Το έθιμο των «Μωμόγερων»

Στα τέλη του 2016 η Διακυβερνητική Επιτροπή της Σύμβασης για την Διαφύλαξη της Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς, ενέκρινε την πρόταση του υπουργείου Πολιτισμού και ενέγραψε στον Αντιπροσωπευτικό Κατάλογο της «Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ανθρωπότητας» (Ουνέσκο) το εθιμικό δρώμενο των Μωμόγερων.

Ένα από τα παλαιότερα ποντιακά έθιμα, κατά τη διάρκεια της περιόδου των Χριστουγέννων από τις 15 Δεκεμβρίου έως και τα μέσα Ιανουαρίου, ενώ δεν έλειπαν οι φορές που διαρκούσε ακόμη και μέχρι την Καθαρά Δευτέρα (πρώτη ημέρα της Μεγάλης Σαρακοστής). Ανήκει λοιπόν σε εκείνα τα έθιμα που οι Πόντιοι μαζί με άλλα πολιτισμικά κειμήλια έφεραν με την εγκατάστασή τους στη μητροπολιτική Ελλάδα. Το περιεχόμενο των παραστάσεων είναι κατά κανόνα κωμικό (που σε μερικές περιπτώσεις παίρνει και κοινωνικές διαστάσεις), υπάρχουν όμως και παραλλαγές με σοβαρό περιεχόμενο. Το 1927 ο Δημοσθένης Η. Οικονομίδης υποστήριξε σε επιστημονική έρευνά του ότι πρόκειται για αγροτικές γιορτές με συμβολικό χαρακτήρα. Συγκεκριμένα υποστήριζε ότι συμβολίζουν τη νάρκη της φύσης κατά τη διάρκεια του χειμώνα και την αναζωογόνηση της, κατά τη διάρκεια της άνοιξης.

Παραλλαγή μπορεί να θεωρηθεί το έθιμο Ραγκουτσάρια που συναντάται στην περιοχή της Κοζάνης και της Καστοριάς. Οι ρίζες του εθίμου βρίσκονται στους προ-χριστιανικούς χρόνους αλλά οι Πόντιοι έδωσαν αργότερα χριστιανικό χαρακτήρα.

Μωμόγερος: Από το αρχαίο «Μώμος» και το ουσιαστικό «γέρος». Πρόκειται σύμφωνα με τον Άνθιμο Α. Παπαδόπουλο για τον εσχατόγηρο, γι’ αυτόν που είναι μεταμφιεσμένος για τις θεατρικές παραστάσεις. Ο θεός Μώμος κατά την Αρχαιότητα αποτελούσε την προσωποποίηση της σάτιρας και του σαρκασμού και συνδεόταν με τις γιορτές που ήταν αφιερωμένες στον Διόνυσο, με κοινό χαρακτηριστικό τις μάσκες και τις μεταμφιέσεις. Από εκεί προέρχεται και η αρχική ετυμολογία της λέξης «Μωμόγεροι» ή «Μωμόεροι» ή και «Μωμογέρια», που αποτελούσαν τους ακολούθους του Μώμου και τον συνόδευαν χορεύοντας, τραγουδώντας και σατιρίζοντας πρόσωπα και καταστάσεις.

Λαϊκοί αυτοσχέδιοι θίασοι δίνουν παραστάσεις σε αυλές σπιτιών, σε διασταυρώσεις δρόμων και σε πλατείες χωριών και πόλεων. Παλαιότερα συνηθιζόταν τα άτομα που αποτελούσαν τους θιάσους να είναι κατά κανόνα νέοι άνθρωποι που προέρχονταν από το ίδιο χωριό. Κάθε θίασος συνοδευόταν παντού και πάντοτε από οργανοπαίκτες, κάτι που ισχύει και σήμερα καθώς η μουσική υπόκρουση θεωρείται απαραίτητο στοιχείο για κάθε παράσταση.

Το έθιμο ξαναζωντάνεψε από τα πρώτα κιόλας χρόνια εγκατάστασης των προσφύγων στην Ελλάδα. Ήδη από το 1924 και 1925 υπάρχει φωτογραφικό υλικό αναβίωσης του εθίμου σε χωριά του νομού Κοζάνης, όπου συμμετείχαν πρόσφυγες γεννημένοι στον Πόντο. Το γεγονός αυτό αποδεικνύει περίτρανα τη συνέχεια του εθίμου, καθώς και τη μορφή με την οποία εμφανίζεται-καταγράφεται και στις μέρες μας. Ειδικότερα στις μέρες μας παρουσιάζεται μια κάμψη στο θεατρικό μέρος του, σε αντίθεση με το χορευτικό που καταγράφει άνθηση.

Οι ενδυμασίες των μεταμφιεσμένων, που περιλαμβάνουν μάσκες από δέρματα ζώων, δορές τράγου, αλεποουρές και ουρές λαγών, δείχνουν επίσης την αρχαϊκή καταγωγή του συγκεκριμένου εθίμου. Επικρατεί η αντίληψη ότι αυτός που φοράει τη μάσκα εξομοιώνεται με τον θεό στον οποίο ανήκει το εκάστοτε ιερό ζώο. Επίσης, χαρακτηριστική είναι η παρουσία ξηρών καρπών, βοτάνων και διαφόρων οπωρικών τα οποία έχουν κρεμασμένα γύρω από το λαιμό τους σε αρμαθιές μερικά πρόσωπα του θιάσου, υποδηλώνοντας τη μαγική και γονιμική αφετηρία που συνδεόταν με αυτά στο παρελθόν.

Μέλη του Συλλόγου “Διογένης”, αναβιώνουν το έθιμο των “Μωμόγερων” στους δρόμους της Νέας Σινώπης, στην Πρέβεζα, το Σάββατο 12 Ιανουαρίου 2013.

Οι διαφοροποιήσεις ανά περιοχή ουσιαστικά επιβεβαιώνουν όσα υποστηρίζει η επιστήμη της λαογραφίας για την παράδοση γενικά, δηλαδή ότι η ελληνική παράδοση έχει ορισμένες βασικές κατηγορίες μέσα στις οποίες υπάρχουν τοπικές παραλλαγές που τελικά συνθέτουν τον ελληνικό πολιτισμό. Αυτό ακριβώς συμβαίνει και στην περίπτωση του ποντιακού πολιτισμού και ασφαλώς στο έθιμο των Μωμόγερων. Βασικά στοιχεία των Μωμόγερων είναι ο θάνατος και η ανάσταση, η αρπαγή και η σύγκρουση.

Κεντρικό πρόσωπο σε κάθε παράσταση είναι η νύφη, που ενσαρκώνει τη βλάστηση και τη γονιμότητα της γης. Η σύγκρουση ενός νέου άνδρα και ενός γέρου για την κατάκτησή της, με την τελική νίκη του νεότερου, συμβολίζει την αντικατάσταση του παλιού χρόνου από τον νέο. Στο τέλος ακολουθούν πάντοτε χορός, τραγούδι και τρικούβερτο γλέντι.

Κατά την ποντιακή παράδοση, ο θίασος τριγυρνά στις αυλές των σπιτιών. Στο δρώμενο οι πρωταγωνιστές είναι τρεις, ο γέρος Κιτί Γοτσά, η νύφη και ο «αράπης». Η αλλαγή του χρόνου και η αναγέννηση της φύσης συμβολίζεται με τη νύφη η οποία ερωτοτροπεί με τον νέο (ο νέος είναι ο χαρακτήρας «αράπης»). Στο δρώμενο εναλλάσσεται η απαγωγή της νύφης από τον νέο «αράπη» με τον γέρο Κιτί Γοτσά.

Υιοθετώντας τον χρονικό διαχωρισμό που πραγματοποίησε ο Χρήστος Σαμουηλίδης στο πολυσήμαντο βιβλίο του Το λαϊκό παραδοσιακό θέατρο του Πόντου, μπορούμε να πούμε ότι οι Μωμόγεροι στο αρχαϊκό στάδιό τους είχαν μαγικό-τελετουργικό και ευετηριακό χαρακτήρα. Στην πορεία μέσα στο χρόνο οι επιδράσεις που δέχθηκαν από το περιβάλλον και ασφαλώς τις λοιπές γειτονικές κουλτούρες, επέφεραν μεταβολές. Έτσι ώστε οι Μωμόγεροι απώλεσαν στοιχεία από την αρχαϊκή περίοδο και δέχθηκαν νέα από τη βυζαντινή περίοδο, την οποία βίωναν. Σε νεότερο στάδιο τους, ο χαρακτήρας τους εξελίχθηκε έχοντας επίκεντρο τη σάτιρα, τον έρωτα, την ψυχαγωγία κτλ.

Ευτυχώς, σήμερα το έθιμο αναβιώνεται από πολλούς σύγχρονους ποντιακούς συλλόγους σε όλο και περισσότερες περιοχές της Ελλάδας.

Πηγές αναδημοσίευσης:
http://www.pontos-news.gr

https://el.wikipedia.org/wiki

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *