Πάνω από μια Άχρωμη Πόλη

Ένα σύγχρονο λεύκωμα της Θεσσαλονίκης

Αν το δώρο της ζωής, το πού θα γεννηθείς, είναι μια “ζαριά”, τότε θα ήθελα να ευχαριστήσω τον όποιον υπεύθυνο της τύχης μου, για το ότι η ζαριά αυτή με “έβγαλε” στη Θεσσαλονίκη.

Είμαι από τους ευλογημένος που πρόλαβαν και ήπιαν νερό από το λάστιχο, που πετούσαν την τσάντα όταν γυρνούσαν από το σχολείο και πήγαιναν για παιχνίδι, που γυρνούσαν το βράδυ γεμάτοι λάσπες, για να κάνουν ένα αναγκαστικό μπάνιο να είναι καθαροί την άλλη μέρα στο σχολείο, όλα αυτά μέχρι το 1985 που η Άνω Πόλη άλλαξε πρόσωπο και έγινε μία παρα-αριστοκρατική συνοικία.

Από τις πρώτες μέρες της ζωής μου μέχρι και την ώρα που εκπλήρωσα τη στρατιωτική μου θητεία (και αυτό γιατί μετά δε σταμάτησα να ταξιδεύω) πέρασα τα πρώτα στάδια της ζωής μου, σε μία πόλη μαγική. Μία πόλη που παρόλο το μέγεθος της, οι άνθρωποι της, καλόκαρδοι, φτωχοί, φιλόξενοι, κρατούσαν ακόμα μέσα τους ένα στοιχείο ανθρωπιάς και ένα στοιχείο ζεστασιάς, ένα σημάδι ότι η Θεσσαλονίκη δεν ήτανε μία αφιλόξενη και αποξενωτική μεγαλούπολη, ήταν ακόμα μία πόλη γεμάτη ανθρώπους. Και αυτό που δίνει την ιδιαιτερότητα σε κάθε τόπο, δεν είναι η αρχιτεκτονική της, ή το φυσικό της τοπίο, ή κάτι παρόμοιο (αν και βοηθάνε). Μπορεί να επισκεφτείς μία πόλη που έχει τα πιο ωραία κάστρα, τα πιο ωραία κτίρια και την πιο όμορφη αρχιτεκτονική, να είναι και πεντακάθαρη και νά ‘ναι ένα όνειρο, αλλά αν σου φέρονται όλοι απαίσια, αν είναι όλοι αγενείς, δεν πρόκειται να ξαναπάς, θα επιστρέψεις στον τόπο σου με τις χειρότερες εντυπώσεις. Είναι λοιπόν οι άνθρωποι αυτοί που δίνουν μία ιδιαιτερότητα σε έναν τόπο, μπορεί να πας σε ένα μικρό και εγκαταλελειμμένο χωριό με λιγοστούς κατοίκους, στη μέση του πουθενά, που οι άνθρωποι να είναι τόσο ζεστοί και τόσο φιλόξενοι, να σου δώσουν ό,τι έχουν, να σου δώσουν την ίδια τους την καρδιά και σε αυτόν τον τόπο, θα ξαναπάς και θα ξαναπάς και θα ξαναπάς.

Το σύμβολο της πόλης, ο Λευκός Πύργος επί Τουρκοκρατίας

Έτσι ήταν λοιπόν η Θεσσαλονίκη, μία πόλη όπου η καλοσύνη των ανθρώπων εξέπεμπε μια ζεστασιά που λειτουργούσε σαν ομπρέλα πάνω από ολόκληρη την πόλη και όταν έφτανες με το τρένο ή το πλοίο ή και το αεροπλάνο στη Θεσσαλονίκη, αυτή η ζεστασιά σε άγγιζε και σε έκανε να νιώθεις διαφορετικά, σε έκανε να νιώθεις καλύτερα, ανθρώπινα… “Θεσσαλονικιώτικα”. Λες και η Θεσσαλονίκη ήταν μία ζωντανή οντότητα και οι άνθρωποι που ζούσαν μέσα της ήταν σαν μικροοργανισμοί που μετέφεραν οξυγόνο στα κύτταρα της, επούλωναν τις πληγές της και καλλιεργούσαν την ομορφιά της.

Αυτά όμως ίσχυαν στο παρελθόν, από ένα σημείο και μετά η Θεσσαλονίκη άρχισε να αλλάζει, άρχισε να κατηφορίζει και να μετατρέπεται από μια όμορφη μεγαλούπολη σε μεγαλούπολη (σκέτο), με καμία διαφορά από όλες τις υπόλοιπες μεγάλες πόλεις του κόσμου, ξένη, κρύα και αφιλόξενη.

Θα προσπαθήσω να μη φωτογραφίσω συγκεκριμένα πολιτικά πρόσωπα αλλά όλα ξεκίνησαν από επιτηδευμένες ενέργειες γνωρίζοντας την καταστροφική συνέπεια τους προς την πόλη, οι οποίες έγιναν για προσωπικό όφελος ατόμων που κρατούσαν -σε διάφορες βαθμίδες- τα ηνία της τοπικής διακυβέρνησης.

Βέβαια για να λέμε τα πράγματα με το όνομα τους, η κατηφόρα της Θεσσαλονίκης ξεκίνησε όταν ξαναέγινε ελληνική το 1912. Το μεγαλύτερο πρόβλημα της πόλης τότε, δεν ήταν η ανάπτυξη της, αλλά το ποιος θα κυριαρχήσει ανάμεσα στις μειονότητες που κατοικούσαν σε αυτήν. Η πόλη για αιώνες ολάκερους ήταν ουσιαστικά εβραϊκή. Όταν ο Μουράτ ΙΙ κατάκτησε την πόλη, “μετακόμισε” σε αυτήν εβραϊκές οικογένειες για να αναπτυχθεί το εμπόριο, κυρίως στα υφάσματα και στη βαφή υφασμάτων, έκτοτε, η συντριπτική πλειοψηφία κατοίκων της πόλης ήταν Εβραίοι. Αυτό άλλαξε απότομα όταν η πόλη του 1912 έγινε πάλι ελληνική. Ο μουσουλμανικός πληθυσμός της πόλης εκδιώχθηκε και στη θέση του ήρθαν να κατοικήσουν στην πόλη Έλληνες, οι οποίοι θεωρούσαν την πόλη -πλέον φυσικά και ευνόητα- ελληνική και δική τους και η πολυπληθής παρουσία των Εβραίων τους ενοχλούσε. Αυτό το “πρόβλημα” φυσικά λύθηκε κατά τη διάρκεια του Β’ παγκοσμίου πολέμου όπου το 99% του εβραϊκού πληθυσμού της πόλης εκδιώχθηκε από τους ναζί με κατάληξη για ολόκληρο το εβραϊκό ποσοστό αυτό -χωρίς καμία εξαίρεση- το Άουσβιτς. Αντί λοιπόν να ασχοληθεί κάποιος με τη κατασκευή ενός δρόμου, νοσοκομείου, ή έστω να κλείσει μια τρύπα στο χώμα, ασχολούνταν με το ποιος είχε το πάνω χέρι στην πόλη.  

Εδώ και 100 χρόνια λοιπόν, κανένας αρμόδιος δεν ενδιαφέρθηκε να ανοίξει μία πόρτα ανάπτυξης στη Θεσσαλονίκη, να δημιουργήσει κάποιου τύπου δομή για να μπορέσει η πόλη να σταθεί στα πόδια της αντάξια των σύγχρονων άλλων μεγαλουπόλεων του κόσμου (με ελάχιστες εξαιρέσεις όπως η δημιουργία της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης), η πόλη απλά υπολειτουργούσε. Μέχρι που πριν από 2-3 δεκαετίες, άρχισαν να κλείνουν και οι διακόπτες της μηχανής που κρατούσε την πόλη εν ζωή.

Θέα από το παράθυρο του πατρικού μου, στην Άνω Πόλη

Θυμάμαι… όταν ήμουνα μικρό παιδί, κάθε πρωί που ξυπνούσα άνοιγα το παράθυρο του σπιτιού, που βρίσκεται στην Άνω Πόλη (για όσους γνωρίζουν από Θεσσαλονίκη, αναφέρομαι στο σημείο που βρίσκεται το βυζαντινό τείχος), από που η θέα προς τη Νύφη του Θερμαϊκού είναι άπλετη και ατένιζα κάτω στο λιμάνι που ακόμα τότε κυκλοφορούσαν αρκετά πλοία. Αυτό (η κυκλοφορία πλοίων) κάποτε σταμάτησε, γιατί απλά κάποιοι επιτήδειοι έκλεισαν ένα από τα μεγαλύτερα λιμάνια της Μεσογείου μέσω του οποίου είχαν εύκολη και άμεση πρόσβαση τα εμπορικά πλοία -και τα εμπορεύματα που μετέφεραν- στη Μακεδονία και τα υπόλοιπα Βαλκάνια.

Λίγο μετά έκλεισε και η Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης, ένα ετήσιο γεγονός στην πόλη το οποίο -για τις μέρες που διαρκούσε- της άλλαζε το πρόσωπο. Θυμάμαι όταν ήμουν στο γυμνάσιο/δημοτικό θέλαμε όλα τα παιδιά της τάξης να είμαστε οι πρώτοι που θα επισκεφτούμε την έκθεση, για να γυρίσουμε πίσω με τις εμπειρίες μας και όλες τις πολύχρωμες εικόνες που αποτυπώνονταν στο παιδικό τότε μυαλό μας, από τη μεγαλοπρεπή αυτή εκδήλωση. Η Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης ήταν ένα “τρελό” πανηγύρι, ήτανε γεμάτη ένταση, γεμάτη χρώματα, γεμάτη θετική ενέργεια. Ήταν δύο εβδομάδες διασκέδασης και “πανζουρλισμού”.

Πάει και αυτό όμως, μια μέρα η διεθνής έκθεση απλά έκλεισε, τεμαχίστηκε σε διάφορα μικρότερα κομμάτια που το καθένα είχε ένα αντίστοιχο αντικείμενο: μία έκθεση καθαρά για το σπίτι, μία έκθεση καθαρά για επαγγελματίες, μία έκθεση καθαρά για τους αγρότες κλπ. κλπ. κλπ.

Οι πρώτες μέρες της Διεθνής Έκθεσης Θεσσαλονίκης

Λίγο αργότερα άνοιξαν και τα πρώτα μεγάλα εμπορικά καταστήματα έξω από τα όρια της πόλης, τα πολυ-κέντρα αυτά είχαν και παρείχαν ό,τι ήθελε ο καταναλωτής και πλέων, ένα μεγάλο μέρος του αγοραστικού κοινού, σταμάτησε τις σαββατιάτικες επισκέψεις στο κέντρο της πόλης, γιατί όλοι πλέον κατευθύνονταν στα νέα και μοντέρνα πολυκαταστήματα. Οι πιο λόγιοι, θα τα γνωρίζετε και ως “μολ” (πληθυντικός: τα μολς. Παράδειγμα: Πήγα στο μολ). Την ίδια εποχή που άνοιξαν αυτά τα νέα πολυκαταστήματα, από ένα διαβολικό παιχνίδι της τύχης -και να υπενθυμίσω ότι ζούμε στον πλανήτη των συμπτώσεων- κάηκαν τα δύο μεγάλα πολυκαταστήματα που βρίσκονταν χρόνια ολάκερα, δεκαετίες, στο κέντρο της πόλης, ο Κλαουδάτος και ο Μαρινόπουλος. Κάποιοι κακόγλωσσοι μιλάνε για εμπρησμό, αλλά όπως όλοι γνωρίζουμε, στη χώρα μας -ευτυχώς- δεν έχουμε τέτοια φαινόμενα. Όταν ήμουν πολύ μικρός, η μητέρα μου με έπαιρνε κάθε Σάββατο μαζί της στον Κλαουδάτο, για παρέα και πιο μεγάλος, για “χαμάλη”… να κουβαλάω τις σακούλες με τα ψώνια. Έπειτα πηγαίναμε ακριβώς δίπλα στη στοά Καπάνη (που ως δια μαγείας υπάρχει και λειτουργεί ακόμα), για φρέσκα ψάρια ή κάτι άλλο “μυρωδάτο” (είμαι πεπεισμένος πως αν καταργούνταν κάποτε τα Πολίτικα λουκάνικα, θα έπεφτε η -γλυκιά- “βρώμα” της περιοχής κατά 70%).

Αυτά όμως… ήταν μόνο η αρχή της κατρακύλας, το “σκούντημα”.

Κάποια στιγμή (λίγο αργότερα), ο τότε δήμαρχος της πόλης αποφάσισε να ξεκινήσει την κατασκευή Μετρό. Τη χρηματοδότηση του έργου αυτού, την ανέλαβε… ο ιδιωτικός του ραδιοφωνικός σταθμός. Κάποιοι -πάντα κακόγλωσσοι- λένε πως επρόκειτο για διαφημιστικό κόλπο, για να συγκεντρώσει ο ραδιοφωνικός σταθμός χρήματα -μεγάλα ποσά- από δωρεές διαφόρων ενδιαφερομένων για το καλό της πόλης. “Ίσως” και να είχαν δίκιο, γιατί το έργο αυτό φυσικά δεν έγινε ποτέ. Αν θυμάμαι καλά τότε σπούδαζα στον “Ευκλείδη”, ένα κτίριο από την άλλη μεριά της πόλης το οποίο στέγαζε πολλά εκπαιδευτικά ιδρύματα: λύκεια, τεχνικά λύκεια, τεχνικές επαγγελματικές σχολές, πολλά και διάφορα και το λεωφορείο της γραμμής του “Ευκλείδη” περνούσε ακριβώς από το “σημείο” της κατασκευής του Μετρό και όταν λέω “σημείο” δεν εννοώ εργοτάξιο, ενώ “σημείο”. Είχαν ανοίξει μία τρύπα -και εννοώ μία απλή τρύπα- ένα λάκκο, στον οποίο είχαν αδειάσει δίπλα του αμμοχάλικο, καθώς και διάφορα άλλα υλικά οικοδομών, τα οποία δύο κακομοίριδες μετακινούσαν δεξιά και αριστερά επί ένα οκτάωρο, κάθε μέρα, για μήνες. Για να γίνει αυτό φυσικά, έκλεισε μία λωρίδα ενός από τους μεγαλύτερους και σημαντικότερους δρόμους της πόλης… για μήνες!

Με το τέλος της θητείας του ο συγκεκριμένος δήμαρχος εξαφανίστηκε. Σήμερα δεν γνωρίζει κανείς πού βρίσκεται και πιστεύω ότι αυτό είναι καλύτερο για όλους.

Ηλιοβασίλεμα στις εγκαταλελειμμένες προβλήτες του λιμανιού

Επόμενο χτύπημα για τη Θεσσαλονίκη, ήταν η καθιέρωσή της ως Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης για ένα χρόνο.

Θα μου πείτε τώρα ότι αυτό βέβαια είναι καλό, η συμπρωτεύουσα γέμισε με εκθέματα, γέμισε με εκδηλώσεις, ήρθε και πέρασε κόσμος, ήρθαν και πέρασαν καλλιτέχνες, τουρισμός, διασκεδάσαμε πολύ όλοι, μάθαμε νέα πράγματα περί τέχνης και πολιτισμού και ο θεσμός της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης, έβαλε τη Θεσσαλονίκη σε έναν επιπλέον χάρτη.

Το τίμημα όμως ήταν μεγάλο. Αντί να δημιουργηθούν δομές, για να συνεχίσει η Θεσσαλονίκη να έχει μία έντονη πολιτιστική παρουσία για αρκετά χρόνια μετά αν όχι για πάντα. Τα χρήματα που δόθηκαν για την ανάδειξη της πόλης ως πολιτιστική πρωτεύουσα, απορροφήθηκαν σε διάφορες ανούσιες δραστηριότητες και “επενδύσεις”. Η πόλη γέμισε -“πνίχτηκε” κυριολεκτικά- στη “μοντέρνα τέχνη”. Κάθε σημείο της πόλης με λίγο πράσινο, κάθε σημείο της πόλης που μπορούσε να φιλοξενήσει ένα -θεωρούμενο- έργο τέχνης, καταλήφθηκε από έναν ατελείωτο σωρό σκουπιδιών, που μόλυναν οπτικά την πόλη με την παρουσία τους. Δεν θυμάμαι -χωρίς να θέλω να το παίξω αυστηρός κριτής- να είδα ένα έργο τέχνης” εκείνες τις μέρες, που να μου έκανε καλή εντύπωση. Πολλοί επιτήδειοι “καλλιτέχνες” πληρώθηκαν χρυσάφι, για να παραδώσουν άνθρακα. Επιπρόσθετα -και στην Ελλάδα “ευνόητα”- δεν δημιουργήθηκε καμία δομή, για να μπορέσει η πόλη να φιλοξενήσει τον επιπλέον όγκο επισκεπτών κατά τις διάφορες εκδηλώσεις της, με αποτέλεσμα κάθε βραδιά συναυλίας (δηλαδή εκείνη τη χρονιά… συνέχεια) σε τυχαία σημεία της πόλης, η Θεσσαλονίκη κυριολεκτικά να φρακάρει, να σταματάει η κυκλοφορία σε μία πόλη ενός -τότε- εκατομμυρίου ανθρώπων, το οποίο φαινόμενο άρχισε κάποια στιγμή να κουράζει τους κατοίκους της πόλης, οι οποίοι ανακουφίστηκαν όταν όλο αυτό επιτέλους έλαβε τέλος. Και φυσικά, όταν το “πάρτι” τελείωσε, μείναμε εμείς κ’ εμείς για να μαζέψουμε τα σκουπίδια.

Η Αψίδα του Γαλέριου, το σημείο συνάντησης παντών άπαντων στη Θεσσαλονίκη

Έγιναν βέβαια μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια και κοινωφελή έργα για την πόλη. Όταν ήμουν μικρός, δε μπορούσες να πλησιάσεις το λιμάνι, από τη βρώμα των σκουπιδιών που βρίσκονταν μόνιμα συσσωρευμένα στην επιφάνεια της θάλασσας, μάλιστα μερικές φορές σου έδιναν την εντύπωση που μπορούσες να περπατήσεις πάνω τους, γιατί σχημάτιζαν ένα συμπαγές “χαλί” βρώμας, πάνω στο νερό.

Αυτό κάποτε έληξε. Δημιουργήθηκε βιο-καθαρισμός, το “χαλί/χάλι” σκουπιδιών “σκουπίστηκε” και εξαφανίστηκε μια και καλή. Τεράστιο καλό για την πόλη.

Την ίδια εποχή, απέναντι από τον Λευκό Πύργο, υπήρχε ένας ζωολογικός κήπος με υποτυπώδης εγκαταστάσεις, ο οποίος επίσης βρομούσε αφάνταστα. Ειδικά ο χώρος του τράγου! Αυτός ο τράγος ήταν απλησίαστος, λόγω της έντονης μυρωδιάς του (αλλά και του “απότομου” χαρακτήρα του).

Ο ζωολογικός αυτός κήπος, κάποτε μετακόμισε με το καλό και την ευλογία όλων εκτός πόλης, σε ένα κοντινό άλσος, σε καλύτερες εγκαταστάσεις, αλλά φυσικά στο “Ελλαδιστάν” τέτοιου είδους επενδύσεις δεν “περπατάνε” πολύ.

Φτιάξανε και ένα περιφερειακό δρόμο, δυστυχώς με διάρκεια ζωής 5 ετών (μετά φράκαρε) και αρχικά με οδοσημάνσεις σε κάθε έξοδο/είσοδο, με αποτέλεσμα φυσικά… τα αμέτρητα ατυχήματα. Ευτυχώς, χρόνια μετά, έγινε έλεγχος από την Ευρωπαϊκή επιτροπή που δάνεισε τα χρήματα για το έργο, η οποία πρόσεξε πως κάποιος “ξέχασε” να κατασκευάσει ανισόπεδους κόμβους. Τώρα τα ατυχήματα είναι λιγότερα μεν, αλλά δεν μηδενίστηκαν, λόγω του τεράστιου αριθμού οχημάτων που κινείται σε ένα δρόμο κατασκευασμένο για ούτε τα μισά αυτοκίνητα. 

Εν ολίγης, έχουν γίνει και έργα στην πόλη, αλλά ποτέ δεν έγινε κάτι που να βελτιώσει ουσιαστικά τη ζωή των κατοίκων της, να νιώσει ο κάθε Σαλονικιός πως κάποιος σύνδεσε μια φιάλη οξυγόνου στη μηχανή που κρατάει τη πόλη εν ζωή. Τη μηχανή που αν της βγάλουμε τη πρίζα… game over.

Και η εν λόγο μηχανή, τελικά σταμάτησε να λειτουργεί.

Πριν από μία δεκαετία και κάτι, η Θεσσαλονίκη δέχτηκε ακόμα ένα ισχυρό πλήγμα. Το 2006, αποφασίστηκε η κατασκευή Μετρό.

Αρχικά το έργο ήταν προγραμματισμένο να ολοκληρωθεί το ‘08, μετά υπολογιζόταν να ολοκληρωθεί το ‘12, αυτό με τη σειρά του έγινε ‘16 και τώρα, ύστερα από εκατοντάδες κλειστές λόγω του έργου επιχειρήσεις/καταστήματα, ύστερα από ανυπολόγιστη δυσφορία και ένταση που το έργο αυτό διοχέτευσε άφθονα στο -ήδη άλυτο- κυκλοφοριακό πρόβλημα της πόλης, ύστερα από αλλεπάλληλες διαπραγματεύσεις, παύσεις του έργου και επανεκκινήσεις, μας έχει δοθεί (οριστικά και αμετάκλητα) το ‘21, σαν οριστική χρονολογία λειτουργίας ενός απλούστατου σε σύγκριση με οποιουδήποτε άλλου Μετρό έργο. Όταν βέβαια ολοκληρωθεί, θα δώσει μια ανάσα, θα ανοίξει αυτή η φιάλη οξυγόνου που η Θεσσαλονίκη τόσο χρειάζεται, αλλά ας μην προτρέχουμε. Έχουμε 2-3 χρονάκια μπροστά μας και αυτός ο χρόνος στο “Ελλαδιστάν”, είναι υπέρ-αρκετός για να πάει κάτι στραβά.

Λαμβάνοντας υπόψιν όλα τα προαναφερθέντα και επαυξάνοντας με το φαινόμενο της έντονης ανεργίας στην πόλη, αλλά και της σημαντικά χαμηλής αμοιβής (για τους λίγους τυχερούς που εργάζονται) που επικρατεί σήμερα, η Θεσσαλονίκη έχει καταντήσει να είναι μια γκρίζα, άψυχη μεγαλούπολη (για τα Ελληνικά δεδομένα). Η θετική και ζεστή ενεργειακή ομπρέλα που απλώνονταν πάνω από την πόλη, έχει χαθεί. Αυτό το αόρατο χέρι ζεστασιάς που ένιωθα να με αγγίζει όποτε κατέβαινα από το τραίνο, το πλοίο ή το αεροπλάνο, δε βρίσκεται πλέων εκεί να με καλωσορίσει. Νιώθω ξένος στο ίδιο μου το σπίτι. Όλες αυτές οι αναμνήσεις, τα πρόσωπα των παιδικών χρόνων, οι αταξίες (μπόλικες), η ζωή της Θεσσαλονίκης, το σπίτι στην Άνω Πόλη, τα γατιά μας, τα καναρίνια μας, το ατελείωτο παιχνίδι στη γειτονιά με τα άλλα παιδιά… όλα αυτά έχουν πλέων “φυλακιστεί” σε μια φυσαλίδα ομορφιάς η οποία ταξιδεύει στους ανέμους του Βαρδάρη, πάνω από μια άχρωμη πόλη.

Σημείωση: Η κεντρική φωτογραφία είναι η μοναδική φωτογραφία της πόλης με το παραθαλάσσιο τμήμα των τειχών της υψωμένο. Η φωτογραφία τραβήχτηκε το 1890 και φυσικά είναι ασπρόμαυρη. Επειδή αφιέρωσα αρκετές εργατοώρες να τη χρωματίσω στον υπολογιστή, σε μεγάλο μέγεθος (για να τη κρεμάσω κάπου), σκέφτηκα να τη μοιραστώ μαζί σας. Οπουδήποτε αλλού τη βρείτε στο διαδίκτυο, θα είναι άχρωμη.

Οι σύγχρονες-έγχρωμες φωτογραφίες, είναι δικές μου.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *