Πρωτοχρονιάτικα Έθιμα των Ποντίων

Οι Πόντιοι πιστεύουν πως τα πολλά φουντούκια (ποντιακά: λεπτοκάρυα) στο γιορτινό τραπέζι του Δωδεκαημέρου φέρνουν αφθονία και πλούτο στο σπίτι.

Οι μωμόγεροι επισκέπτονται φιλικά σπίτια και στις τρεις γιορτές (τα Χριστούγεννα, την Πρωτοχρονιά και τα Φώτα). Την Πρωτοχρονιά, χάρη στη αρχή της χρονιάς και τις καινούριες ελπίδες για το μέλλον, γίνεται το μεγαλύτερο γλέντι. Οι νοικοκύρηδες τους δίνουν ως αμοιβή λεφτά, τρόφιμα και έτοιμο φαγητό. Ό,τι μαζεύουν οι ερασιτέχνες ηθοποιοί το μοιράζονται στη συνέχεια μεταξύ τους. Το φαγητό που τους δίνουν τη νύχτα καταλήγει στο τραπέζι, γύρω από το οποίο, και από τον λυράρη, μαζεύονται συγγενείς και φίλοι.

Μετά την αλλαγή του χρόνου στις ποντιακές οικογένειες κόβεται η βασιλόπιτα. Το πρώτο και το δεύτερο κομμάτι αφιερώνονται αντίστοιχα στον Χριστό και την Παναγία. Το τρίτο κομμάτι στον Άγιο Βασίλειο, το τέταρτο στους φτωχούς, το πέμπτο στην εστία και τα υπόλοιπα, ιεραρχικά στα μέλη της οικογένειας.

Εάν το φλουρί βρεθεί στα πρώτα τρία κομμάτια, το πάνε στην εκκλησία και ύστερα φυλάγεται δίπλα στο εικονοστάσιο του σπιτιού. Αν το φλουρί πέσει σε κάποιο μέλος της οικογένειας, τον θεωρούν τυχερό και η τύχη θα τον ακολουθεί όλη τη χρονιά.

Το μεγαλύτερο σε ηλικία μέλος της οικογένειας (συνήθως ο άνδρας του σπιτιού), μετά το κόψιμο της βασιλόπιτας και πριν ξεκινήσει το γιορτινό φαγοπότι, παίρνει στα χέρια του ένα πιάτο με επτά ζευγάρια λεπτοκαρυών και ένα μονό και ρίχνοντάς τα στον αέρα λέει τρεις φορές: «Φύγαμε από τον παλαιό (άσχημο) χρόνο στο χρόνο καλό». Τα λεπτοκάρυα που πέφτουν πίσω στο πιάτο είναι τυχερά. Τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας συνεχίζουν: «Πέρασε ο άσχημος χρόνος! Ξεκίνησε ο καλός!».

Σε μερικά χωριά την παραμονή της Πρωτοχρονιάς τα παιδιά, καβαλώντας κλαδιά από μηλιά, έμπαιναν θριαμβευτικά στο σπίτι φωνάζοντας:

«Χριστούγεννα και κάλαντα και Φώτα και καλός καιρός και καλοχρονία και καλοκαρπία και να ζουν ο πατέρας και η μητέρα και όλοι οι σπιτιανοί»

και ο νοικοκύρης τούς έδινε φιλοδώρημα.

Στην Τραπεζούντα τα παιδιά κρατώντας πολύχρωμα φανάρια έλεγαν τα κάλαντα, τα συμβολικά«Αρχημηνιά, κι αρχή χρονιά, κι αρχή καλός μας χρόνος».

Σε άλλα μέρη την Παραμονή της Πρωτοχρονιάς ο αρχηγός της οικογένειας, άντρας ή γυναίκα«εκαλαντίαζεν τ’ οσπίτ’»σκόρπιζε δηλαδή διάφορους καρπούς μέσα στο σπίτι λέγοντας«Άμον το ρούζ’νε αούτα τα καλά, αετσ’ πα να ρούζ’νε απές΄ σ΄οσπίτ΄ ν΄εμουν τ΄ ευλοΐας και τα καλοσύνας».

Στο τζάκι έβαζαν ένα κούτσουρο ειδικά κομμένο γι’ αυτή τη μέρα, που το έλεγαν το Καλαντοκούρ’ το οποίο ήταν ή από μηλιά ή αχλαδιά (ανάλογα με το χωριό) και πίστευαν ότι η φωτιά διώχνει τα δαιμόνια που έρχονταν από την καπνοδόχο. Όπως σε όλα τα μέρη της Ελλάδας έτσι και στον Πόντο πίστευαν, ότι το δωδεκαήμερο (Από τα Χριστούγεννα μέχρι τα Φώτα) βγαίνουν ταπίζηλα (οι καλικάντζαροι) και ενοχλούν τους ανθρώπους. Ιδιαίτερα ενοχλούσαν τα παιδιά και ιδίως τα αβάπτιστα, τις λεχώνες, τις νεόνυμφες και γενικά αδύναμα άτομα. Προκαλούσαν ζημιές στα πράγματα του σπιτιού, στα ζώα και στους αγρούς. Για να προστατευθούν απέφευγαν να κάνουν νυχτερινές δουλειές έξω από το σπίτι και να πετάξουν νερά έξω το βράδυ. Επίσης για να μην πλησιάζουν έλεγαν ψιθυριστά διάφορες προσευχές. Τα πίζηλα εξαφανίζονταν τα Φώτα με τον αγιασμό των υδάτων για να επιστρέψουν και πάλι τα Χριστούγεννα.

Ανάλογα με την περιοχή ονομάζονται και πίζουλα, πίζελα καιπιζήαλα.

Το καλαντόνερον

Το πρωί όποιος ξυπνήσει πρώτος πρέπει να φέρει απ’ έξω το πρώτο νερό. Μαζί του ο «απεσταλμένος» παίρνει τα τυχερά λεπτοκάρυα και στη διάρκεια της διαδρομής δεν πρέπει να μιλήσει με κανέναν. Επίσης γυναίκες πήγαιναν δώρα στη βρύση του χωριού ή στο ποτάμι για να πάρουν το καλαντόνερο. Πήγαιναν και γύριζαν αμίλητες, και με αυτό ράντιζαν το σπίτι και έπιναν και λίγο, για να έρθει η ευλογία στο σπίτι. Ύστερα όλη η οικογένεια νίβεται με το πρώτο νερό, το «καλαντόνερον». Είναι καλό σημάδι, κατά την παράδοση των Ποντίων, αν στο σπίτι τους κάνουν ποδαρικό μικρά παιδιά. Σε άλλα μέρη κάθε οικογένεια έπαιρνε από ένα κυδώνι και το έκοβε σε τόσα κομμάτια όσα άτομα ήταν στην οικογένεια. Μετά έβαζαν μια δραχμή μέσα σ’ ένα κομμάτι, το ανακάτευαν μέσα σε μια πετσέτα και διάλεγε ο καθένας από ένα. Σε όποιον τύχαινε η δραχμή αυτός μετά έπρεπε να σηκωθεί τα χαράματα, να πάρει μια κανάτα και να πάει κάτω στην πλατεία να τη γεμίσει με νερό. Από αυτό το νερό θα έβαζε λίγο στα ζώα, θα κρατούσε λίγο να πλυθούν και λίγο για να πιουν.

Τον Γενάρη (Καλαντάρτς) γίνονταν οι περισσότεροι γάμοι, γιατί τότε γύριζαν οι νέοι από την ξενιτιά και παράγγελναν στις αγαπημένες τους να τους περιμένουν, «Καλαντάρτς και νέον’ έτος / κόρ’ θα παίρωσε οφέτος».

Στον Πόντο, για τ’ ανύπαντρα κορίτσια έλεγαν : «Εσύ κορίτσι που θέλεις να ονειρευτείς στον ύπνο σου αν θα πάρεις πλούσιο άντρα ή φτωχό, κρύψε κρυφά, χωρίς κανένας να σε δει, την πρώτη σου μπουκιά από τη βασιλόπιτα του τραπεζιού. Σαν κλειστείς μονάχη σου στην κάμαρά σου, άλειψε τηνε με μέλι και με βούτυρο, άνοιξε το παράθυρο που βλέπει κατά το Βοριά και στάσου εκεί τα μεσάνυχτα και πες :

Ω! Γενάρη, Καλαντάρη και καλά
καλαντισμένε, εκεί στις Άκριες που θα πας
κι εκεί που θα γυρίσεις εκεί ‘ναι οι Μοίρες
των Μοιρών και η δική μου Μοίρα. Αν
είναι πλούσια και καλή, πες της να ‘ρθει να
μ’ εύρει, αν είναι και πεντάφτωχη, πάλι να
‘ρθει να μ’ εύρει.

Κοιμήσου ύστερα, με τη μπουκιά αφημένη στο παράθυρο και θα δεις στον ύπνο σου αυτό που ευχήθηκες».

Και φυσικά, όπως και τα Χριστούγεννα, τα παιδιά γύριζαν στα σπίτια και έλεγαν τα κάλαντα.

Κάλαντα Πρωτοχρονιάς
Αρχή κάλαντα κι αρχή του χρόνου κι αρχή του χρόνου.
Πάντα κάλαντα, πάντα του χρόνου πάντα του χρόνου.
Αρχή μήλον εν κι αρχή κυδών εν, κι αρχή κυδών εν
Κι αρχή βάλσαμον το μυριγμένον, το μυριγμένον
Εμυρίστεν ατόν ο κόσμος όλον, ο κόσμος όλον.
Για μύριστ ατό και εσύ αφέντα, καλέμ αφέντα.
Λύσον την κεσέ σ και δωσ’ παράδας και δώσ’ παράδας
Κι αν ανιοιείς μας χαράν σην πόρτας σ, χαράν σην πόρτα σ’
Χρόνια Πολλά, πάντα και του χρόνου
Καλή χρονία και σ όλα τα ασπίτα υΐαν κι ευλογίαν.

Πηγές:

http://www.pontos-news.gr

http://www.pass2greece.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *