Στοχαστικοί φιλικοί διάλογοι

Κάπου στ’ ονείρου το φτερό ’νταμώθηκαν δυο φίλοι

κι αρχίξασι τα νέα ντως, σα σφιχταγκαλιαστήκαν,

αδερφικά ο γεις τ’ αλλού, όπως παλιά, να λένε,

μνιας κι είχασι καιρούς πολλούς, εδά, ν’ ανταμωθούνε.

Μα να φανεί δεν ήργησε ο λόγος τως να δείξει

πόσο βαθιό τση στόχασης το χάσμα ανάμεσά ντως

ήτο, απού τσι χώριζε κι ας ήτο πλάι-πλάι,

σαν τσ’ εποχές, που μονοιαστοί στο ίδιο το βαγόνι

τση ζήσης στρατοπηαίνανε*, σα ν τσούμαροι απού ’σαν.

Ο γεις εμίλιε για θεό, που χέργια συχναλάσσει

κι όλοι οι θνητοί κατένε ντον στον κόσμο τον απάνω,

μά ’ναι στ’ αλήθεια λιγοστοί όσοι το διαλαλούσι,

πως είναι αρρώστια φοβερή, πάθος κι αδυναμία

για ’κείνους, που φαμέγιοι ντου τση δούλεψής του εμπήκαν,

δίχως να καλοστερνιστού είντα μπορού,

π’ ελόγου ντου, άφθορο, ν’ ανημένου,

πέρα απ’ τ’ αναντράνισμα του ’γωισμού και μόνο.

Άλαλος τονε γροίκανε ο άλλος ’πό τσι δυο ντως,

μνιας κι απαρχής το λόγιασε πως τον μ-παρά λατρεύγει.

Το νάμι* ντου ονειρεύγεται, για χάρη ντως σκοτώνει * = η δόξα

κι αρχονταρίκι μες στο νου του ’χει ’μορφοσιαγμένο

με μανουάλι στσ’ άκρες του να τ’ άφτει τη λαμπάδα,

κάθα πρωί που σκώνεται κι αργά προτού καμνήσει

τ’ αμάθια ντου, και κάνει του, ως δείχνει, ντεμενάδες.

Φαρμακερή του πέταξε γριλιά, λες κι ήμπηξέ ντου,

στα ’σώψυχα του λογισμού μαχαίρι να του σφάξει,

την αναπάντεχη χαρά πού ’ρθε ντου να ριζώσει,

μες στον μπαξέ του ψυχισμού, τση σμίξης τως ρεγάλο.

Κι εγίνα ντου αναβάλουσα τα δάκρυα τση καρδιάς του,

να πνίξουσι το λόγο ντου, πριχού να ξεπορτίσει.

Μα ήβρε ντως διέξοδο, τσ’ αιτίες τως να μάθει.

Γιάειντα του λέει, ελόγου σου, παλιέ καλέ μου φίλε,

δε μολογάς αδυνατά, τα όσα ντουχιουντίζεις,

μονάχας απ’ ώρας σε θωρώ νά ’σαι ’ποδακαμένος,

να με ξανοίγεις σιωπηλός μ’ αμάθια γουρλωμένα,

λες κι ήκαμα πράμα κακό, που δε ν το βάνει ο νους μου.

Δεν είν’ το βλέμμα απού θωρείς να σε σταυρώνει μόνο,

μα ’ναι κι εκείνο τ’ άθωρο, που δε σ’ αναγνωρίζει,

κι αναρωθιέται αν είσαι εσύ που στσ’ αλλοτεσινούς μας

τσι χρόνους ντελαλίζαμε στα εδικά μας στέκια,

πως ο παράς αγνώριστους κάνει μαθές τσ’ αθρώπους,

περίσσια αυτούς π’ αμνόγουσι στση χάρης του τα κάλλη,

και προσπερνού αδιάφοροι όσους τη νοστιμιά ντου

ποτές δε ν εγευτήκανε και νηστικοί τσ’ αργατινές

πολλές βολές κοιμούνται,

μήτε και κουρελού ’χουνε να διώξει τη γ- κρυγιότη,

ούτε και φτίλι ο λύχνος τως, του ζάλου ντως να φέξει

να ιδου το χείλος του γκρεμού, πού ’ναι, να μη σιμώσου.

Εξέχασες πως ’τσά θεός κάνει το νου τ’ αθρώπου

άβουλο στσι ορέξες του, σκλάβο στσι γαλιφιές του,

φύτρο για φύτρο συντεκνιάς, μα και τσ’ αδερφοσύνης,

δε ντως αφήνει και τσ’ αγνής, φιλιάς ορθό ποτές του.

Μήτε και ρέγεταί τζι, να βλαστοροδανθίζουνε όπου καλοβολεύγει,

μόνο σπιούνος γίνεται, ώσπου να τσι μαράνει.

Και χαίρεταί ντο πια πολύ, άμα τσ’ αποξενώσει,

δίχως να πολυσκιάζεται, αν είναι ’δά μερωτική

η πρώτη, για οι άλλες, οι γ-ύστερες, μ’ αδυνατούς

κρίκους που στο αμόνι τση ζήσης χαρκευτήκανε, αδερφαγαπημένες,

Κι όσο θωρεί πως τα κλειδιά βαστά του παραδείσου

του ψεύτικου, στο γ-κόκαλο, σύννεφα καβαλκεύγει,

και στσ’ ασκιανούς του Αφεντικό τον απατό ντου ορίζει.

Κι αποξεχνά πως ο παράς, δεν είναι πράμα άλλο

από το μέσο, στσ’ έγνοιες μας μα και τση βίωσής μας,

να βρίσκει τρόπους να λυθού τα αδιέξοδά ντως,

κι από τη φούρκα του βραχνά, για μνιας, να τσι γλιτώνει.

Κι όι τ’ αθρώπου αυτοσκοπός π’ άπληστος κατανταίνει* = καταντά

και τσ’ αθρωπιάς του τσ’ αρετές μνια –μνια ντως τσ’ αποδιώχνει.

Ώρα ’ναι να το λογιαστείς πως ο Θεός είν’ άλλος !!!,

είναι τσ’ αγάπης η λαλιά, που τ’ άνθη τζη ο χρόνος

δε μπόρεσε και δε μπορεί μήτε να τως αγγίξει.

Είναι το Πνεύμα τ’ άθωρο που τσι καρδιές τσι σπρώχνει

αβίαστα ν’ ανοίγουσι πρόσχαρες τσ’ αγκαλιές τως,

σ’ αχείλια, που η κόριζα τα ’χει ’ποστεγνωμένα,

κι αγόγγυστα μοιράζει ντως του γέλιου ντως το νέκταρ,

δίχως να το φωνιάζουνε, κι ας το στερούνται εκείνα,

Είν’ το μιστό* π’ αγόγγυστο τη δυστυχιά ποτίζει * = η ελεημοσύνη

με τη δική ντου τη δροσιά, ωσότου ξεδιψάσει,

ν’ αναντρανίσει, να γενεί κι εκείνη καρποφόρα.

Να ιδεί ξανά του ουρανού τ’ άστρα ντου φωτισμένα.

Μα ’ναι κι ο άσαρκος σεβντάς για τη ζωή την ίδια,

απού τη θέλει αγάργιωτη και σεμναδοντυμένη.

Έτσα λοής στσι σκέψες σου πραμάθεια δε ν εβρήκα,

είντά ’φταιξε κι αλάργεψες, πες μου το να γατέχω,

π’ οσά κι αυτές θεώρησες στη μπάντα ήκαμές τσι,

κι εδιάλεξες να πορευτείς σ’ άβολα παραδρόμια,

που αύριο δεν έχουνε, ως λε ντο τα χαμπέρια,

μα και το φως τως ξέθαμπο πολλές βολές δεν είναι.

Οι στέρησες, οι δίψες μου, τα πάνω σκαλοπάτια,

μ’ αστραφτερά τα γείσα ντως να μού ’ναι όλα τριγύρω,

κακοπεσές να μη θωρώ, μα μόνο σοπατάδες,

π’ όσο περνοδιαβαίνω τζι, Φάτσες δε βρίσκω μνιά ντως,

που να ’ναι κουβαρντόκαρδες κι όι του νιτερέσο*, * = το συμφέρον

μόν’ ανταμώνω αλόγιαστες σκέψες απού καυχιούνται

για τα καλά απού ’χουνε κι αχόρταγες γλακούνε.

Και πες το, πες το, εγίνηκε συνήθειο και σ’ εμένα

και τέγομαι, μα δε μπορώ οπίσω να γυαείρω,

κι απ’ τη γ-κορφή ως τ’ ακράνυχα μ’ έχει κυριευμένο

η λάμψη ντου και ζάφτι μπλιό την έρμη δε ντη κάνω,

να τη μαντρώσω σε βαθιό τσ’ απόρριψης πηγάι

να την πλαντάξω να γενεί χώμα του χρόνου ψώμα,

να πάψει να με τριγουνεί, να σμίξω με μνια ν άλλη,

π’ όπου το ξεροστέρνιασμα* βρει το, να τ’ αγκαλιάζει * =ανέχεια με-

κι όι τη στράτα ντου μαθές για μνιας να την αλλάζει. γάλη φτώχεια

Μήτε στο νου μου το ’βαλα πως η ψυχή αξίζει

πιότερο κι απ’ του κορμιού τσι μέριμνες που θέλει,

να το νταντεύγου ωστέ να ζει, σα ντ’ άγουρο κοπέλι

π’ όσο του δίνου, αχόρταγο αράσσει ν’ αποχτήσει

κι άλλα, που δεν τα έχει αυτό, μα τα ’χουνε οι γι-άλλοι

κι έτσα δε βρίσκει αναπαγή, μνια στάξη να μερέψει.

Να ιδεί καημούς τση δυστυχιάς που τυραννού κονάκια,

και ποταμός το δάκρυ ντως κυλά στα μάγουλά ντως,

να ιδεί το πού πατεί εδά, που διόλου οψές δε μ-πάθιε,

ποιος ήτο κι είντα επίστευγε, προτού το φέρει η γύρα

και ξελιγώσει τ’ άντερο κι οι γι-ογρασές τελέψου.

Μη ντο θαρρείς πως δεν πονώ και πως τ’ ανέμου δίνω

τα όσα, γύρω μου γροικώ για δε τα συλλογούμαι.

Θωρώ το πως στραβά τσι ζώ τσι ύστερούς μου χρόνους,

τ’ αέρα φρύσαλό ’γινα κι ως άμυαλο με πηαίνει

μ’ όποιο κι ανέ ’χει προορισμό στου πλούτου τσι αγκάλες,

κι έκειά μεθά μου ο λοϊσμός κι αποξεχνά «τα ρέστα»

κι α λάχει και τ’ αντισταθώ, οι γι-όφηδες με ζώνου,

και τιμωροί μου γίνουνται, και μ’ απανωραβδίζου.

Αν είναι, φίλε, όπως τα λες, έλα και μη τρομάζεις,

μαζί μου σ’ άλλου στρατουλιού τα διάπαντα να μπούμε,

μήτε θεργιά να φοβηθείς, μήτε φουρτουνιασμένες

θάλασσες, που το κύμα ντως δά ’ναι τ’ ανέμου χάδι,

που σε λιμάνια απάνεμα στο τέλος δα σε βγάζει.

Έλα να πιείς τ’ αγιόνερο π’ άλλη πηγή τση νιότης,

ν’ αποξεχάσεις μονομνιάς το ζόρλε τση κρυγιότης,

να πάψουσι τση απληστιάς οι γι-έγνοιες να σε τρώνε.

Και το μ- παλιό, π’ εγρώνιζα, φίλο να ξανασμίγω.

Κι ο ντάκος σου, αν και λιψός, πάλι δα σε χορταίνει,

χωρίς να σκουτουργιάζεσαι γιάειντά ’δωκες το μέλι,

κι από τα μεσοπύθαρα γιάειντά ’καμες χελάλι

μνια πάρτη ντως στσ’ ανήμπορους ν’ αποξεχειμωνιάσου.

Να ιδείς την ψη σου να γελά κι όι ν’ αναστενάζει,

ακόμη κι όντε οι πια πολλοί στση λησμονιάς το κάρο

δα δένουσι τσ’ απλοχεριές απού ’καμε η καρδιά σου.

Έλα να ζήσεις τη χαρά, που ξεχωρίζει απ’ όλες,

χαρά, που δε ζυάζεται με δράμια, για οκάδες,

π’ όσο κι αν είν’ κοντακιανή στο μπόι για μεγάλη,

κάθε βολά ’ναι ξέταιρη από την όποια άλλη,

είναι το ψυχογέννημα, που φωνιαχτά παινάδια,

μα μήτε και αντάμοιψες αποζητά τζι οπίσω.

Πού κατοικεί; έτσά Θεός να πα Τονε γυρέψω!!!!!!!!,

να Του μιλήσω να πειστώ, κι αν είναι, και τα βρούμε,

του Είναι μου τσ’ αδιάφορες μαθιές του να παντρέψω

με τσι δικές Του αρμηνιές, μπας και αλλάξου στράτα,

και σα δε με ζυγώξουνε, μπλιό μου να μη ξεχάσω

πως ’τσά πρεπιά το κουβαλεί τση αθρωπιάς το χρέος

κι αγάλι – αγάλι των καημώ καταλαγιά το «δέος,»

π’ απολιγιαίνουνε οι καιροί, του ήλιου ντως οι φέξες.

Στσι δρόμους απού πορπατείς σημάδια ξεπροβαίρνου,

αμίλητα που μαρτυρού Δημιουργός ποιος είναι.

Φτάνει να θες ν’ αποδεχτείς πως όλα που ’ναι ομπρός σου

είναι γεννήματά Ντου, κι εσύ απ’ όλα, σάικα, είσαι το πια σπουδαίο.

Άλλα ’κλουθού Ντου όπως μπορού κι άλλα παραδρομούνε,

κι άμα πολυαλαργέψουσι και πάνε να χαθούνε,

πάλι τση ασκενάδας Του το μέρος ’ποζητούνε,

και βρίσκου Ντον, καλόρεξο, να τα ξαναδροσίσει.

Στο λογισμό ντου ο κάθαείς τη μοίρα ντου βαστά τη

κι ό,τι σκεφτεί, για κάμει το, κλουθά ντου αξοπίσω.

Πολλά γιατρεύγου ντου πληγές, άλλα του τσι φουντώνου

και κάμποσα αφήνουνε αχνάρια, απού δε λειώνου.

Για κείνο σα ντο μεταδείς πως περασάρης είσαι,

του πλούτου τα κορδώματα πνίξτα, να ξαλαφρώσεις,

κι άσε τη σβήστρα τ’ Ουρανού τα λάθη σου να σβήνει..

Κι,

όπως κι α ζεις, για πορευτείς, ξυπνάς για και κοιμάσαι,

του ντρέτου λόγου τσ’ ορμηνειές σαφί ν’ αναστοράσαι.

Σκύβε και γιάτρευγε πληγές με τση καρδιάς το γέλιο,

για να γροικάς, όπου περνάς, να ψέλνου το Βαγγέλιο.

One Response

  1. Άριστη χρήση της Κρητικής διαλέκτου…

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *