Το Κόκκινο Χιόνι

Σειρήνες, καμπάνες φωνές, χαλασμός
Πόλεμος –πόλεμος  κι η αυγή να  τρομάζει.
Ο νιος πώς πετιέται σαν τότε κι «ΕΜΠΡΟΣ»,
Στο χορό όλοι αδέλφια η ΜΑΝΑ  προστάζει.

 

Κρατώντας στην χούφτα  μιας μάνας ευχή,
φυλακτό η καλή του και φιλί μουσκεμένο.
Μπερδεμένα τα λόγια, «στο καλό», «νικητές»
Τα τρένα σφυρίζουν. «Θα σε περιμένω»…

 

Αστράφτουνε, τρέμουν  της Πίνδου οι  κορφές
κουβαλούνε στην πλάτη  τα έργα  θανάτου.
Π’ ανθρώπινο  μάτι δεν αντέχει να δει
και τα κρύβουν με πόνο στο άσπρο χιόνι αποκάτου.

 

Το άσπρο χιόνι για δες  κοκκινίζει με μιας
κι μάνα αρχινά το πικρό μοιρολόι.

«Άθαφτος  γιε μου κι αλιβάνιστος  πού;
δεν  σε  φτάνουν της μάνας τα  δάκρυα   κι οι γόοι.

 

Η  Ηπειρώτισσα μάνα ας  με φτάσει  εκεί,
Ίσως θυμάται, ίσως  σού  ‘κλεισε τα μάτια,
ίσως να  μάζεψε και να’ θαψε βουβά
όσα η οβίδα έκανε το σώμα σου κομμάτια.

 

Πότε  χειμώνιασε η άνοιξή σου ανθέ.
Προτού μπουμπούκια βγάλει και σπορίσει
Βγάλε  την σφαίρα απ΄το κορμί κι έλα ακριβέ
η μάνα με  νανούρισμα να σε γλυκοκοιμίσει .

 

Αυτό που σ’ άρεσε σαν ήσουνα μικρός
που έδιωχνε μακριά τον κακό λύκο.
Και έλαμπε τότε μες τα μάτια σου ένα φως,
που όπου κι ψάχνω γιε μου  δεν το βρίσκω.

 

Και ηρωίδα  σύγχρονης  μιας τραγωδίας εγώ,
με νύχια απ’ το κόκκινο  χιόνι  θα σε ξεθάψω
να ράνω μ’ άνθια άλικα  το   άγουρο   κορμί
και   το δικό μου αετέ δίπλα σου θα το  θάψω».

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *