Το Μη Φοβάσαι Βλέπε Το

Μπόμπες δεν άκουγε η κακομοίρα η Στεφανιά, η χήρα η μυλωνού. Σχεδόν ολόκουφη ήτανε αλλά, όταν της μιλούσε κάποιος, διάβαζε τις λέξεις από τις κινήσεις των χειλιών του και καταλάβαινε τα πάντα. Κοπέλια δεν είχε και τώρα έμενε θεομόναχη στο χωριό, στο σπιτάκι της. Κάποτε, ωστόσο, ήταν κι αυτή με μύλο, με άντρα και νοικοκυριό.

Μόλις είχαν εμφανισθεί οι πρώτες ασπρόμαυρες τηλεοράσεις και η Στεφανιά έτρεξε πρώτη – πρώτη κι αγόρασε μία, να μοιράζεται μαζί της τη μοναξιά. Η λήψη όμως ήτανε της κακιάς ώρας και ίσα-ίσα που καταλάβαινε ότι στη μικρή οθόνη σχηματιζότανε φιγούρες ανθρώπων. Η ομιλία ακουγόταν κανονικά αλλά τι να ακούσει η κακομοίρα η Στεφανιά; Έτσι, μην έχοντας και συνείδηση της έντασης, άνοιγε το κουμπί τέρμα και τρέμανε τα τζάμια και οι πόρτες από το χαλάπατο. Πολλές φορές κοιμόταν και άφηνε την τηλεόραση να παίζει όλη νύχτα. Οι περίοικοι είχαν μαύρη ζωή και ο ύπνος τους είχε καταντήσει μαρτύριο. Παρά τις έντονες, ωστόσο, παρατηρήσεις των ουδεμία σημασία για συμμόρφωση έδινε λέγοντας: «κουμάντο στο σπίτι μου κάνω εγώ». Κάποια χρονιά τοποθετήθηκε και αναμεταδότης και η εικόνα βελτιώθηκε αρκετά αλλά και πάλι η Στεφανιά, χωρίς ακοή και μη γνωρίζοντας ανάγνωση, αρκούνταν να παρακολουθεί τις εικόνες, χωρίς να καταλαβαίνει τίποτε.

Το καλοκαίρι ήρθε ο ανιψιός της από τη Γερμανία και, βλέποντας το χάλι της σαραβαλιασμένης ασπρόμαυρης συσκευής, της υποσχέθηκε να της στείλει μια καινούργια τελευταίας τεχνολογίας. Όντως, μετά από ένα μήνα, αφήχθη το κιβώτιο στο χωριό. Το καινούργιο βγόδωμα 20 ιντσών μάρκας SAAB ήταν ό,τι το τελειότερο διέθετε… η Ευρώπη. Έγχρωμες εικόνες «τζάμι» μεγάλης ευκρίνειας και φωνή «καμπάνα». Το μπελά της είχε βρει η Στεφανιά με τις γειτόνισσες, που ερχόταν κάθε ορισμένη ώρα για να παρακολουθούν ανελλιπώς τις συνέχειες στα σίριαλ της εποχής.

Ένα βράδυ η τηλεόραση έπαιζε έργο που είχε θέμα τον πόλεμο στο Βιετνάμ. Βομβαρδισμοί, κανονίδια, μπαλοτίδια, καπνοί, «ανάστα ο Κύριος», με την τηλεόραση στη διαπασών. Οι διερχόμενοι είχαν την εντύπωση ότι γινότανε πραγματικός πόλεμος στο κονάκι της Στεφανιάς, που έβλεπε τους καπνούς αλλά δεν άκουγε τα μπαλοτίδια. Περαστικός απ’ έξω ο κουνιάδος της ο Αριστείδης άκουσε το καταμούνταρο και επρόβαλε να δει είντα γίνεται στην…εμπόλεμη περιοχή. Χάζεψε κι αυτός από το μεγαλείο του θεάματος, ενώ η οικοδέσποινα του εξηγούσε ότι αυτή η τηλεόραση είχε τόσο ζωντανές εικόνες, που στην προκειμένη περίπτωση ακουγότανε και η μυρωδιά από τον καπνό των εκρήξεων, παροτρύνοντας μάλιστα με πάσα σοβαρότητα τον Αριστείδη να μυριστεί και να ακούσει τη μπαρουτιά! Ο Αριστείδης φυσικά έβαλε τα γέλια εξηγώντας της με αργή ομιλία και δια των χειλέων ότι δεν είναι δυνατόν να συμβαίνουν τέτοια πράγματα και στη συνέχεια, χασκογελώντας με την αφέλεια της Στεφανιάς, έφυγε κατευθυνόμενος προς το καφενείο.

Λίγα βήματα έξω από το σπίτι συναντά το Λευτέρη, ένα τύπο καλαμπουρτζή και πειραχτήρι, που συχνά σκάρωνε γκάφες στους χωρικούς. Εκείνος παραξενεύτηκε που είδε τον Αριστείδη να χασκογελά σχεδόν μόνος του. Την απορία του, ωστόσο, έλυσε αμέσως, όταν ο Αριστείδης του ανάφερε ότι η κουνιάδα του εγροίκα τη μυρωδιά από τον καπνό στην τηλεόραση. «Πήγαινε να σπάσεις πλάκα», τον παρότρυνε.

Ο Λευτέρης δεν άφησε την ευκαιρία να πάει χαμένη. Το σπίτι του ήταν λίγα βήματα από το δικό της. Σ’ ένα κομμάτι εφημερίδα τύλιξε μισή κουταλιά μπαρούτι που χρησιμοποιούσε για κυνήγι κι έσπευσε στο σπίτι της Στεφανιάς, όπου γινότανε η μάχη! Κάθισε τάχα εντυπωσιασμένος από τη ζωντανή εικόνα και τον τρομερό πόλεμο. Η Στεφανιά έντονα ενθουσιασμένη από τα παίνια του εργαλείου, μπήκε στο παρακούζινο να φέρει να κεράσει το μουσαφίρη. Την ώρα εκείνη βγάζει αυτός την εφημερίδα και ακουμπά το τσιγάρο στο μπαρούτι, κοντά στην τηλεόραση. Εντουμάνισε το σπίτι, ενώ ο παμπόνηρος Λευτέρης με ζωηρές κινήσεις και γεμάτος απορία ρωτούσε τη Στεφανιά:

– Μα είντα καπνός είναι τουτοσάς, μωρέ, και η μπαρουτιά που βγαίνει;

– Πε το του κουνιάδο μου, που δεν το πίστευγε, απάντησε εκείνη κατευθυνόμενη προς την αυλή να του φωνάξει – ήδη αυτός έπινε τον καφέ του στην πλατεία – για να του αποδείξει και ενώπιον τρίτου ότι δεν είχε άδικο, όταν ενωρίτερα είχε ανιχνεύσει τον καπνό από τις εκρήξεις των οβίδων κι εκείνος την ειρωνευόταν!

Ο Αριστείδης με σχετική διστακτικότητα και απροθυμία επανήλθε στο σπίτι και, ω του θαύματος, το σπίτι είχε ντουμανίσει και η μπαρουτιά καθιστούσε δύσκολη την αναπνοή. Σταυροκοπήθηκε απορημένος και ντουχιουντισμένος από το αναπάντεχο σκηνικό. Ο Λευτεράκης εντωμεταξύ είχε γίνει άφαντος, εξερχόμενος από άλλη πόρτα και κρατώντας την κοιλιά του από τα γέλια, ενώ η Στεφανιά έτρεξε αμέσως να… σβήσει τη συσκευή, για να μην αρπάξει το σπίτι, αφού εκεί κοντά υπήρχαν επικίνδυνα υλικά, όπως αχινοπόδια, λιόκλαδα και άλλα εύφλεκτα κατσιφάρφαλα.

Την επομένη όλοι στο καφενείο δεν είχαν άλλη κουβέντα. «Ανάθεμά σε ωρέ Λευτέρη αλλά δεν έχεις το Θεό σου», του έλεγε ο Αριστείδης, κι εκείνος εκαμάρωνε ως πρωταγωνιστής αυτής της πρωτότυπης φάρσας, που αρκούσε για να διασκεδάσει τους απλούς θαμώνες του καφενείου, που δεν έβρισκαν και πολλές ευκαιρίες για να γελάσουνε. Για κάθε ενδεχόμενο πάντως η Στεφανιά, όταν έβλεπε στην τηλεόραση να παίζουνε πολεμικό έργο, αμέσως έσπευδε να την κλείσει βγάζοντας μάλιστα και το καλώδιο από την πρίζα και απαντώντας σ’ όσους την πείραζαν γι’ αυτή της τη αφέλεια: «Το μη φοβάσαι βλέπε το».

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *