Πριν Γεννηθεί η Σελήνη

Σύντομο Διήγημα

Αρκαδία 12.000 π.Χ.

Μου αρέσει να ονειρεύομαι.

Όποτε κλείνω τα μάτια μου, κάτω από το ζεστό φως των άστρων, ανοίγω την πύλη της υπερκόσμιας πραγματικότητας, κοντά στους αστρικούς θεούς που φροντίζουν εμάς, τις φευγαλέες και περιπλανώμενες “σπίθες ζωής” πάνω στη μητέρα όλων, Πανγαία. Σαν πυγολαμπίδες χωρίς φτερά, ανήμποροι να συλλάβουμε το μεγαλείο της αιωνιότητας που οι αστροφώτιστοι αφέντες του κόσμου μας, εκπέμπουν μαγευτικά.

Εκεί, σε αυτό το μέρος όπου αντιλαλούν παντού απόκοσμες μελωδίες από αγγελικές χορωδίες, που ποτέ μου δε μπόρεσαν να εντοπίσω, όσο επίμονα και αν το προσπάθησα. Εκεί, που κανένα άστρο δεν χαρίζει το φως του, αλλά δεν έχει ποτέ σκοτάδι, αλλά μήτε και φως. Εκεί σε αυτό το μέρος νιώθω ότι πραγματικά ανήκω. Μαζί με τους αρχιτέκτονες του σύμπαντος, αυτούς… που κατασκεύασαν κάποτε τον κόσμο μας και τώρα, χιλιάδες των χιλιάδων χρόνια μετά… ένα δεύτερο μικρότερο κόσμο, να φωτίζει χαϊδευτικά όταν το πέπλο της νύχτας απλώνεται γύρω μας.

Ένα ζεστό φως με τραβάει προς τα πίσω και νιώθω ξανά τον καθαρό αέρα της Αρκαδίας να φιδογυρίζει ανάμεσα στα μακριά μου μαλλιά.

Ανοίγω τα μάτια μου και αντικρίζω τέσσερα ατίθασα άτια, υπάκουα μόνο στον αφέντη τους, να διασχίζουν τον ουράνιο θόλο τόσο ψηλά, που είναι αδύνατον να τα διακρίνεις ένα προς ένα και από πίσω τους, ο θεός Ήλιος, στο χρυσό του άρμα να χαρίζει απλόχερα αυτό που έδωσε ζωή σε όλη τη φύση που φιλοξενεί στην αγκαλιά της η μητέρα Γη. «Φλέγωωωωωωωων» φώναξα με όση δύναμη μου επέτρεψαν τα πνευμόνια μου, «Λάμπος… Αίθωψ… Αίθων» περιμένοντας με απερίγραπτο ενθουσιασμό να ακούσω κάποιο χλιμίντρισμα που σαν τη βροντή της θεόσταλτης αστραπής, θα ηχούσε σε όλο το ουράνιο στερέωμα.

Τίποτα. Ίσως κάποια άλλη φορά. Ίσως αν φωνάξω αρκετά δυνατά, να με προσέξουν, να γυρίσουν να με κοιτάξουν και τότε να ανταποκριθούν. Ίσως αν βρίσκομαι πιο κοντά τους, τότε να με ακούσουν. Ναι! Αυτό είναι. Θα πρέπει να ανέβω πιο ψηλά, στο ψηλότερο σημείο της Αρκαδίας. Εκεί θα δοκιμάσω ξανά.

Δεν υπάρχουν μονοπάτια που να πηγαίνουν  προς την κορυφή, αλλά ακόμα και αυτά που κατηφορίζουν είναι λιγοστά και κρυμμένα καλά, γιατί στις παρυφές των γύρω βουνών, κάτω στο ισιάδι, κυκλοφορούν οι “Επιπίπτοντες”, πανύψηλα, σχεδόν γιγάντια πλάσματα που στέκονται σαν κι’ εμάς στα δυο τους πόδια, που μοιάζουν αρκετά με τους ανθρώπους στην όψη, αλλά αυτοί έχουν κατάμαυρα μάτια, μακριά γένια που με τον καιρό καφετίζουν από το άπλυτο αίμα των θυμάτων τους και ακόμα και αν μπορούσαν να κρυφτούν κάπου, η έντονη ανυπόφορη μυρωδιά τους θα τους πρόδιδε από μακριά. Άγρια σαρκοφάγα όντα που τρέφονται κυρίως με τη σάρκα ανθρώπων, αλλά θα επιτεθούν γενικά σε ό,τι βρουν μπροστά τους. Κάποιοι λένε πως είναι το γέννημα της ένωσης θεών και ανθρώπων. Λένε πως αυτό δεν έπρεπε να γίνει ποτέ, πως είναι έγκλημα και η τιμωρία του… είναι οι επιπίπτοντες. Μόνο οι θεοί μπορούν να λύσουν το πρόβλημα που δημιουργεί η ύπαρξή τους, αλλά προφανώς δεν είναι πρόβλημα γι’ αυτούς, οπότε και δεν ασχολούνται.

Για καλή μας τύχη, υπάρχει αρκετή “τροφή” κάτω στο ισιάδι και μέχρι τώρα δεν έχει ανηφορίσει κανένας σαρκοβόρος γίγαντας -αλλά μήτε και άνθρωπος- προς τα μέρη που ζούμε εμείς.

Οι άνθρωποι απ’ το ισιάδι από την άλλη, παραμένουν και αυτοί μόνο στις παρυφές, δεν μας τιμούν ποτέ με την παρουσία τους επειδή φοβούνται τον δικό μας θεό. Μπορεί να μην είναι ψηλός, ξανθός και όμορφος, όπως οι επουράνιοι επισκέπτες μας, αλλά ήταν εδώ πολύ πριν ο πρώτος καπνός από τον καταυλισμό των ανθρώπων ζωγραφίσει μαύρες γραμμές στον καταγάλανο ουρανό της Αρκαδίας. Κάποιοι έχουν ακούσει τη μελωδία της συριγγάς του να ηχεί από μακριά, κάποιοι δηλώνουν πως τον έχουν δει και υπάρχουν ακόμα και αυτοί που επιμένουν πως του έχουν μιλήσει. Εγώ ξέρω πως μας παρακολουθεί και μας προστατεύει από τα ψηλότερα και πιο δύσβατα σημεία των βουνών. Είμαστε όλοι παιδιά του, ακόμα και οι άνθρωποι στο ισιάδι, που τρομάζουν στο άκουσμά του. Ελπίζω κατά την ανάβασή μου στην κορυφή του βουνού, να ακούσω τη μελωδία του, να νιώσω την υπέρτατη δύναμη της παρουσίας του, έστω και από μακριά.

Η κορυφή του βουνού δεν είναι πολύ μακριά, θα βρίσκομαι εκεί πολύ πριν νυχτώσει και το πρωί θα είμαι έτοιμος να δοκιμάσω τη φωνή μου ξανά. Ένα χλιμίντρισμα μου φτάνει. Θα είναι το δικό μου κατόρθωμα, η δική μου ιστορία που θα μοιράζομαι με τους δικούς μου, όταν μαζευόμαστε όλοι μαζί για να τιμήσουμε το θεό και προστάτη μας.

 

Με όλη μου λοιπόν τη καλή διάθεση, γεμάτος ενέργεια και ευθυμία, έκανα μεταβολή για να κάνω το πρώτο μου βήμα και… πάγωσα στη θέση μου. Όχι από φόβο, αλλά από αμηχανία. Για όλα λοιπόν υπάρχει η πρώτη φορά.

 

Δύο άνθρωποι από το ισιάδι, παγωμένοι και αυτοί στη θέση τους όπως και εγώ. Με κοιτάζουν τρομαγμένοι, αμήχανοι, αλλά και έτοιμοι να το βάλουν στα πόδια. Ποτέ δεν τους πειράξαμε, ποτέ δεν τους ενοχλήσαμε, ακόμα και όταν στις ηχορυπούσες και κακόφωνες γιορτές τους προσέβαλαν την αρχέγονη μορφή του πατέρα – θεού μας, καίγοντας κακοφτιαγμένα ομοιώματα του, εμείς… απλοί παρατηρητές, κρυμμένοι στις φυλλωσιές και τις σκιές των δέντρων. Και τώρα; Ήρθαν οι άνθρωποι από το ισιάδι να μας κυνηγήσουν; Να μας σκοτώσουν, να πάρουν τις προβιές μας για ενδύματα και πέδιλα; Θαρρώ όμως πως όχι. Όπλα οι δύο τους που έχω μπροστά μου, δεν βλέπω να βαστούν. Φοβισμένοι και οι δύο, αλλά από εμένα τον σωματικά μικρότερο τους γιατί να φοβούνται τόσο; Τουλάχιστον, αν μιλούσαμε την ίδια γλώσσα, θα προσπαθούσα να βρω μια διέξοδο στην πιο αμήχανη στιγμή της ζωής και των τριών μας, αλλά οι άνθρωποι από το ισιάδι μιλάνε μια παράξενη γλώσσα που την καταλαβαίνουν μόνοι αυτοί και οι αγγελικοί αφέντες τους. Ένα βήμα πίσω θα δείξει υποταγή, ένα βήμα μπροστά, επιθετικότητα. Καλύτερα όμως να προσπαθήσω να διαφύγω, γιατί κανένας άνθρωπος από το ισιάδι δεν μπορεί να προφτάσει κάποιον από εμάς, ειδικά σε αυτό το ανώμαλο έδαφος. Αυτό θα κάνω! την επόμενη φορά που θα ανοιγοκλείσουν τα μάτια τους, θα εξαφανιστώ, αλλά… την επόμενη στιγμή, έγινε κάτι ακόμα πιο απροσδόκητο. Οι ήδη φοβισμένοι άνθρωποι, έχασαν ξαφνικά κάθε ίχνος χρώματος από το δέρμα τους. Η μάτια τους με προσπέρασε και καρφώθηκε πάνω σε κάτι που τους αφαίρεσε κάθε ίχνος ζωτικής ενέργειας από το σώμα τους. Παράλληλα, ένιωσα όλες τι τρίχες του σώματος μου να σηκώνονται, ο αέρας γύρω μου ζέστανε απότομα και υπερβολικά και μου ήταν δύσκολο να αναπνεύσω. Δεν είχα τη δύναμη να κοιτάξω πίσω μου. Οι άνθρωποι από το ισιάδι δεν κατάφεραν να μείνουν όρθιοι για πολύ. Ο ένας γονάτισε και δεν τολμούσε να σηκώσει το κεφάλι του, ενώ ο άλλος έχασε κάθε αίσθηση της πραγματικότητας. Δεν είχα νιώσει ποτέ μου τόση ενέργεια να με διαπερνάει και ήμουν πλέον σίγουρος ότι αυτό που θα αντίκριζα, θα με αφάνιζε, αλλά πριν πείσω τον εαυτό μου να κάνει επιτέλους μια δειλή μεταβολή, άκουσα πίσω μου μια βαριά οπλή να κάνει ένα σταθερό -σε απόσταση αναπνοής- βήμα.

Γύρισα και το μόνο που μπόρεσα να κάνω είναι να γονατίσω, ενώ ένας ακάλεστος και αυθόρμητος χείμαρρος από δάκρυα ξεχύθηκε από τα μάτια μου και σχεδόν ανήμπορος να μιλήσω, ψέλλισα… «πατέρα όλων, Μέγιστε Πάνα».

 

Ανέτοιμος για το τι θα μπορούσε να ακολουθήσει, κατάλαβα την επόμενες λίγες στιγμές δύο σημαντικότατα πράγματα:

 

Πρώτο σημαντικότατο πράγμα που κατάλαβα εκείνη τη στιγμή

Κατάλαβα τι ήταν αυτό που αρχικά τρόμαξε τους ανθρώπους από το ισιάδι και τους ανάγκασε να ανηφορίσουν άρον άρον προς τα μέρη μας. Η μυρωδιά του δίποδου κτήνους, αυτή η αβάσταχτη μπόχα που θα μπορούσε να εκκενώσει πολιτείες ολόκληρες, πρόδωσε τον ερχομό του από μακριά, πριν ακόμα αρχίσουν να ακούγονται τα δήθεν προσεκτικά, αλλά στην πραγματικότητα βαρύτατα βήματά του. Ο γονατισμένος άνθρωπος από το ισιάδι, ύψωσε με εμφανή προσπάθεια το κεφάλι του και με ακόμα μεγαλύτερη προσπάθεια είπε… «Νεφελείμ». Έτσι τους ονομάζουν τους γίγαντες οι άνθρωποι απ’ το ισιάδι.

Αυτά τα πλάσματα, οι επιπίπτοντες, έχουν αρκετή νοημοσύνη για να κρατούνται εν ζωή. Μπορούν να κυνηγήσουν ομαδικά, να επικοινωνήσουν μεταξύ τους σε κάποια απλούστατη διάλεκτο σε σχεδόν ζωικό επίπεδο και να δημιουργούν μικρο-κοινότητες, χωρίς όμως κανένα σημάδι εξέλιξης. Σκοτώνουν και τρώνε επί τόπου τα θύματά τους, χωρίς τη χρήση φωτιάς όπως οι άνθρωποι από το ισιάδι. Πρώτη φορά θα δω κάποιον από τόσο κοντά και μόνο χαρά δε νιώθω.

 

Ο μέγιστος Πάνας, ο αρχαιότερος όλων μας, κάνει δύο ακόμα βαριά και σταθερά βήματα, κοιτώντας πάντα με έντονη περιέργεια τον γονατιστό άντρα χωρίς να δίνει καμία σημασία στη δύσοσμη απειλή που πλησιάζει, πλέον χωρίς να τον ενδιαφέρει ο θόρυβος που κάνει. Η κίνηση του Πάνα έχει κάτι το αλλόκοσμο. Σαν να περπατάει στον πάτο μιας λίμνης, με μειωμένη βαρύτητα, κι’ όμως, οι οπλές του αφήνουν έναν υπόκωφο και βαρύ ήχο όταν αγγίζουν το έδαφος.

Ο γίγαντας ξαφνικά ξεπροβάλλει μέσα από τις κοντινότερες συστάδες δέντρων, είναι πράγματι πολύ πολύ… γιγάντιος. Το παρουσιαστικό του άγριο πέρα κάθε φαντασίας και περιγραφής, τα μάτια του ολόμαυρα αλλά σου δίνουν την εντύπωση πως έχουν ένα αχνό εσωτερικό φως, τα δόντια του σαν του χοίρου και όλο το σώμα του καλύπτεται από ένα αραιό και κοντό τρίχωμα. Στο ένα του χέρι, κρατάει ένα τεράστιο ρόπαλο, ολόκληρο κλαδί από δέντρο που έχει σφηνωμένα πάνω του αμέτρητα κόκαλα, αλλά και ολόκληρα κομμάτια από ζώα και ανθρώπους που ακόμα σαπίζουν και μάλλον δεν έχει κάποια πρόθεση να τα αφαιρέσει από εκεί.

Ο γονατιστός άντρας από το ισιάδι, ίσα ίσα που κατάφερε να γυρίσει λίγο το κεφάλι του να τον δει. Εγώ, πλέον δεν μπορώ να αναπνεύσω καθόλου. Ο τραγοπόδαρος θεός δεν έδειξε να ενοχλείται από την παρουσία του ογκώδη ανθρωπόμορφου κτήνους και δεν πήρε τα μάτια του από τον ανήμπορο άντρα μπροστά του.

Η στιγμή αυτή είναι τόσο εξωπραγματική, αλλά έγινε ακόμα πιο πολύ αμέσως μετά.

Ο γίγαντας, στη θέα του θεού Πάνα κοκάλωσε. Τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα και έδειχνε φανερά σαστισμένος, ίσως και φοβισμένος. Ο Πάνας ο Μέγιστος, ο πατέρας όλων μας, χωρίς να κοιτάξει το κτήνος, ύψωσε αργά το χέρι του προς αυτόν, έκλεισε την παλάμη του σε γροθιά και η καρδιά του Νεφελείμ, που στεκόταν αρκετές δρασκελιές μακριά μας, εξεράγει. Την άκουσα να σκάει στο στήθος του με κρότο δυνατό και το στήθος του μελάνιασε αμέσως. Το αχνό φως στο πίσω μέρος των ματιών του έσβησε και το ρόπαλο του έπεσε κατά γης. Ακολούθησε ο ίδιος, πέφτοντας άτσαλα στο έδαφος με ένα δυνατό χτύπο, από το μεγάλο βάρος του.

Καθ όλη τη διάρκεια του συμβάντος, ο Πάνας δεν σήκωσε τα μάτια του από τον άνθρωπο που όπως και εγώ, δεν δείχνει σημάδια βελτίωσης. Εγώ έχω πέσει ολοκληρωτικά κάτω και προσπαθώ να βρω ένα τρόπο να ανασάνω. Και εκεί, κατάλαβα το δεύτερο σημαντικότατο  πράγμα…

 

Δεύτερο σημαντικότατο πράγμα που κατάλαβα εκείνη τη στιγμή

Οι θεοί μας, δεν είναι θεοί επειδή κάποιος τους όρισε έτσι. Ο θεός Ήλιος, δεν είναι απλά κάποιος που του δώσανε ένα άρμα να κάνει βόλτες στον ουρανό. Είναι όλοι τους υπερκόσμια πλάσματα, τόσο ανώτερα που η ζωτική τους ενέργεια είναι τόσο υψηλή, που εμάς, τις “πυγολαμπίδες χωρίς φτερά”, μας καίει και μόνο στην παρουσία τους. Οντότητες που δεν γνωρίζουν την ιδέα του χρόνου. Ένα με το σύμπαν, η σκέψη τους οξυμένη και καλλιεργημένη πέρα της δικής μας πραγματικότητας. Ο λόγος που δεν κυκλοφορούν ανάμεσά μας, είναι όχι μόνο επειδή εμείς οι θνητοί, δεν μπορούμε να συλλάβουμε το πόσο απίστευτα ασήμαντη είναι η ζωή μας μπροστά σε όντα αρχαία όσο και τα άστρα, ανίκανοι να κατανοήσουμε πως τα προβλήματα μας είναι γελοία και άνευ οποιασδήποτε αξίας, μπροστά στα κοσμικά δρώμενα που απασχολούν το επουράνιο θεϊκό σύνολο. Αλλά και επειδή -απλά- δεν ανήκουν ανάμεσά μας. Εμείς και αυτοί, δεν θα έπρεπε καν να συνυπάρχουμε στο ίδιο σύμπαν. Είναι άξια ελέους και μόνο η σκέψη, ότι θα ενδιέφερε κάποια επουράνια οντότητα το να ενθρονιστεί σε κάποιο ιερό ναό, για να την προσκυνούν οι όποιοι πιστοί και να ασχολείται με τις προσευχές τους. Είμαστε ανύπαρκτοι μπροστά τους. “Υπαρξιακός θόρυβος”, που ενοχλεί και ρυπαίνει τα απαλά, λεία κύματα ζωτικής ενέργειας που εκπέμπει στο σύμπαν η μητέρα όλων, Πανγαία.

Ο θεός Πάνας, δεν έκανε την εμφάνισή του για να σώσει τρεις αβοήθητες ψυχές που βρέθηκαν στο λάθος σημείο, τη λάθος στιγμή. Ήθελε απλά να υπενθυμίσει αυτό το αγεφύρωτο χάσμα μεταξύ θεών και θνητών. Ήθελε να τονίσει τη σημασία της παρουσίας του θείου, στη ζωή μας, αλλά γνωρίζοντας πως οι θεοί δεν είναι φίλοι μας, να τους ζητάμε χάρες και να επικαλούμαστε το όνομά τους κάθε τρεις και λίγο.

Ακόμα και οι αφέντες των ανθρώπων από το ισιάδι. Οι νεοσύστατοι αυτοί θεοί από τα άστρα.

Τα αγγελικά αυτά όντα, που πότε ξεπροβάλλουν από το πουθενά, φλεγόμενοι, χωρίς σάρκα και οστά, ενώ άλλες φορές, μοιάζουν με ανθρώπους -μόνο που αυτοί είναι ψηλοί, καθαροί, με ξανθά μαλλιά και κατάλευκο δέρμα, όμορφες και περίτεχνες ενδυμασίες, που αντανακλούν τη φωτεινή τους αύρα- αν και δεν προέρχονται από το θείο πάνθεον του κόσμου μας,  μπορούν ανά πάσα στιγμή απλά να φύγουν. Δίδαξαν στους ανθρώπους πώς να παίρνουν το μέταλλο από τη γη και να το μαλακώνουν για να φτιάχνουν χρήσιμα αντικείμενα, δίδαξαν τα βότανα, τα αρώματα και άλλα πολλά, αλλά αν ο άνθρωπος δείξει ανάξιος και αχάριστος για όλη αυτή τη γνώση που του δόθηκε… τότε δεν υπάρχει λόγος για ένα ανώτερο ον, να ασχολείται μαζί του.

Δεν έχω λόγο να ανέβω στην ψηλότερη κορφή της Αρκαδίας για να με ακούσουν τα τέσσερα ουράνια άτια του θεού Ήλιου. Η φωνή μου βρίσκεται σε άλλη κοσμική παράλληλο και ούτε καν θα διαπεράσει τον αέρα γύρω τους, ακόμα και αν στεκόμουν ακριβώς μπροστά τους.

 

Οι δύο αυτές μου σκέψεις διακόπηκαν από άλλο ένα αργόσυρτο και αέρινο βήμα του θεού Πάνα, αυτή τη φορά προς τα πίσω, όπου και η βαριά οπλή του άφησε ένα βαθύ χνάρι στο χώμα δίπλα μου. Τότε με κοίταξε για πρώτη φορά. Τα μάτια του… δύο απύθμενες λίμνες από κοσμικό σκοτάδι που σαν αστρικές πύλες του αγνώστου, σε ταξιδεύουν σε μακρινούς γαλαξίες. Θα μπορούσα να κοιτάζω στα μάτια του, για όλη μου τη ζωή και ακόμα πιο πολύ, αναζητώντας κάποιο τρόπο για να γίνω και εγώ μια απλή ψίχα στο σύνολο του ασύλληπτου αυτού σύμπαντος. Ο Μέγιστος Πατέρας κούνησε από πάνω μου αδιάφορα το άλλο του χέρι και πυκνό σκοτάδι με τύλιξε αστραπιαία. Έχασα όλες τις αισθήσεις μου και βρέθηκα σε ένα μέρος όπου υπήρχα μόνο εγώ. Μετέωρος στο κενό, χωρίς σώμα, χωρίς αίσθηση του χρόνου, χωρίς… καμία αίσθηση. Ίσως να πέρασε και μία αιωνιότητα μέχρι να ξανανοίξω τα μάτια μου. Ο αέρας φρέσκος και κρύος, όπως έπρεπε να είναι. Ο θεός Ήλιος βρισκόταν σχεδόν στο τέλος της διαδρομής του και το πορφυρό τώρα φως του, χάνονταν πίσω από τις κοντινότερες λοφοκορφές. Οι δύο άντρες ακόμα αναίσθητοι. Το άγγιγμα του θεού και προστάτη μου, μάλλον ήταν κάτι περισσότερο από ένα “χάδι” για αυτούς. Δυστυχώς η βρώμα του νεκρού Νεφελείμ ήταν και αυτή ακόμα παρούσα και με τη σκέψη αυτή, κοίταξα το έδαφος δίπλα μου για το χνάρι της οπλής που είναι -προς ανακούφισή μου- ακόμα εκεί. Δεν ήταν όνειρο, αλλά ίσως ούτε και πραγματικότητα. Τώρα όμως, πρέπει να τρέξω όσο πιο μακριά γίνεται από το σημείο αυτό. Σίγουρα οι δύο άντρες, θα έχουν μια φαντασμαγορική ιστορία να μοιραστούν, όταν ξανακατέβουν στο ισιάδι, εγώ από την άλλη… ποιος θα με πιστέψει;

Εμείς ξέρουμε μόνο να κοροϊδεύουμε και να περιγελούμε τους άλλους, γιατί όσο ασήμαντη “στιγμιαία” και μικροσκοπική μπορεί να είναι η ζωή μας, το γέλιο που δίνουμε και λαμβάνουμε με τα πειράγματα μας, οι στιγμές αυτές της χαράς, ξεγνοιασιάς και αγαλλίασης που νιώθουμε, είναι το μόνο πράγμα που μας ολοκληρώνει υπαρξιακά, εμάς τους Σάτυρους.

2 Responses

  1. «Δεν ήταν όνειρο αλλά ίσως ούτε και πραγματικότητα»: ακριβώς αυτό είναι το διήγημά σου. Ένας μετεωρισμός μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας, ένα αντιλογοκεντρικό αφήγημα. Αχαλίνωτη φαντασία στη χρήση του μύθου και μιας παράδοξης «θεολογίας», όπου το μεταφυσικό συμφύρεται με το πραγματικό. Αυτό δημιουργεί μια μεταφυσική «θολούρα», που σκοτεινιάζει τα σημαινόμενα και οι πολλαπλοί συμβολισμοί βυθίζουν τον αναγνώστη σ’ ένα κόσμο μισοσκότεινο και μισοφώτεινο ταυτόχρονα. Ο πεσιμισμός είναι εμφανής. Είναι σαφής, επίσης, η απογοήτευση από το ανθρώπινο είδος και η καταφυγή σε ένα εξωπραγματικό κόσμο και σε μια ανθρωπόμορφη θεότητα, τον Πάνα, ικανό να νικήσει τους ανθρωποφάγους «επιπίπτοντες». Να υποθέσω ότι η επιλογή του Πανός γίνεται ακριβώς για το ότι έχει αυτή τη δισυπόστατη φύση; Και τελικά, μήπως στο νου σου έχεις πως πρέπει να γίνουμε «Πάνες» (όχι πάνες-βρακάκια) για να σωθεί ο κόσμος; Μήπως δηλαδή πρέπει να ξαναγυρίσουμε σε μια «φυσική» ζωή (που όμως είναι έξω από τη φύση), για να ζήσουμε σαν άνθρωποι; Τα ερωτήματα που ανακύπτουν είναι πολλά και προπάντων τι σημαίνει για τον άνθρωπο «φυσική» ζωή. Πέρασε κι από αυτό το στάδιο η ανθρωπότητα κι έζησε την απόλυτη βαρβαρότητα…Ας είναι… Από την άποψη της μορφής του το διήγημα έχει αφηγηματικές αρετές (π.χ. ο τρόπος που γίνεται η είσοδος από το πραγματικό στο μεταφυσικό). Η αφήγηση, βέβαια, «σπάει» από τα δυο σημεία που «κατάλαβες», που μοιάζουν με συμπεράσματα δίχως να είναι. Όσον με αφορά, αυτού του είδους τα «νεφελώδη» και μετεωριζόμενα κείμενα, όπου τα πράγματα είναι μπερδεμένα, δεν είναι από αυτά που με συγκινούν. Πάντως, είναι φανερό ότι έχεις πολλές δυνατότητες…Να είσαι καλά…και σε ευχαριστώ για τη συμβολή σου στο βιβλίο μου.

  2. Βουκολική ποίηση γεμάτη λυρισμό και συναίσθημα ενός ανθρώπου που δύσκολα αναγνωρίζεις από τον εσωστρεφή χαρακτήρα του πως είναι ο συγγραφέας του έργου. Ωστόσο λόγω της ιδιάζουσας φύσης της δουλειάς σου και της ιδιοσυγκρασίας σου σαν άνθρωπος πιστεύω πως πρέπει η γραφή σου να προσανατολιστεί σε πιο μοντέρνο και ρεαλιστικό ύφος ώστε να μπορέσεις να εκφραστείς με μεγαλύτερη διαύγεια και σαφήνεια και να επικεντρώσεις το ενδιαφέρον σου σε πιο βατά καθημερινά απλά και σύγχρονα θέματα ιδέες και αντιλήψεις σου. Φιλιά πολλά και καλή συνέχεια!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *