Το Κρητικό Γλωσσικό Ιδίωμα

Κρητική ιστορία και γλώσσα πορεύονταν πάντα μαζί. Αποτολμώντας μια σύντομη ιστορική αναδρομή της γλώσσας στην Κρήτη παρατηρούμε τα εξής. Γλωσσικές πληροφορίες για την πρώτη γλώσσα των Κρητών δεν έχουμε, αφού η κρητική γραμμική Α΄ γραφή δεν έχει ακόμη αποκρυπτογραφηθεί. Για τη μετέπειτα μινωική μαθαίνουμε από τους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους και ειδικά από τον Πλάτωνα, ο οποίος αναφέρει ότι οι νόμοι του Μίνωα στηρίζονταν στη λογική και στην ισότητα και ήταν εγχάρακτα γραμμένοι σε χάλκινες πινακίδες. Μετά την εισβολή των Δωριέων η γλώσσα προσαρμόστηκε στη δωρική εκφραστικότητα και μορφοποίηση. Η αποτύπωση των Νόμων στη δωδεκάδελτο της δωρικής Γόρτυνας αφήνει το γλωσσικό της αποτύπωμα.

     Κατά τη Ρωμαϊκή περίοδο και  τους πρώτους Βυζαντινούς χρόνους η γλώσσα συνέχιζε να ακολουθεί την αδιατάρακτη πορεία της. Ο χριστιανικός λόγος δεν βρήκε καμία δυσκολία να επικοινωνήσει με το λαό. Κατά την περίοδο της Αραβοκρατίας  η ντόπια γλώσσα δεν επηρεάστηκε. Ελάχιστες μόνο αραβικές λέξεις έμειναν στο κρητικό λεξιλόγιο που αφορούσαν  κυρίως τοπωνύμια όπως Κατσαμπάς, Μασταμπάς, Ατσιπάδες, Αμπάς.

     Μετά την ανάκτηση της Κρήτης από το Νικηφόρο Φωκά και τον ερχομό των 12 αρχοντόπουλων ο δυναμισμός της λαϊκής κρητικής διαλέκτου υπερίσχυσε της λόγιας γλώσσας των βυζαντινών με αποτέλεσμα τα αρχοντόπουλα να αφομοιωθούν γλωσσικά. Κατά τη  μακρόχρονη Ενετοκρατία στην Κρήτη το κρητικό γλωσσικό ιδίωμα υπήρξε το εκφραστικό μέσο του Κρητικού Θεάτρου και της περίφημης Κρητικής Αναγέννησης.

     Στο αστικό περιβάλλον της βενετοκρατούμενης Κρήτης, εκτός από τα ανώτερα στελέχη της παπικής εκκλησίας, του στρατεύματος, της δημόσιας ενετικής διοίκησης, των εμπορικών αντιπροσώπων και του μισθοφορικού στρατού, παρεπιδημούσαν Ιταλοί λόγιοι, ποιητές και ευρωπαίοι ταξιδιώτες. Η πνευματική ελίτ των δύο κοινωνιών, ντόπιων και Βνετών, διαμόρφωσε το πεδίο εκείνο της αμφίδρομης σχέσης, επικοινωνίας και πρόσβασης στις ιδιωτικές τους βιβλιοθήκες και κράτησε ανοιχτό το δρόμο του κοινού ευρωπαϊκού πολιτισμού.

     Η οικονομική ακμή δημιουργεί αστική τάξη από μορφωμένους, που είχαν σπουδάσει σε ιταλικά πανεπιστήμια και δρομολογούν ανάλογες σπουδές για τους γόνους τους. Ως γνώστες της ιταλικής, συγχρωτίζονται με τους Ενετούς και η άμιλλα που αναπτύσσεται μεταξύ τους με εθνοκεντρικό υπόβαθρο αποτελεί τον πρόδρομο της μετέπειτα έκρηξης της Κρητικής Αναγέννησης. Ποτέ άλλοτε σε τόσο χρόνο δεν προέκυψε τέτοια και τόση λογοτεχνική εσοδεία που ανήγαγε το κρητικό γλωσσικό ιδίωμα σε γλωσσολογικό και εθνικό μνημείο, που παρ’ όλες τις αιώνιες κατακτήσεις  ο γλωσσικός του κορμός δεν αλλοιώθηκε, αλλά και η γλωσσική εξέλιξη, που νομοτελειακά επηρεάζει κάθε γλώσσα, στην Κρήτη ακολούθησε βραδύ ρυθμό. Το κρητικό λαϊκό γλωσσικό ιδίωμα κατόρθωσε να ξεπεράσει τα στεγανά της επίσημης κρατικής εξουσίας, γιατί οι Ενετοί ως ξένος λαός δεν είχαν άμεσα συμφέροντα ούτε κλίση και προτιμήσεις στη γλώσσα και πολλοί από αυτούς είτε από μεικτούς γάμους στις πόλεις, είτε ως «γέννημα θρέμμα» της Κρήτης είχαν γλωσσικά αφομοιωθεί.

     Μετά την οριστική εγκατάσταση των Τούρκων στην Κρήτη πνευματικό σκοτάδι απλώνεται παντού.Η Κρητική Αναγέννηση αποτελεί παρελθόν, οι Κρήτες λόγιοι μεταναστεύουν στις βενετοκρατούμενες περιοχές, ο 18ος και 19ος αιώνας είναι οι μελανοί αιώνες των κρητικών γραμμάτων. Από το 1645 μέχρι το 1856 ελάχιστα σχολεία λειτούργησαν κι αυτά μόνο στις πόλεις. Η εκπαίδευση ξαναθυμήθηκε τον παλιό της εαυτό, με τους ιδιωτικούς δασκάλους και τους καλόγερους των Μοναστηριών να προσπαθούν να μάθουν στοιχειώδη ανάγνωση και γραφή σε όσους προορίζονταν για την ψαλτική ή την ιεροσύνη. Κατά  τη μακρόχρονη τουρκική κατοχή, κι ενώ σε πολλά χωριά της Κρήτης το τουρκικό στοιχείο πληθυσμιακά υπερτερούσε του χριστιανικού, και παρά τους αναγκαστικούς και βίαιους εξισλαμισμούς  η αναγκαστική μίξη των γλωσσών ελάχιστα επηρέασε το  κρητικό γλωσσικό ιδίωμα, δεν το αλλοίωσε αλλά με το πέρασμα του καιρού αποτέλεσε και τη γλώσσα του Τούρκου. Κατά την Αιγυπτιακή κατοχή ο Σουλτάνος Μωχάμετ Άλυ επισκεπτόμενος  το 1833 για πρώτη φορά την Κρήτη διαπίστωσε την απαιδευσία των παιδιών, χριστιανών και Οθωμανών, και για μεν τους Οθωμανούς επέβαλε την ίδρυση κυβερνητικού αραβόφωνου γλωσσικού σχολείου και σχολείου σε τέμενος για τη θρησκευτική διαπαιδαγώγηση των μουσουλμάνων του Χάνδακα, συγχρόνως όμως ενδιαφέρθηκε και για την εκπαίδευση των χριστιανών. Στη 10/ετία 1840-1850 με πρωτοβουλία ιδιωτών, Κρητικών της διασποράς, των επισκοπών και των μοναστηριών παρατηρούνται σποραδικά και αποσπασματικά κάποιες εστίες μάθησης. Τα εκπαιδευτικά πράγματα αρχίζουν να συστηματοποιούνται και να παίρνουν  κρατική υπόσταση μετά την επανάσταση του 1866, με τον  Οργανικό Νόμο του 1868, τη Σύμβαση της Χαλέπας το 1878, και την ισχύ του  Τουρκικού Νόμου Χάτι Χουμαγιούμ (Λαμπρή Γραφή). Το 1898 δημιουργείται το αυτόνομο Κρητικό Κράτος με δικό του σύνταγμα, το οποίο σε όλους τους τομείς της δημόσιας ζωής χαρακτηρίζεται ως ένα από τα πιο προοδευτικά ευρωπαϊκά συντάγματα. Η Εκπαίδευση έχει προνομιακή θέση ως κρατική λειτουργία και αποσπά ένα μεγάλο μέρος των κρατικών δαπανών. Εκπαιδευτικός οργασμός επικρατεί στην κρητική Πολιτεία. Καθιερώνεται η υποχρεωτική εκπαίδευση και για τα δύο φύλα, ιδρύονται ιδιωτικά Νηπιαγωγεία, κάτι πρωτόγνωρο για τον ελληνικό χώρο, Δημοτικά, σχολαρχεία, ανώτερα Παρθεναγωγεία, Γυμνάσια, Ημιγυμνάσια, 3/τάξιο διδασκαλείο στο Ηράκλειο για την εκπαίδευση των δασκάλων και 4/τάξιο ιεροδιδασκαλείο στην Αγία Τριάδα Χανίων για την εκπαίδευση των ιερέων. Η νομική οξύνοια και το μακρόπνοο ένστικτο του Ελευθερίου Βενιζέλου πλοηγούσαν την Κρητική Πολιτεία στον καινούργιο κόσμο που ανέτελλε. Με την ένωση και την ενσωμάτωση της Κρήτης στον ενιαίο πια νομικό ελληνικό κορμό  η Ελλάδα, αν και είχε ελεύθερο βίο πάνω από 80 έτη δεν προσάρμοσε το εκπαιδευτικό της σύστημα στο αντίστοιχο της Κρήτης  και  απώλεσε σε νομική δικαιακή πρωτοπορία.

     Από όλα τα έργα της κρητικής λογοτεχνικής δημιουργίας διαπιστώνουμε τη συνέχεια του τοπικού γλωσσικού ιδιώματος. Τα δραματικά, ποιητικά και ερωτικά έργα καταδεικνύουν την τελειότητα του στίχου,  τη μουσικότητα του λόγου, την ευγένεια, τη λεκτική καθαρότητα και τον εκφραστικό δυναμισμό. Ο γλωσσικός παρατηρητής θα δει την αμόλευτη ιστορική  συνέχεια της γλώσσας από τη μινωική και ομηρική εποχή και θα διαπιστώσει ότι οι λέξεις αυτές εξακολουθούν μέχρι σήμερα να κοσμούν την κρητική ντοπιολαλιά και να αποτελούν το συνδετήριο νήμα μεταξύ της αρχαίας και της νέας ελληνικής γλώσσας. Ο Κρητικός τα βουνά τα λέει όρη, τους βουνίσιους αορείτες, τον αναπτήρα πυρόβολο, διδυμάκια τους όρχεις του μικρού αγοριού από το αρχαιοελληνικό διδυμαίον, από το οποίο και επιδιδυμίτις. Λέει το χέρι χέρα, το πόδι πόδα, το κεφάλι κεφαλή, το κοπάδι κουράδι  (μεγαλοκουραδάρης, αίγα κουραδαρά), προφανώς από τους Κουρήτες, τους βοσκούς,  που χτυπούσαν τα κρόταλα στο Δικταίο άντρο για να προφυλάξουν το νεογέννητο Δία από τον Κρόνο κ. ά. Η γιαγιά υποδέχεται  το εγγόνι με το «καλώς όρσες άρχο μου», θα επιτρέψει με ευγένεια στον επισκέπτη να πάρει την πρωτοβουλία με το «ξα σας», δηλαδή στην εξουσία σας, θα τον φιλοφρονήσει με το «ό,τι πει η αφεντιά σου», ακριβολογεί με το να διακρίνει το βλέπω από το θωρώ, το σύντεκνο από τον κουμπάρο, θα πει ογδοήντα και όχι ογδόντα, συνθέτει και πλάθει λέξεις, ζωντανεύει τον προφορικό λόγο με παροιμίες. Ο Γάλλος βοτανολόγος Josepf  Pitton Tournefort χαρακτηρίζει τα μυαλά των φτωχών ορεσίβιων Κρητικών ζωντανές επιγραφές στις οποίες είναι χαραγμένες οι ονομασίες των φυτών.  Ο επισκέπτης της Κρήτης, ο διαλεκτολόγος, ο κρητολόγος, ο λαογράφος, θα διαπιστώσει ένα ανεξάντλητο πλούτο λέξεων, εκφράσεων, σημασιών και σημασιολογικών αποχρώσεων.

     Ο Κρητικός επικοινωνεί κι εκφράζεται με απλό, λιτό, δωρικό θα λέγαμε ύφος, που περιέχει συμπυκνωμένη σοφία, λαϊκή αποδοχή,  εθιμική άγραφη δικαιοσύνη. Ο παροιμιακός λόγος, οι επωδές, τα νανουρίσματα, τα μοιρολόγια εκφράζουν με τελειότητα μια αδιαπραγμάτευτη κοινωνική ισορροπία και τάξη, ενώ οι ευχές και οι κατάρες υπερβαίνουν τα ανθρώπινα όρια και τη λεκτική πραγματικότητα.

Η αγραμματοσύνη του απλού λαού μπορεί να μην του επιτρέπει να κατανοεί πλήρως τη γοητεία και τη φιλοσοφική σκέψη της νεκρώσιμης υμνολογίας του Ιωάννη Δαμασκηνού, όμως η ποίηση αυτή συγχορδούμενη με το λαϊκό φιλοσοφικό στοχασμό των στίχων του Ερωτόκριτου  τον ποδηγετεί στη βίωσή της.

     Τη λαϊκή τοπική γλώσσα χρησιμοποιεί ο Ιωάννης Κονδυλάκης, ο πατέρας του ελληνικού διηγήματος και χρονογραφήματος για να γράψει το «Νεωτεριστή» και την «Πρώτη Αγάπη» και ο Ν. Καζαντζάκης για να ζωντανέψει τους τοπικούς ήρωες και τους διαλόγους του. Στην προσπάθεια του με τον συντοπίτη του Κακριδή να μεταφράσουν την Ιλιάδα  συνάντησαν δυσκολία στην απόδοση της ομηρικής λέξης μήνιν για το  θυμό του Αχιλλέα. «μήνιν άοιδε θεά…». Οι νεοελληνικές λέξεις θυμός, οργή, ταραχή, δεν  ικανοποιούσαν την ποιητική τους ευαισθησία και, ως ακριβολόγοι που ήταν, σταμάτησαν μέχρι που ο Καζαντζάκης να ανασύρει από το πατρογονικό του βιωματικό γλωσσικό μνημονοντούλαπο τη λαϊκή θεϊκή λέξη μάνιτα. «Τη μάνιτα, τραγούδα μας, θεά του Αχιλλέα», έγραψαν.

     Τα ιδανικά των σκλαβωμένων Κρητικών εκφράζονταν μέσα από τα κατορθώματα των ηγετών τους  τεχνουργημένα από το λαϊκό γλωσσικό δημιουργό.

     Με τη μουσική του ευφωνία και την ποιητική του έκφραση  ο 15/σύλλαβος κατέστη το όργανο της έντεχνης κρητικής λογοτεχνίας. Η φύση, τα ήθη και έθιμα, ο έρωτας, ο θρήνος, ο θάνατος, η ίδια η καθημερινή ζωή εικονοποιούνται και με παραβολικό συνήθως τρόπο, άλλοτε δραματικά κι άλλοτε αλληγορικά συνθέτουν αξίες και έννομη άγραφη κοινωνική τάξη.                                                                                                                                                                              Οι ραγδαίες τεχνολογικές εξελίξεις, η παγκοσμιοποιημένη γνώση και η γενικευμένη πρόσβαση στο διαδίκτυο έχουν επηρεάσει σε σημαντικό βαθμό την κρητική διάλεκτο, με αποτέλεσμα η τοπική γλώσσα να αλλοιώνεται, όχι μόνο εκφραστικά και μορφολογικά, αλλά να μετράει και θύματα τις πανάρχαιες εκείνες λέξεις που αποτελούσαν το διαχρονικό γλωσσικό ιστορικό δεσμό από τη μινωική Κρήτη μέχρι τα τέλη του περασμένου αιώνα. Μόνο οι εναπομείναντες υπέργηροι των ορεινών εσχατιών της Κρήτης, δηλαδή αυτοί που αναγκαστικά ζουν στις παρυφές της τεχνολογίας, εξακολουθούν ακόμη να επικοινωνούν με την παραδοσιακή κρητική ντοπιολαλιά,. Σε λίγο καιρό ακόμη και ο ντόπιος  μελετητής θα καταφεύγει στα λεξικά της κρητικής διαλέκτου για να αναζητήσει, ως απολιθώματα, τις γλυκόφωνες εκείνες λέξεις που συνταιριασμένες από τοπικούς λαϊκούς δημιουργούς μας κληροδότησαν τα αθάνατα έπη του Κρητικού θεάτρου και το κρητικό γλωσσικό ιδίωμα.

     Θεωρώ τον εαυτό μου ευτυχή που γεννήθηκα σε ένα περιβάλλον όπου μιλιόταν ανόθευτο το κρητικό ιδίωμα και ότι μαζί με το μητρικό γάλα που βύζαξα, άρχισα να αντιλαμβάνομαι τον κόσμο που μεγάλωνα με το νανούρισμα στην αυτοσχέδια κούνια και το παραμύθι της γιαγιάς  στην τοπική γλυκόφωνη λαλιά. Η γλωσσική μου παιδεία είναι μπολιασμένη με αυτά.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *