Ο Μύθος του Σίσυφου και η Ελληνική Εκπαίδευση

Ο μύθος του Σίσυφου είναι γνωστός, αλλά ας τον θυμηθούμε άλλη μια φορά. Ο Σίσυφος, ιδρυτής και βασιλιάς της Εφύρας (αργότερα Κορίνθου), ήλθε σε σύγκρουση με τον Δία, ο οποίος τον τιμώρησε στέλνοντάς τον στον Άδη. Κατάφερε, όμως, και τον Άδη να ξεγελάσει με την πονηριά του και να επιστρέψει ξανά στη γη. Τελικά ο Ερμής τον επανέφερε στον Άδη, όπου οι «κριτές των νεκρών» τού όρισαν ως βασανιστήριο να κουβαλάει ένα βράχο στην κορυφή ενός βουνού. Φτάνοντας στην κορυφή, η πέτρα δεν σταθεροποιείτο, αλλά έπεφτε από την άλλη. Αυτό επαναλαμβανόταν αιωνίως. Είναι γνωστό ότι ο Γάλλος λογοτέχνης και φιλόσοφος Αλμπέρ Καμύ έχει γράψει το βιβλίο «Ο μύθος του Σίσυφου», ένα έργο στο οποίο ο αγώνας του Σίσυφου εναντίον των θεών γίνεται σύμβολο της μοίρας του ανθρώπου.

Ωστόσο, δεν θα μιλήσω εδώ για το φιλοσοφικό συμβολισμό του μύθου. Όπως φανερώνει και ο τίτλος τούτου του άρθρου, θα συσχετίσω τον μύθο με την πολύπαθη ελληνική εκπαίδευση, με το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα. Ίσως πει κάποιος ότι μια τέτοια προσέγγιση είναι αντιεπιστημονική και αλυσιτελής. Ο μύθος, ωστόσο, μπορεί να αποβεί πολύ πιο δραστικός από τις επιστημονικές αναλύσεις στη μεταφορά του μηνύματος, όπως δείχνει εξάλλου η χρήση του από μεγάλους στοχαστές (π.χ. Πλάτων).

Ποιες είναι, λοιπόν, οι αντιστοιχίες του μύθου με την ελληνική Εκπαίδευση; Σίσυφος είναι οι εκάστοτε κυβερνώντες και βράχος η Εκπαίδευση. Οι πρώτοι αναλαμβάνουν την υποχρέωση να λύσουν τα προβλήματα της Εκπαίδευσης, να σηκώσουν το βάρος της δημιουργίας ενός εκπαιδευτικού συστήματος που να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις των καιρών και της ελληνικής κοινωνίας, που θα λαμβάνει υπόψη τα συμπεράσματα των Επιστημών της Αγωγής, της Παιδαγωγικής Επιστήμης και κάθε άλλου παράγοντα που ασκεί επίδραση στην εκπαίδευση των παιδιών. Σαν άλλος Σίσυφος κάθε κυβέρνηση έχει χρέος να ανεβάσει το βράχο της Εκπαίδευσης στην κορυφή του βουνού και μάλιστα χωρίς ο βράχος να κυλήσει από την άλλη πλευρά, χωρίς δηλαδή η Εκπαίδευση να αρχίζει από τη αρχή, κάθε φορά που αλλάζει η κυβέρνηση.

Σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες (π.χ. Φινλανδία, Γερμανία) η εκπαιδευτική πολιτική έχει μια σταθερότητα, επειδή οι κυβερνώντες έχουν μια σταθερή πυξίδα και υπάρχει εθνική πολιτική για την Εκπαίδευση. Επομένως, εκεί ο Σίσυφος έχει καταφέρει να λυτρωθεί από την «κατάρα της αιώνιας τιμωρίας» και το εκπαιδευτικό σύστημα μπορεί να φέρνει τα αποτελέσματα που η κοινωνία επιθυμεί. Ο βράχος του εκπαιδευτικού συστήματος δεν πέφτει από την άλλη μεριά του βουνού, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το εκπαιδευτικό σύστημα δεν έχει δυνατότητα για αλλαγές. Απλώς, οι αλλαγές έχουν ενσωματωθεί στην ίδια τη λειτουργία του συστήματος της Εκπαίδευσης με τρόπο που δεν δημιουργεί αναταράξεις.

Αντίθετα, στην Ελλάδα ο Σίσυφος εξακολουθεί να ανεβάζει κουρασμένος και καταϊδρωμένος το βράχο, που όλο του ξεγλιστρά και πέφτει από την άλλη πλευρά. Από πού ξεκινά άραγε η «κατάρα» της ελληνικής Εκπαίδευσης; Ποιος έχει καταντήσει την Εκπαίδευση των Ελληνοπαίδων βράχο που δεν μπορεί να ισορροπήσει; Η γνώμη μου είναι ότι η «κατάρα»ξεκινά από δυο παράγοντες: 1)την απουσία εθνικής συνεννόησης και εθνικού σχεδιασμού και 2) την ιδεοληπτική και εμμονική αντιμετώπιση της Εκπαίδευσης. Οι δυο αυτοί παράγοντες σαφώς και είναι συγκοινωνούντα δοχεία, διότι όταν ο ιδεολογικός παράγοντας είναι εκείνος βάσει του οποίου λαμβάνονται οι αποφάσεις και ασκείται η εκπαιδευτική πολιτική, τότε ο εθνικός σχεδιασμός απουσιάζει και είναι επόμενο η Εκπαίδευση να γίνεται άθυρμα στις επιδιώξεις των κομμάτων.

Μπορεί η ελληνική Εκπαίδευση να απαλλαγεί από την τιμωρία του Σίσυφου; Μπορεί ο βράχος της Εκπαίδευσης να βρει την ισορροπία του; Για να συμβεί αυτό θα πρέπει να απαλλαγεί από την «κατάρα»που προαναφέραμε: να αντιμετωπιστεί ως θέμα εθνικό και όχι ιδεολογικό και κομματικό, να ληφθεί υπόψη η ιδιαιτερότητα της Ελλάδας ως χώρας με το συγκεκριμένο κλίμα, τη συγκεκριμένη ιστορία, τις συγκεκριμένες κοινωνικές ανάγκες, τα συγκεκριμένα οικονομικά, κοινωνικά, πολιτικά προβλήματα. Δεν χρειάζονται αντιγραφές ούτε «μετακενώσεις» τύπου Κοραή, διότι, όπως έχει γράψει ο ομότιμος καθηγητής του Παν/μίου Πατρών Σήφης Μπουζάκης, «ένα επιτυχημένο σχολικό σύστημα σε μια άλλη χώρα, ούτε να αντιγραφεί μπορεί ούτε να εισαχθεί ατελώνιστα σε άλλη χώρα μπορεί σαν να πρόκειται για αυτοκίνητο μεγάλου κυβισμού για να το οδηγούν οι διαβρωμένοι μικροαστοί του Νότου».

Αφήνοντας, λοιπόν, κατά μέρος τις ιδεολογικές εμμονές και τον κομματισμό, αλλά με πνεύμα γνησίως δημοκρατικό, οι ελληνικές κυβερνήσεις θα πρέπει, με διάλογο σοβαρό με πολιτικούς, εκπαιδευτικούς και κοινωνικούς φορείς, να δώσουν απαντήσεις σε καίρια ζητήματα που αφορούν το ρόλο του σχολείου (κοινωνικό, πολιτιστικό, οικονομικό), το είδος της γνώσης που θέλουμε να λάβουν τα παιδιά και που θα συνάδει προς το ρόλο του σχολείου, τους εκπαιδευτικούς και την όλη δομή της Εκπαίδευσης.

Η απάντηση σε αυτά τα θεμελιώδη ζητήματα θα δοθεί: 1) αν οι έχοντες την ευθύνη της εκπαιδευτικής πολιτικής λάβουν υπόψη και μελετήσουν όλες τις επιτυχημένες μεταρρυθμίσεις που έγιναν στη χώρα μας από τον Καποδίστρια ως τον Βενιζέλο και από τον Γεώργιο Παπανδρέου και Παπανούτσο ως το νόμο 1566/1985 του Απ. Κακλαμάνη. 2) Αν εξετάσουν τους λόγους που κάποια βιβλία στην πορεία της ελληνικής Εκπαίδευσης, με τα οποία γαλουχήθηκαν εκατομμύρια Ελληνόπουλα, είχαν μια σταθερή αξία επί πολλά χρόνια. 3) Αν στρέψουν την προσοχή τους στο δάσκαλο: στην επιμόρφωσή του και στην κοινωνική και οικονομική του αναβάθμιση. 4) Αν νομοθετήσουν με τρόπο που η ελληνική Εκπαίδευση να ξεφύγει οριστικά από τον κομματικό και πελατειακό εναγκαλισμό. Όπως γράφει και πάλι ο Σήφης Μπουζάκης, και με τη σημερινή κυβέρνηση ο κομματισμός και οι αντιαναπτυξιακές παθογένειες της Εκπαίδευσης «αντί να αμβλύνονται, μάλλον επιδεινώνονται με ολίγη δημοκρατική επίφαση με την ψήφο των εκπαιδευτικών στην επιλογή στελεχών της εκπαίδευσης.» (ό. π.). Εδώ θα πρέπει να τονιστεί ότι δεν νοείται αλλαγή στην Εκπαίδευση δίχως αξιολόγηση, μια διαδικασία που δυστυχώς έχει δαιμονοποιηθεί από όλα σχεδόν τα κόμματα και από τους συνδικαλιστικούς φορείς των εκπαιδευτικών. 5) Αν αξιοποιήσουν τα διδάγματα και οι εμπειρίες των συστημάτων εκπαίδευσης των ευρωπαϊκών κρατών, δίχως όμως και μηχανιστική αντιγραφή τους.

Ο μύθος του Σίσυφου, ως σύμβολο της ελληνικής Εκπαίδευσης, δείχνει, νομίζω όλο τον παραλογισμό που επικρατεί εδώ και χρόνια σ’ αυτό τον ευαίσθητο και κρίσιμο για την πορεία (οικονομική, κοινωνική, πολιτική και πολιτιστική) της χώρας μας. Μήπως είναι καιρός να ξεφύγουμε από την «κατάρα» του Σίσυφου, που τελικά λειτουργεί σαν βαρίδι και δεν αφήνει την Εκπαίδευση να απογειωθεί και να πετάξει προς το μέλλον που αξίζει στην πατρίδα μας, τη χώρα όπου γεννήθηκε η έννοια της Παιδείας;

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *