου.

Χρόνους πολλούς σε πρόσμενα του ήλιου θυγατέρα

να μου γλυκάνεις τσοι καημούς ομορφοπεριστέρα

μα γιάντα μ’ ονομάτισες του ήλιου θυγατέρα

μπας και θαρρείς πως σου ’φεξε και με ’βαλες στη χέρα;

Ήθελες κι ήθελα και ’γώ μα μη πολυκαυχιέσαι,

για θα σε κάμω σα θεριό πίσω μου να βρυχιέσαι.

Πριν από σένα το ’πανε κι άλλες νεραϊδοπούλες,

μα κάμασι τα μάτια ντως, να τρέχουν σα βρυσούλες.

Οι άντρες δεν ομολογούν ποιες έχουν φιλημένες,

μήτε και πόσες στα χωστά έχουν καταστεμένες.

Άμα το στόμα σφσλιχτό σαν άντρας δεν κρατήσεις,

δα ιδείς το πόσο άκαρδα δα το μετανοήσεις.

Κερά μου,

Του ήλιου έχεις τ’ ουρανού τη λάμψη απού φωτίζει,

μα η μορφή σου όπου φανεί το φως του αλληθωρίζει.

Με τα σακιά σου χάρισε η μοίρα τσ’ ομορφάδες

και ‘δα ζηλεύγου σου πολλές και μπαίνουν σε μπελάδες.

Γι’ αυτό σε λέω ’τσα λοής κι ας κρύβγουνε τα μαύρα

μια Ύπαρξη που τη μ-πουν οι αντίζηλες πατσάβρα.

Μα συ ομπρός σου ξάνοιγε και στσι παραπετρές τως

λάδι μη ρίχνεις στη φωθιά κι ας καίγονται οι ψυχές τως.

Όσο για το αγκάλιασμα το ’χω παραιτημένο

στση λήθης το αθώρητο τοπιό καζικωμένο.

Ο μύλος τάφος γίνεται άμα δα κλείσει η πόρτα

για να τρυπώνει η κάθε μια ελεύθερα όπως πρώτα.

Ποτέ μου δεν παινεύτηκα για τα καμώματά μου,

για δε τα κάνω αμοναχός μα με τη συντροφιά μου.

– Το σούσουρό σου τρανταχτό στσ’ αποσπερίδες βγαίνει

σεργιάνι μες στσι γειτονιές και τσι καρδιές μαραίνει.

-Άχνα μη βγει απ’ το στόμα σου κι ας λένε ό,τι θένε,

βάνε και συ φωτιά π’ αλλού, σαν δεις ότι με καίνε.

Από τον καφά τζη πιάνει την και αποχαιρετά την,

και μουρμουρίζει τση στ’ αυτί το πόσο πεθυμά την.

Πεισματαρού μου φαίνεσαι και δε μου καλαρέσει,

μπας και μ’ αφήκεις αρφανό ’πο ’τσα λοής πεσκέσι

μ’ ανέ μ’ αφήσεις αρφανό απ’ το δικό σου νάζι

του απατού μου δε δα πω, ποτές, κι είντα σε γνοιάζει.

Ποια μάτια και ποιος λογισμός δε δα σ’ αναζητήσει,

αφού σε φλόγα α-δυνατή που ο χρόνος δε δα σβήσει.

Ποια χέργια δε δα νιώσουνε στη ζήση ορφανεμένα,

αν μια φορά σ’ αγγίξουνε κι ύστερα πας σε ξένα.

Ποια χείλια δε λιμπίζουνται τα χείλια τσ’ απατής σου,

να τως ρουφούνε οντε διψούν το νέκταρ τση πηγής σου.

Ποιος δα χαρεί τέτοιο κορμί και δε δα φαρμακώσει,

όποιον τολμήσει απάνω ντου, τη χέρα ντου ν’ απλώσει.

Καλό σου καταβόδιο κι εσύ δ’ αποφασίσεις,

αν θες με την καμπούρα μου, καλή φιλιά να χτίσεις.

Ξωπίσω σου δε δα γλακώ τσούμαρος πληγωμένος

μήτε ζητιάνος δα γενώ σαν ξενηστικωμένος.

Μα σαν απομακρύνθηκε το νου τζη βασανίζει

και άθελά τζη πού και πού ξωπίσω τζη γυρίζει.

πό τόπε, ομπρός στα μάτια τζη, την κάθε μια εικόνα

φέρνει τη, απού ήζησε μέσα στον αχεργιώνα.

Ηντάτανε και τούτο να τ’ αποψερνό φουσάτο,

να ψάχνει σώνει και καλά τση φλέγας μου τον πάτο.

Δ’ αναστορούμαι για καιρό τα ερωτόλογά ντου,

περίσσια όντέ μ’ έκατσε γδυμνή στα γόνατά ντου.

Σαν όμορφοι κελαηδισμοί στα αυτιά μου δ’ αντηχούνε,

μέχρι να ’ρθει η γι-ώρα ντως να ξαναειπωθούνε

Τη γ-κοιμηθιά μπεγιέντισα π’ έκειά στο άψε σβήσε,

μ’ έβαλε στον παράδεισο και μου ’πε, επά ζήσε.

Εσωκουζουλαθήκαμε, και δα στην ύστεργιά μας,

τα βούγια εσυζέψαμε χωστά ’πό τα παιδιά μας.

Ήφταξε στο κονάκι τζη μα ναι σεκλεντισμένη,

αφού στη σάρκα τζ’, ήφηκε σπίθα μισοσβησμένη

Καλιά ’χω να χωρίσομε, προτού η φωτιά φουντώσει,

και τσιγουδίσει τα φτερά, που με ’χουνε λυτρώσει.

Εγιάτρεψέ μου το κορμί, μα τη ψυχή μου όχι

κι ας είναι μάστορας παντού και στην αλευροδόχη.

μ’ ανέ μπορεί ν’ αφουκραστεί π’ αλάργο τη φωνή μου

δα ’ναι μπορείς κι από κοντά ν’ ακούει τη φωνή μου.

Και η η καρδιά δ’ αφήνει τον να μπαίνει σαν το μόρτη

απ’ του σεβντά τζη το κρυφό – στσ’ άλλους – το πανωπόρτι

Ο χρόνος που ’ν’ κι αυτός γιατρός δε μ’ έχει θεραπέψει

μήτε και χέρα αλλουνού τσι μπέτες μου χαϊδέψει,

απ’ όντες τσι αργατινές πεντάρφανη κοιμούμαι

και στ’ όνειρό μου αμοναχά τα χάδια αναστορούμαι,

ολόρθη ξεπετάγομαι ’δρωμένη ξαναμμένη,

μα ξαναθέτω αχάιδευτη σαν τη κορυζασμένη.

Εδά θαρρώ ανεμαζωμό δε θα ’χει ο λογισμός μου

που δε δα ν είναι ολότελα ’πό ’δά κι ομπρός δικός μου

Δεν τόλμησα ν’ αντισταθώ στο νάμι ντου η γ-έρμη

και στ’ άψε-σβήσε εγίνηκα το θύμα ντου η παντέρμη

εγίνηκ’ ό,τι γίνηκε τα μαύρα εξεσκιστήκαν,

και τα τσεμπέρια εγίνανε κλωστές κι εσκορπιστήκαν.

Δε μετανιώνω απού ’βαλα εις τη φωθιά τα μαύρα,

να σοκεντήσου κι ας καώ στσ’ αγκάλης του τη λαύρα.

Κρίμα δα το ’χω στη ζωή γιατί ’ναι παντρεμένος

μα ’ναι και στο κεράτωμα πολιτογραφημένος.

Ξεθυμασμένη λένε μπλιο πως είναι η κερά ντου

κι ελόγου ντου ατζοπατεί σαν να ‘ν’ στα ήπατά ντου.

Χηράδες μα κι ανύπαντρες στο μύλο τριγυρνούνε

κι οι παντρεμένες σαν τσι δουν τσι χιλιοβλαστημούνε.

Ο διάολός του μ’ έσπρωξε να μπω στην αγκαλιά ντου

και δα μανίζω ’δά και ’γώ για κάθε συντροφιά ντου.

Κι ας είμαι χήρα ’νούς χρονού κι οι θύμησες πενθούνε

το μακαρίτη κάθα ντις κι Εμέ, κακομοιργιούνε.

Ανέ το κάμει βούκινο το κρίμα στο λαιμό ντου

δα ’ρθει καιρός που δα ζητά, κι αυτός, το λυτρωμό ντου.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *