Τα Πορτοκάλια

Αναμνήσεις ενός παιδιού της Γερμανικής κατοχής

  Στο μεσοδιάστημα της Γερμανικής κατοχής είχα την ατυχία, ως μικρό παιδί, να έχω φοβερούς πόνους στα πόδια στη θέση της κνήμης, σε σημείο ακόμη που να με δυσκολεύουν και στο περπάτημα.

Ο οικογενειακός μας ιατρός και καλός μας φίλος, ο Γεώργιος Ελευθεράκης, παρά την άριστη επιστημονική του κατάρτιση και την ευρυμάθειά του, δεν μπόρεσε να εντοπίσει την αιτία.

Τότε ο πατέρας αποφάσισε να με μεταφέρει στο Ηράκλειο για να με δει ένας νευρολόγος ιατρός πολύ γνωστός του. Το πρόβλημα ήταν ο τρόπος αυτής της μεταφοράς. Ζήτησε από ένα καλό συμπολίτη μας και φίλο του, τον Μιλτιάδη Μαρκοδημητράκη, να του παραχωρήσει το γαϊδούρι του, που ήταν γερό και είχε και μεγάλη καπούλα, κι αυτός με ευχαρίστηση ανταποκρίθηκε.

Έτσι λοιπόν, μια μέρα του Μάρτη του 43, ο πατέρας στο σαμάρι κι εγώ στην καπούλα, ξεκινήσαμε πρωί για το Ηράκλειο, μέσα από το Αρχανιώτικο φαράγγι, για συντομία. Στο δρόμο απαντήσαμε κι άλλους Αρχανιώτες, που πήγαιναν κι αυτοί στην πόλη, άλλοι με γαϊδούρια κι άλλοι με μουλάρια και μόνο ο Μαρινογάννης ήταν πάνω σε ένα υπερήφανο άλογο. Με τις συζητήσεις βγήκαμε στο ύψος του «Βενιζελείου», χωρίς να το καταλάβουμε, αφού πρώτα είχαμε περάσει από τη Σύλλαμο, τη Φασκομηλιά κλπ. Από κει μπήκαμε στην πόλη, οπότε η παρέα σκορπίστηκε, για να πάει ο καθένας στον προορισμό του. Εμείς προχωρήσαμε προς το χάνι του Ζουράρη, μέσα στην αγορά. Εκεί,ο πατέρας έδωσε εντολή να περιποιηθούν το γαϊδούρι, να το ταΐσουν και να το ποτίσουν, δίνοντας , προκαταβολικά, το αντίτιμο αυτών των υπηρεσιών.

Από κεί και μέσα από τους σημερινούς δρόμους, Καρτερού και Κατεχάκη, φθάσαμε στη μικρή πλατεία με τους ευκαλύπτους, απέναντι από το Μητροπολιτικό μέγαρο. Ανεβήκαμε με κόπο, δύο σκάλες, στο κτίριο που βρίσκεται, ακόμη και σήμερα, στην ίδια κατάσταση,στο ΒΔ άκρο της, όπου ήταν το ιατρείο που προοριζόμαστε. Ο γιατρός, προσηνής, μας χαιρέτησε και αφού ρώτησε την αιτία της επίσκεψης, με οδήγησε στο εξεταστήριο και μου είπε να ξαπλώσω πάνω σε ένα κρεβάτι. Άρχισε τότε να με κτυπά και στα δυο πόδια με ένα σφυράκι και μετά να μου κάνει κινήσεις, πάνω κάτω,των ποδιών και στο τέλος με σήκωσε όρθιο, λέγοντας στον πατέρα ότι δεν έβλεπε τίποτα το ανησυχητικό κι ότι μάλλον οι πόνοι είναι της ανάπτυξης του παιδικού οργανισμού. Ο πατέρας χάρηκε με τη γνωμάτευση του ιατρού, ο οποίος μάλιστα δεν του πήρε επίσκεψη, ήταν πολύ γνωστός του, Ζερβουδάκης Στέλιος λεγότανε, γαμπρός του βιβλιοπώλη Νικολάου Αλικιώτη, που κι αυτός, με τη σειρά του, ήταν γαμβρός του μεγαλοκτηματία των Αρχανών, Ζαχαρία Κανάκη, τον ευχαρίστησε και φύγαμε.

Μετά από αυτά τα ευχάριστα νέα, οδηγηθήκαμε σε ένα εστιατόριο για να γευματίσουμε. Είχε φθάσει ήδη το μεσημέρι. Στη πλατεία «Μειντάνι», γωνία με την 1821, ήταν το εστιατόριο του Μαθιουδάκη. Εκεί μπήκαμε, αφού ανεβήκαμε τα δύο σκαλοπάτια της εισόδου. Παραγγείλαμε κοκκινιστό μοσχάρι με πολλή σάλτσα, μας έφερε και ψωμί. Χαράς Ευαγγέλια. Φάγαμε το «μοσχαράκι» με βουλιμία και ρουφήξαμε κυριολεκτικά τη σάλτσα, γλείφοντας ακόμη και το πιάτο. Πλήρωσε ο πατέρας και ετοιμαστήκαμε για την αναχώρηση και την επιστροφή στο χωριό.

Περνώντας από την αγορά της πόλης, αγοράσαμε ένα κιλό πορτοκάλια, για να τα κρατούμε «πεσκέσι» στη μητέρα και στον μικρό αδελφό, μαζί με τα ευχάριστα νέα.

Πήραμε το ζώο από το χάνι, κρεμάσαμε τη βούργια, με τα πορτοκάλια, στο σκαρβέλι του σαμαριού, καβαλικέψαμε και ξεκινήσαμε μόνοι μας. Είχαμε χάσει την πρωινή παρέα.

Βγαίνοντας από το Ηράκλειο μου λέει ο πατέρας: «Μια κι είμαστε μόνοι θα επιστρέψουμε από τον αμαξιτό δρόμο, για ασφάλεια, και δεν πειράζει που θα αργήσουμε λιγάκι. Μόνο καθάρισε ένα πορτοκάλι να το φάμε, ίσως και περάσει έτσι η ώρα πιο άνετα».

-Φάγαμε το πρώτο πορτοκάλι και π ρ ο χ ω ρ ο ύ σ α μ ε. Αυτή η ενέργεια επαναλήφθηκε, στη συνέχεια, πολλές φορές, ώστε πριν επιστρέψουμε στο χωριό, όλα τα πορτοκάλια είχαν εξαφανιστεί.

———————————

Διηγηθήκαμε την απρέπειά μας στη μητέρα ζητώντας της συγγνώμη. Αυτή, όχι μόνο δεν πειράχτηκε, αλλά αντίθετα, χάρηκε με τη καλή γνωμάτευση του γιατρού.

Έλα σου όμως, που οι πόνοι δεν καταλάγιασαν, αλλά εξακολουθούσαν και πολλές φορές εντονώτεροι. Την οικογενειακή ανησυχία συμμεριζότανε κι ο γιατρός, που το έφερνε βαρέως για το ότι δεν μπορούσε να με ανακουφίσει. Αυτή η συζήτηση γινότανε συχνά, μαζί του με τους γονείς μου, τα βράδια που μας βεγγέριζε (αυτός, ως γιατρός,είχε ελεύθερη μετακίνηση τη νύχτα). Ένα βράδυ έρχεται χαρούμενος και μας λέει: «Γνώρισα ένα Γερμανό ιατρό ορθοπεδικό και του είπα την περίπτωση του Νίκου κι αυτός μου απάντησε να τον πάω να τον εξετάσει. Έτσι κλείσαμε ραντεβού για αύριο το πρωί στις 11».Σημειωτέο ότι ο γιατρός μας ήταν άριστος γνώστης και της Γερμανικής γλώσσας.

Πραγματικά την επομένη,11 παρά, ήρθε ο γιατρός στο σπίτι και πήγαμε μαζί στα Γερμανικά πολυατρεία, που στεγαζότανε στο ανώγειο του σπιτιού του Γιαννάκου του Χ. Γιωργάκη, απέναντι από το πετρόκτιστο σχολείο των Αρχανών. Στη κορυφή της σκάλας μας περίμενε ο Γερμανός. Ένας άνδρας 2 μέτρα ύψος, με στολή αξιωματικού και μας οδήγησε στο σαλόνι του σπιτιού, όπου ήταν το εξεταστήριό του. Μου έκαμε περίπου την ίδια εξέταση που μου είχε κάμει κι ο Ηρακλειώτης νευρολόγος κι η γνωμάτευση ήταν ότι οι πόνοι έχουν την αιτία τη απότομη αύξηση του μήκους των οστών κι ότι με την ολοκλήρωση της ανάπτυξης θα σβήσουν τελείως. Χάρηκε ο γιατρός μου, κι αφού συνομίλησε για λίγο μαζί του στα Γερμανικά, τον ευχαρίστησε κι επιστρέψαμε στο σπίτι φέρνοντας και πάλι τα καλά νέα στους γονείς.

Πέρασε ακόμη ένας χρόνος με τους πόνους συντροφιά και μόνο τον Οκτώβριο του 1944, που φύγανε οι Γερμανοί από τις Αρχάνες και από το Νομό,φύγανε και οι δικοί μου πόνοι.

Να ήταν άραγε μια απλή σύμπτωση αυτό;

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *