Το Επιμύθιο μιας Συμφωνίας

Κλείνουμε τα μάτια… παίρνουμε βαθιές ανάσες! Πάει, πέρασε κι αυτό… Ο πρωθυπουργός μας, τακτικός αναγνώστης του Εποχούμενου Περιπατητή, θα είχε διαβάσει ασφαλώς μια πρόβλεψή μας, σε περσινό άρθρο. Εκεί, είχαμε γράψει … στο περίπου: «…να δείτε, που μετά τα μπάνια του λαού (δηλ. αρχές Σεπτεμβρίου), ο πρωθυπουργός μας θα βγει στην τηλεόραση και θα μας πει: Σας έβγαλα από τα μνημόνια, σας έλυσα και το Μακεδονικό (ή Σκοπιανό) … λοιπόν, τι άλλο θέλετε;». Και προκειμένου να επαληθεύσει την πρόγνωση του Περιπατητή, έβαλε τα δυνατά του και έτσι, με την έγκριση από τη Βουλή μας, της Συμφωνίας των Πρεσπών, έκλεισε και αυτός ο κύκλος· με κάποια καθυστέρηση, ίσως, αλλά «κάλλιο αργά, παρά ποτέ». ‘Η μήπως προτιμούμε μόνο το τελευταίο;

Στο προηγούμενο άρθρο είχαμε εξετάσει την υποθετική περίπτωση δηλ. να μην εγκριθεί από την Ελληνική Βουλή, η Συμφωνία. Τώρα, όλα αυτά έχουν τελειώσει. Έχουμε, λοιπόν, ένα γείτονα στα βόρεια σύνορά μας, που από Μακεδονία, όπως τον αποκαλούσαν οι γνωστοί του, στο μέλλον θα τον φωνάζουν Βόρεια Μακεδονία. Αυτό, βέβαια, απαιτεί και κάποιο χρόνο προσαρμογής, για να αλλάξουμε μια «κακή» συνήθεια 74 ετών· από το ’45, που πήρε το όνομα Δημοκρατία της Μακεδονίας, μέσα στο κράτος, της τότε Γιουγκοσλαβίας. Εδώ, φωνάζουμε το γνωστό μας, Τάκη. Κι εκείνος μας λέει: Λέγετέ με Κωνσταντίνο. Όσο και να προσέχουμε, ώσπου να το συνηθίσουμε, θα τον ξαναπούμε Τάκη, δυο – τρεις φορές… Λοιπόν, υπομονή και κατανόηση!

Το κακό ήταν (και είναι), ότι από την ίδρυση αυτής της Δημοκρατίας, όλες οι Ελληνικές κυβερνήσεις επέδειξαν αδικαιολόγητη αδράνεια, αδιαφορία, ατολμία … στρουθοκαμηλισμό, όπως θέλετε πέστε το, σχετικά με το όνομα αυτού του κράτους. Σε αυτό, συνετέλεσε και η Αμερική. Με τη ρήξη Γιουγκοσλαβίας – ΕΣΣΔ και την αποβολή της από την Κομινφόρμ, οι ΗΠΑ «συνέστησαν» στη χώρα μας «επίθεση» φιλίας προς τη Γιουγκοσλαβία, προκειμένου να τη ρυμουλκήσουν στο άρμα τους. Έτσι, με την επίσκεψη (1954) του Τίτο στην Αθήνα (που έφερε ως δώρο στον Παύλο δυο άσπρα άλογα) και στη συνέχεια στη Θεσσαλονίκη, με παρελάσεις προς τιμή του και επιθεώρηση του στόλου μας, τα χείλη όλων ήσαν ερμητικά κλειστά, ώστε να μην ξεφύγει λέξη περί «Μακεδονικού», πράγμα που θα μπορούσε να ψυχράνει τις υπό αναθέρμανση διμερείς σχέσεις μας. Ακολούθησε το «Συμφωνούμε ότι διαφωνούμε», του Κωνσταντίνου Καραμανλή, προς τον Τίτο (1960). Και αργότερα, ακόμα και επί δικτατορίας, (’67-’74) οι γείτονές μας κατέβαιναν στην Έκθεση Θεσσαλονίκης και έστηναν περίπτερο με «φαρδύ – πλατύ» το όνομα «Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας» και κανείς δεν βρέθηκε να δώσει σημασία!

Μην τα θέλουμε, λοιπόν, όλα δικά μας, μετά από τόσα χρόνια και μετά από τα τόσα λάθη και παραλήψεις μας. Θα μου πείτε, τί θέλουμε, τώρα και γυρνάμε πίσω στον Τίτο. Έ, πώς… εδώ τι θέλουμε και γυρνάμε πίσω στο Μ.Αλέξανδρο; Ο οποίος, στο κάτω – κάτω, αν γυρνούσε ξαφνικά, στις μέρες μας, θα δήλωνε Βασιλιάς της Μακεδονίας και όχι της Ελλάδας. Την Ελλάδα, (που δεν υπήρχε ως κράτος, αλλά ως γεωγραφικός χώρος) την είχε υποτάξει. Και οι πόλεις- κράτη, (πλην Λακεδαιμονίων) έκαμαν «την ανάγκη φιλότιμο» και τον ακολούθησαν στο εκπολιτιστικό (ή κατακτητικό) έργο του. Αν μπορούσαν, ας έκαναν και διαφορετικά. Η ισοπέδωση της Θήβας ήταν παράδειγμα προς αποφυγή. Να θυμηθούμε, ο Φίλιππος, ο πατέρας του Μ. Αλεξάνδρου, ήταν ο μεγαλύτερος εχθρός των Αθηνών, κατά το Δημοσθένη (Φιλιππικοί λόγοι).

Η Συμφωνία των Πρεσπών, πέτυχε ένα παγκόσμιο ρεκόρ. Πουθενά, στον κόσμο, δεν έχει κατορθώσει μια χώρα, να υποχρεώσει μιαν άλλη, να αλλάξει το Σύνταγμά της και μάλιστα σε καιρό ειρήνης. Αυτή, είναι η πιο ταπεινωτική ενέργεια, που μπορεί να υποστεί μια χώρα. Μόνο η Γερμανία και η Ιαπωνία, ως ηττημένοι, αναγκάστηκαν να αλλάξουν το Σύνταγμά τους! Και μέσα σε αυτές τις αλλαγές, τακτοποιούνται και όλα όσα μας «πονάνε», δηλ. αλυτρωτισμός, γλώσσα, υπηκοότητα (nationality). Για τα περί Εθνότητας (ethnicity), έχουν γραφτεί κατά κόρον, αυτόν τον καιρό. Ότι δηλ. η εθνότητα δεν είναι όρος νομικός και δεν περιλαμβάνεται στο Διεθνές Δίκαιο, ούτε δανείζεται, ούτε παραχωρείται. Έχει σχέση με το πώς αισθάνεται ο καθένας μας, αφορά στη γλώσσα, στη θρησκεία, στα ήθη και στα έθιμά μας… o καθένας μας μπορεί να νιώθει και να πιστεύει ό,τι εκείνος νομίζει…

Ακούγεται ο ισχυρισμός, ότι «τους δώσαμε» το όνομα Μακεδονία. Αντίθετα, μέναμε ικανοποιημένοι με το FYROM, που περιέχει, έτσι κι αλλιώς, το Macedonia –πλην, όμως μέναμε ήσυχοι προφέροντας, στο ανέμελο, (κοροϊδευτικά ή από άγνοια) ΠΟΥ-ΓΟΥ- ΔΟΥ-ΜΟΥ. Αλίμονο, ένας λαός, όποιος κι αν είναι, να μην μπορεί να προσδιοριστεί από το όνομα της περιοχής που κατοικεί. Και οι γείτονές μας κατοικούν εκεί, δηλ. στο χώρο της ευρύτερης Μακεδονίας, από τον 6ο – 7ο μ.Χ. αιώνα, δηλ. πάνω από 1200 χρόνια. Νισάφι … που λέμε και στη Μακεδονία ΜΑΣ. Εδώ, παρουσιάζουμε με υπερηφάνεια, για σούπερ Έλληνα, το Γιάννη Αντετοκούνμπο… Εξάλλου, η ονομασία Βόρεια Μακεδονία … προκαλεί κάποιον, που δεν είναι σχετικός με το πρόβλημα, ώστε να ρωτήσει και να μάθει, πού βρίσκεται, ποια είναι και τι ιστορία έχει η υπόλοιπη Μακεδονία και ότι το 51% της Μακεδονίας ανήκει στην Ελλάδα και οριοθετήθηκε με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου (1913).

Έπειτα … πολύς λόγος και για τον αλυτρωτισμό, όπως αυτός εκφραζόταν στο Σύνταγμά τους. Ίσως, κατά την ίδρυσή τους, ως κράτος, να γράφτηκαν σε στιγμές ενθουσιασμού, από ακραία στοιχεία της εποχής, διάφορα, όπως η Μακεδονία (τους) εκτείνεται ως τη Θεσσαλονίκη κ.λπ. Κάθε χώρα, «εν τη γενέσει» της, έχει ανάγκη από ένα μύθο … Τι έχουμε να φοβηθούμε, εμείς η Ελλάδα των 10 εκατομμυρίων από ένα κρατίδιο των 2 εκατομμυρίων; Να φοβόμαστε την Τουρκία των 80 εκατομμυρίων, το καταλαβαίνω… Εμείς, όταν λέμε για τη Βόρεια Ήπειρο, δεν εννοούμε ότι η νότια Αλβανία είναι … ελληνική; Όταν λέμε ότι «η Μακεδονία είναι μία και είναι Ελληνική», δεν εννοούμε ότι και η FYROM, μας ανήκει, μια που αποτελεί το 40% της Μακεδονίας, γεωγραφικά; Όταν λέμε: «Πάλι με χρόνια με καιρούς, πάλι δικιά μας θα ‘ναι», για την Πόλη, τι εννοούμε; Δεν είναι όλες αυτές εκφράσεις αλυτρωτισμού – εκ μέρους μας; Ακραίες φωνές θα υπάρχουν παντού και πάντα… Θέσεις και φόβος, περί σκηνοθετημένης σκευωρίας, μελλοντικά και περί συνδυασμένης εισβολής από γείτονές μας, ανάγονται στη σφαίρα της φαντασίας. Με τις καθημερινές τουρκικές υπερπτήσεις στα νησιά μας, τι κάνουμε; Φταίει η Συνθήκη των Πρεσπών;

Το λυπηρό είναι, ότι δεν ξεκινήσαμε καλά· κυρίως για λόγους πολιτικούς. Η Βόρεια Μακεδονία, είναι μια χώρα μικρή, από την οποία δεν έχουμε τίποτε να φοβηθούμε. Συναλλάσσεται οικονομικά με τη χώρα μας. Μας θαυμάζει και σύντομα θα είναι σύμμαχός μας στο ΝΑΤΟ και εταίρος μας στην Ε.Ε., (είτε αρέσει σε κάποιους, είτε όχι). Απεναντίας, εμείς υιοθετούμε σκληρές και άκαμπτες θέσεις εναντίον τους. Γιατί, λοιπόν, προσπαθούμε, επίμονα, να δημιουργήσουμε ένα κακό παρελθόν, μπροστά σε ένα προδιαγεγραμμένο και αμοιβαίου συμφέροντος μέλλον;

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *