Σκέψεις (και δυο παιχνίδια) για τη γλώσσα

Η γλώσσα είναι ζωντανό στοιχείο κάθε κοινωνίας, ένα στοιχείο σε συνεχή ροή και εξέλιξη. Πριν από ένα αιώνα το Γλωσσικό Ζήτημα βρισκόταν στην κορύφωσή του. Η διαμάχη καθαρευουσιάνων και δημοτικιστών είχε πάρει τη μορφή ενός μικρού εμφυλίου πολέμου, καθώς η προτίμηση μεταξύ καθαρεύουσας και δημοτικής έτεινε να ταυτιστεί με τον συντηρητισμό ή τον προοδευτισμό και όλα τα συναφή με τα οποία είναι φορτωμένη αυτή η διάκριση. Τελικά επικράτησε η Δημοτική όχι γιατί ήταν γλωσσολογικά υπέρτερη, αλλά γιατί ήταν η γλώσσα που μιλούσε ο λαός. Αυτήν την κατάληξη έπρεπε να την είχαν προβλέψει οι αντιφρονούντες της εποχής και αντί να εξαντληθούν στο «την μεν ή την δε» να συνεργαστούν για το σωστό πέρασμα από τη μεν στη δε. Όταν το κατανόησαν ήταν αργά. Είχε ήδη διαμορφωθεί μια αντιπάθεια έναντι της Καθαρεύουσας που οι συνέπειές της είναι ακόμη μαζί μας. Θα αναφερθώ σε τρεις από αυτές, αν και στην ουσία αποτελούν όψεις του ίδιου νομίσματος. Η μία είναι ότι στο βωμό της αμεσότητας και ευκολίας που προσφέρει η Δημοτική θυσιάστηκε η ακρίβεια και η λακωνικότητα, κυρίως στον προφορικό αλλά ακόμη και στο γραπτό λόγο. Και επειδή η ακρίβεια και η οικονομία αποτελούν στοιχεία του «έλλογου λέγειν», μπορούμε να πούμε ότι η Καθαρεύουσα είναι μια πιο σφιχτή, πιο «μαθηματική» γλώσσα και ότι η Δημοτική είναι πιο ευάλωτη στην λεκτική ρύπανση. Επιχειρήστε να αποδώσετε στη Δημοτική μια παράγραφο του Παπαδιαμάντη και θα πειστείτε. Το «να συναντηθούμε καμιά φορά, να πάμε πουθενά, να φάμε τίποτε» έχει καθιερωθεί στη γλώσσα μας σαν μια προσπάθεια να τονιστεί το θετικό (να συναντηθούμε κάποτε, να πάμε κάπου, να φάμε κάτι) μέσα από την άρνηση του. Παρόμοια σχήματα λόγου συναντώνται και στην Αρχαία Ελληνική (π.χ. Εύξεινος Πόντος), αλλά πάντα ως εξαιρέσεις και ποτέ ως κανόνας. Μπορούμε να σπρώξουμε το σημείο αυτό λίγο πιο πέρα. Επειδή η γλώσσα και η σκέψη συν-αναπτύσσονται στην παιδική ηλικία, ο ισχυρισμός ότι η λογική εξυπηρετείται καλύτερα από την Καθαρεύουσα δεν είναι τελείως αβάσιμος. Η δεύτερη αρνητική συνέπεια της Δημοτικής είναι η αποκοπή των λέξεων από τις ρίζες τους που οδηγεί στην άγνοια της καταγωγής τους –αυτό που ονομάζουμε ετυμολογία. Υπάρχει μια εσωτερική συνοχή στις λέξεις «άρτος, αρτοποιός, αρτοποιείο», ή τουλάχιστον μια ηχητική ομοιότητα, που δεν την βρίσκουμε στο «ψωμί, ψωμάς, φούρνος». Η λέξη «φούρνος» έχει πολλαπλές χρήσεις και για να παραπέμψει στο αρτοποιείο απαιτεί κάποια συμφραζόμενα, δηλαδή μια πρόσθετη σειρά λέξεων που περιττεύει στην Καθαρεύουσα. Η τρίτη αρνητική συνέπεια είναι ότι η Δημοτική είναι περισσότερο επιρρεπής στην πτώχευση του λεξιλογίου. Βολευόμαστε με λιγότερες λέξεις και μακρύτερες εκφράσεις απ’ ό,τι θα απαιτούσε ή θα επέβαλε η Καθαρεύουσα –μιλάμε πιο πολύ χρησιμοποιώντας λιγότερες λέξεις. Οι συνέπειες αυτής της πτώχευσης είναι πολλές και μεγάλες, η χειρότερη των οποίων είναι η άλωση της γλώσσας από ξένους όρους. Είναι τεκμηριωμένο ότι όσο πιο φτωχή είμαι μια γλώσσα σε λέξεις τόσο πιο ευάλωτη είναι στην εισβολή λέξεων από άλλες διαλέκτους.

Μη βιαστείτε να με χαρακτηρίστε ως ετεροχρονισμένο νοσταλγό της Καθαρεύουσας. Αν υπάρχουν κάποιες αλήθειες στην παράγραφο που προηγήθηκε, η αληθέστερη είναι η πρώτη πρόταση: η γλώσσα είναι ένα ζωντανό στοιχείο σε συνεχή ροή και εξέλιξη. Η αντικατάσταση της Καθαρεύουσας από την Δημοτική ήταν νομοτελειακή, όπως νομοτελειακή είναι και η ώσμωση των διαλέκτων στο εγγύς μέλλον. Δεν υπάρχει άλλο μέλλον για την ανθρωπότητα εκτός από αυτό της παγκοσμιοποίησης. Παγκοσμιοποίηση σημαίνει, συν τοις άλλοις, διάχυση της κουλτούρας μεταξύ κοινωνιών –και φυσικά το πιο ζωντανό κομμάτι κάθε κουλτούρας είναι η γλώσσα. Η ενσωμάτωση ξένων λέξεων στην καθημερινή μας γλώσσα είναι, επομένως, φυσική και αναπόφευκτη. Υπερηφανευόμαστε για το πόσες λέξεις άλλων γλωσσών έχουν ελληνική προέλευση, αλλά δυσανασχετούμε που χρησιμοποιούμε το «ασανσέρ» και όχι τον «ανελκυστήρα». Μας ξεφεύγει ο ουσιαστικός λόγος. Οι αρχαίοι έλληνες ήταν οι πρώτοι που εμβάθυναν στις έννοιες της φιλοσοφίας, της τέχνης και της επιστήμης. Ήταν φυσικό οι αναπτυσσόμενοι λαοί να δανειστούν τη σχετική ορολογία από τους έλληνες. Όμως, για λόγους γνωστούς, η τεχνολογία δεν αναπτύχθηκε στην χώρα μας. Την φέραμε από έξω και, μαζί της, φέραμε και την ορολογία. Δεν θα πρέπει, επομένως, να μας ενοχλεί η λέξη «ασανσέρ» για τον ίδιο λόγο που ένας γάλλος δεν ενοχλείται με τη λέξη philosophique. Το ότι ο «ανελκυστήρας» δεν έχει «πέραση» δεν αποτελεί «απεμπόληση» της γλώσσας μας και της παράδοσής μας. Τέτοιοι χαρακτηρισμοί παραβλέπουν την φυσική ροή των πραγμάτων στο όνομα ενός κούφιου συναισθηματισμού που αγνοεί το γεγονός ότι η παράδοση είναι ταυτόχρονα πηγή υπερηφάνειας και ντροπής (υπερηφανεύομαι για το φιλότιμο, ντρέπομαι για τη βεντέτα). Δεν υπήρξε ποτέ ούτε θα υπάρξει «καθαρή» γλώσσα, όπως δεν υπάρχει καθαρή φυλή ή θρησκεία. Η μίξη και η πολυ-πολιτισμικότητα είναι το μέλλον, μας αρέσει ή όχι. Μεταξύ του «φαξ» και της «τηλεομοιοτυπίας» ποιο νομίζετε ότι θα επικρατήσει;

Αυτά για το «ασανσέρ» το «φαξ» και τον «αλγόριθμο». Τι μπορούμε όμως να πούμε για τον «καυγά»; Πώς και γιατί εδραιώθηκε στη Νεοελληνική διάλεκτο; Ο καυγάς δεν ήρθε να συμπληρώσει κάποιο κενό που δημιούργησε η εισβολή της τεχνολογίας, όπως το «ασανσέρ», αλλά ούτε και κάποια νέα κοινωνική συνήθεια, όπως συμβαίνει με τη λέξη «γουικέντ». Κάπου αλλού πρέπει να ψάξουμε για τον λόγο. Η άποψή μου είναι ότι η κύρια αιτία ήταν το ότι οι ελληνικές λέξεις που υποκατέστησε ο «καυγάς» (φιλονικία, διένεξη, διαπληκτισμός, αντιλογία) έχουν ένα καθαρευουσιάνικο άρωμα δυσάρεστο για τους δημοτικιστές. Δεν έχω κανένα πρόβλημα με την τουρκική προέλευση του «καυγά», όπως δεν θα ήθελα να έχουν πρόβλημα οι τούρκοι με τις πολύ πιο πολλές λέξεις ελληνικής προέλευσης που χρησιμοποιούν στις επιστήμες, τις τέχνες και το εμπόριο. Δεν έχω κανένα πρόβλημα με καμιά λέξη που μπήκε και εδραιώθηκε στη ζωή μας ανεξάρτητα από την προέλευση της. Τονίζω την έννοια του τετελεσμένου που εμπεριέχεται στο «μπήκε και εδραιώθηκε». Κέρδισα το ψωμί μου διδάσκοντας το νόμο της προσαρμογής που ισχύει τόσο στο φυσικό όσο και στο κοινωνικό περιβάλλον. Ο νόμος μας λέει ότι υπάρχουν θέματα για τα οποία πρέπει να παρεμβαίνουμε όσο γίνεται πιο αποτελεσματικά κατά το διάστημα που το θέμα βρίσκεται σε εξέλιξη, όμως πρέπει να αποδεχόμαστε και να μαθαίνουμε να ζούμε με το αποτέλεσμα, είτε πρόκειται για αυτό που αγωνιστήκαμε είτε για το αντίθετο του. Αποδέχομαι, λοιπόν τον «καυγά», όμως αυτό δεν με εμποδίζει να εξετάσω το πώς επικράτησε. Αν το κάνω καταλήγω στα εξής συμπεράσματα. Υπάρχουν λέξεις που εισήλθαν στο λεξιλόγιο μας για το λόγο ότι δεν προϋπήρχαν (δεν ήταν δυνατό να προϋπάρχουν) αντίστοιχες ελληνικές (εδώ ανήκουν το φαξ και το γουικέντ). Υπάρχουν λέξεις που εισήλθαν στο λεξιλόγιο μας όχι γιατί δεν προϋπήρχαν αντίστοιχες ελληνικές, αλλά γιατί οι λέξεις αυτές έγιναν «ντεμοντέ» (εδώ ανήκει ο καυγάς). Αντί «έγιναν» μπορεί να πείτε «τις κάναμε», το αποτέλεσμα δεν αλλάζει. Στη πρώτη περίπτωση έχουμε προσθήκη μιας νέας λέξης στο λεξιλόγιο μας, στη δεύτερη έχουμε υποκατάσταση μιας λέξης από μια άλλη. Υπάρχει και μια τρίτη περίπτωση που θα μπορούσε να ονομαστεί «εκφυλισμός». Πρόκειται για μια υποκειμενική διάκριση. Για κάποιους (μεταξύ των οποίων και εγώ) η λέξη «μάζωξη» ανήκει σ’ αυτήν την κατηγορία, για άλλους όχι. Το επιχείρημα των πρώτων είναι ότι δεν έχουμε έλλειψη λέξεων για την συγκεκριμένη έννοια: σύναξη, συγκέντρωση, συνάθροιση αρκούν και με το παραπάνω. Το «μάζωξη» είτε υποδηλοί άγνοια του πλούτου της γλώσσας μας ή έναν επιπόλαιο νεοτερισμό.

Θέλω να επικεντρωθώ στην τρίτη περίπτωση, τον εκφυλισμό, για δυο λόγους. Πρώτα γιατί τον θεωρώ ως το στάδιο που οδηγεί στην πτώχευση της γλώσσας και, επομένως, στην άλωσή της και την εισβολή ξένων λέξεων (σημειώσαμε ότι όσο πιο φτωχή είναι μια γλώσσα τόσο πιο εύκολη η εισβολή ξένων λέξεων). Δεύτερο, επειδή πρόκειται για «στάδιο», δηλαδή μια διαδικασία σε εξέλιξη. Αυτό σημαίνει ότι μπορούμε ακόμα να κάνουμε κάτι για να τον αποτρέψουμε. Συμβαίνει δηλαδή να πιστεύω ότι η μάχη «συγκέντρωση» έναντι «μάζωξης» δεν έχει ακόμα κριθεί υπέρ της μάζωξης. Πώς μπορούμε να συμβάλουμε υπέρ της «συγκέντρωσης»; Γίνεται πολύς λόγος για τη διδασκαλία της Αρχαίας ελληνικής γλώσσας στην δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Είμαι υπέρ, επί της αρχής. Ο κύριος λόγος δεν έχει να κάνει με αρχαιολατρία (και όλα τα συναφή), αλλά με τον αγώνα κατά του εκφυλισμού της Νέας ελληνικής γλώσσας. Όσα έχουν προηγηθεί αρκούν για να δικαιολογήσουν αυτή τη στάση μου. Θέλω όμως να γίνω πιο συγκεκριμένος και, ίσως, πιο χρήσιμος. Θα το επιχειρήσω ανατρέχοντας στη γραμματική για να επισημάνω περιοχές που αποτελούν «είδη υπό εξαφάνιση» .

Ας πάρουμε πρώτα τα επιρρήματα. Λέμε «καλά έκανε» και «έχει καλώς», δυο λέξεις για ακριβώς την ίδια έννοια. Προς τι ο πλεονασμός; Γιατί τα εις «α» επιρρήματα τείνουν να εξαφανίσουν τα εις «ως»; Υπάρχει κάποιο μειονέκτημα του «απλώς» έναντι του «απλά», πέρα από το ότι μυρίζει καθαρεύουσα; Και τι θα κάνουμε με το «ολοταχώς»; Το πιθανότερο είναι ότι θα πάψουμε να το χρησιμοποιούμε, θα το αντικαταστήσουμε με το «όσο πιο γρήγορα γίνεται». Αν περάσουμε από τα επιρρήματα στα ουσιαστικά θα διαπιστώσουμε ότι η γενική του πληθυντικού βρίσκεται σε τροχιά εξάλειψης. Αυτό είναι ιδιαίτερα φανερό στα αφηρημένα θηλυκού γένους. Δύσκολα θα πούμε «υπάρχει διαφορά μεταξύ των πολιορκιών της Κωνσταντινούπολης και της Βιέννης». Θα προτιμήσουμε το «οι πολιορκίες της Κωνσταντινούπολης και της Βιέννης διαφέρουν», αντικαθιστούμε δηλαδή τη γενική με την ονομαστική. Στα επίθετα ετοιμαζόμαστε να πούμε αντίο στον συγκριτικό και στον υπερθετικό βαθμό. Δεν λέμε «η συνηθέστερη περίπτωση», το «πιο συνηθισμένη» αποτελεί τον κανόνα. Η αντικατάσταση μιας λέξης (όπως το «ολοταχώς» και το «συνηθέστερο») με παραφράσεις των δυο, τριών ή και περισσοτέρων λέξεων (που δεν έχουν ούτε την οικονομία ούτε την διαύγεια των λέξεων που αντικαθιστούν) αποτελεί σύμπτωμα της πτώχευσης μιας διαλέκτου. Μια καλή γνωριμία με την Αρχαία Ελληνική αποτελεί, επομένως, το πρώτο και ουσιωδέστερο μέτρο αντίστασης. Άλλωστε υπάρχει χώρος στη Νεοελληνική τόσο για το «πλήρως» όσο και για το «πλέρια», ανάλογα με την περίσταση. Αυτοί που απευθύνονται σε μεγάλα ακροάτρια για οποιοδήποτε λόγο, π.χ. τέρψη ή πληροφόρηση, θα πρέπει να επιμείνουν στη χρήση της σωστής λέξης και να δείξουν μια προτίμηση σε λέξεις που απειλούνται ανεπιστρεπτί με εξαφάνιση (αν το «ανεπιστρεπτί» σας είναι δύσπεπτο πρέπει να αναγνωρίστε ότι αυτή η δυσπεψία βρίσκεται πίσω από τη πτώχευση της γλώσσας μας).

Στην αναδρομή μου στην γραμματική άφησα τελευταία τα ρήματα. Το έκανα σκοπίμως (προτιμώ αυτό το επίρρημα έναντι του «σκόπιμα»). Τα ρήματα αποτελούν το απαύγασμα του πλούτου και της ευλυγισίας της γλώσσας μας (αλλά και άλλων γλωσσών) λόγω της δυνατότητάς τους να συνδυάζονται με άλλα μέρη του λόγου και να δίνουν έτσι μια μεγάλη ποικιλία παραγώγων λέξεων. Αξίζει τον κόπο να αναλογιζόμαστε και να επανεκτιμούμε αυτόν τον πλούτο από καιρό σε καιρό. Για αυτό στο σημείο αυτό προτίμησα να δώσω το λόγο στον αναγνώστη, να τον προσκαλέσω σε ένα παιχνίδι. Έψαξα τη Γραμματική και βρήκα τις ακόλουθες 18 προθέσεις:

εκ, εν, εις, προ, προς, συν, ανά, αμφί, αντί, από, διά, επί, κατά, μετά, παρά, περί, υπέρ, υπό

Η πρώτη φάση του παιχνιδιού είναι να ψάξετε και να βρείτε και άλλες προθέσεις, αν μπορέσετε. Η δεύτερη φάση είναι να βρείτε ένα ρήμα που να συνδυάζεται με όσο το δυνατό περισσότερες προθέσεις. Για παράδειγμα μπόρεσα να συνδυάσω το «αγγέλλω» με τις προθέσεις: εκ (εξαγγέλλω), προ (προαγγέλλω), ανά (αναγγέλλω), από (απαγγέλλω), διά (διαγγέλλω, διάγγελμα), επί (επαγγέλλομαι, επάγγελμα), κατά (καταγγέλλω), παρά (παραγγέλλω) – άρα ο βαθμός που έδωσα στο ρήμα «αγγέλλω» είναι 8 στα 18. Έχω βρει ένα ρήμα με σκορ 18/18. Δεν θα σας το αποκαλύψω, απορώ όμως αν υπάρχουν και άλλα με το ίδιο σκορ. Σας προκαλώ να ψάξετε. Και αν ακόμα αποτύχετε στο 18/18, σίγουρα θα βρείτε αρκετά ρήματα με 15/18, 16/18 και 17/18.

Για όσους βρουν το παραπάνω παιχνίδι ανιαρό έχω και ένα άλλο. Επιχειρήστε να αποδώσετε πλήρως στην Νεοελληνική το πασίγνωστο:

«Κύματι θαλάσσης τον κρύψαντα πάλαι διώκτην τύραννον υπὸ γης έκρυψαν των σεσωσμένων οι παῖδες» με όσο το δυνατό λιγότερες λέξεις. Το προσπάθησα και το οικονομικότερο που πέτυχα (σε άκομψη απόδοση) ήταν 28/154 (28 λέξεις με 154 χαρακτήρες συν τα κενά μεταξύ λέξεων) έναντι του 14/93 του πρωτότυπου. Ρήματα με σκορ 15/18 ή μεγαλύτερο και συντομότερες αποδόσεις του «Κύματι θαλάσσης» με ενδιαφέρουν.

Μπορείτε να μου τα στείλετε στο «zouros@uoc.gr.». Καλή επιτυχία!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *