Το Ρεμπέτικο στον κατάλογο Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Unesco

Την εγγραφή του Ρεμπέτικου στον Αντιπροσωπευτικό Κατάλογο της Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ανθρωπότητας ενέκρινε η Διακυβερνητική Επιτροπή της Σύμβασης για τη Διαφύλαξη της Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς (UNESCO, 2003) στη 12η ετήσια συνεδρίασή της, που πραγματοποιήθηκε στην Κορέα από τις 4 έως τις 9 Δεκεμβρίου 2017. Στην απόφαση για την εγγραφή του Ρεμπέτικου επισημαίνεται η επιτυχής ανάδειξη, μέσω του φακέλου υποψηφιότητας που υπέβαλε το υπουργείο Πολιτισμού, «του δυναμικού χαρακτήρα του, καθώς και της εξέλιξής του σε ισχυρό σημείο αναφοράς για τη συλλογική μνήμη και ταυτότητα των Ελλήνων».

Ευκαιρία λοιπόν να θυμηθούμε και όσοι δεν ξέρουμε να μάθουμε λίγα πράγματα για αυτό το σπουδαίο είδος μουσικής, που τα τελευταία χρόνια το έχουν αγκαλιάσει οι νέοι μας και πολλοί από αυτούς, που τώρα φεύγουν έξω, μαζί με τα πτυχία τους, την ευχή των γονιών τους, κουβαλάν μαζί τους κι αυτό για τις χαρές και τις λύπες τους

Ας ξεκινήσουμε λοιπόν

Στην καρδιά της Αθήνας, στην Πλάκα, βόρεια των «Αέρηδων», (περιοχή Ωρολογίου του Κυρρήστου) κάπου μεταξύ 1830 και 1840, γεννήθηκαν, σιγοτραγουδήθηκαν τα πρώτα ρεμπέτικα, τα λεγόμενα «μουρμούρικα», που τραγουδούσαν οι κατάδικοι των Φυλακών Μεντρεσέ.

Ο Μεντρεσές των Αθηνών, ήταν Ισλαμικό ιεροσπουδαστήριο που είχε ιδρυθεί τον 17ο αιώνα. Αυτό άλλωστε σημαίνει και η τουρκική λέξη Μεντρεσές. Επί εποχής Όθωνα και Γεωργίου Α’ χρησιμοποιούνταν ως φυλακές και τόπος εκτέλεσης καταδίκων (Απαγχονισμοί στα κλαδιά ενός αιωνόβιου πλάτανου στο κέντρο της αυλής) αλλά και κράτησης πολιτικών αντιπάλων της βασιλείας. Ο στρατηγός Μακρυγιάννης φυλακίστηκε το 1852 με την κατηγορία συνωμοσίας κατά του Όθωνα. Ενάμιση χρόνο αργότερα (το Σεπτέμβριο του 1854) με παρέμβαση του υπουργού των Στρατιωτικών (παλιού του συναγωνιστή κατά την επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 και μετέπειτα πολιτικού του αντιπάλου) Δημητρίου Καλλέργη αποφυλακίζονται σημαντικοί αντικαθεστωτικοί, ανάμεσά τους και ο Μακρυγιάννης. Έγκλειστος, το 1861, ήταν και ο ποιητής Αχιλλέας Παράσχος που κατά την εκεί κράτηση του έγραψε και σχετικό με το κολαστήριο αυτό ποίημα : «Ω πλάτανε του Μεντρεσέ, στοιχειό καταραμένο / της τυραννίας τρόπαιο, σε φυλακή υψωμένο…..»

Περιμετρικά της αυλής ξεδιπλώνονταν τα κελιά των φυλακισμένων, άλλοτε δωμάτια των ιεροσπουδαστών. Από εκεί βγήκε και η έκφραση «χαιρέτα μου τον πλάτανο»: μία φράση που την έλεγαν οι κατάδικοι σε όποιον «συνάδελφό» τους επεδείκνυε παραβατική συμπεριφορά, διακινδυνεύοντας έτσι να βρεθεί κρεμασμένος από τα κλαδιά του πλάτανου, που καταστράφηκε το 1915 από κεραυνό! Ο Μεντρεσές των Αθηνών, λοιπόν ήταν ένας τόπος άμεσα συνδεδεμένος με την προϊστορία, τη γέννηση και τα πρώτα βήματα του μουσικού ιδιώματος, που σήμερα φέρει το όνομα «ρεμπέτικο», τα λεγόμενα «μουρμούρικα».

Οι φυλακές του Μεντρεσέ

Την ώρα που οι Βαυαροί προσπαθούσαν να εισάγουν στη τότε Αθηναϊκή κοινωνία τις καντρίλιες και την πόλκα στη πλατεία του Ψυρρή τα μουρμούρικα, και τα σεβνταλήτικα κερδίζουν έδαφος.

Στις αρχές του 1900 τα πρωτορεμπέτικα αποτελούσαν το λαϊκό τραγούδι των φτωχών συνοικιών των κυριοτέρων πόλεων και κυριαρχούν στα λιμάνια Πειραιά, Βόλου, Θεσσαλονίκης, Χανίων με τα λεγόμενα ταμπαχανιώτικα ή αστικά της δυτικής Κρήτης (υπέροχο “Ο ΓΕΡΟΣ” Κρητικό ρεμπέτικο με ερμηνευτή το Στέλιο Λαϊνάκη) και στην κακόφημη συνοικία Λάκκος του Ηρακλείου, όπου περιμετρικά μιας μικρής πλατείας και στα γύρω σοκάκια στεγάζονταν πορνεία, τεκέδες, ταβέρνες, καφενεία.

Οι κάτοικοι και οι θαμώνες των περιοχών αυτών, της Τρούμπας,των Λεμονάδικων, του Ψειρή, του Βαρδάρη στη Θεσσαλονίκη, των Μανάβικων στα Τρίκαλα, καθώς και του Λάκου, (οι Λακουδιανοί), ταβερνιάρηδες, τεκετζήδες, μαχαλόμαγκες, νταήδες,πόρνες, αρτίστες των καφέ αμάν, γραμμοφωνατζίδες, λατερνατζίδες, ρεμπέτες, ζουν σ’ έναν κόσμο με τους δικούς του κανόνες και τις δικές του αξίες, (σαν είσαι μάγκας και νταής και θέλεις να με πάρεις / πρέπει κουμπούρι και σουγιά μάγκα να κουσουμάρεις), ασύμβατες με αυτές της “καθώς πρέπει” κοινωνίας και όπως είναι φυσικό με την δική του μουσική και τα δικά του τραγούδια στα οποία με άμεσο και χωρίς ενδοιασμούς τρόπο αποτυπώνονται τα παράπονα οι καημοί οι έρωτες (σεβντάδες) τα όνειρα, η αγάπη για τη ζωή……

Οι πρώτες ηχογραφήσεις γίνονται στην Πόλη και στη Σμύρνη και αργότερα, με το μεταναστευτικό κύμα, ηχογραφήσεις γίνονται στην Αμερική. Μετά το 1922 το τραγούδι αυτό, με τα αντίστοιχα της Μικράς Ασίας και του Βοσπόρου αναμειγνύονται και αναπτύσσονται ταχύτατα μέσα στα περίφημα Καφέ Αμάν οι αμανέδες και τα γυαλάδικα.

(Αμάν γιάλα γιάλα, γιάλα /μ’ άναψες φωτιά και λάβρα / έλα εδώ να σου ειπώ / πόσο φως μου σ’ αγαπώ /Αμάν γιάλα πως χορεύεις / και τον κόσμο ξετρελαίνεις...)

Την ίδια εποχή ο Γιώργος Νοδέος και στη συνέχεια ο Γιώργος Κατσαρός, σε δική του σύνθεση που ηχογραφήθηκε στο Κάμντεν της Νέας Υερσέης το 1928, τραγουδούν το παραδοσιακό Μπουρνοβαλιά μανέ “και γιατί δεν μας το λες” που στη συνέχεια κυκλοφορεί σε πολλές παραλλαγές στίχου και εκθειάζει τα κάλλη των κοριτσιών του Μπουρνόβα της αριστοκρατικής συνοικίας της Σμύρνης.

Το 1936 απαγορεύεται ως τουρκογενές, όταν την προηγούμενη χρονιά 1935 το είδος αυτού του τραγουδιού, το αμανετζίδικο, είχε απαγορευθεί στην Τουρκία ως κατάλοιπο Ελληνικό.

Το 1930 ηχογραφείται το βαρύ ζεϊμπέκικο μουρμούρικο του Κώστα Μπέζου ΣΤΗΝ ΥΠΟΓΑ για λογαριασμό της Αμερικάνικης εταιρείας VICTOR.

Το “Μινόρε του Τεκέ”, το οποίο στάθηκε η αφορμή για την καθιέρωση του μπουζουκιού στη χώρα μας, ηχογραφήθηκε από το Γιώργο Χαλκιά ή Τζακ Γρηγορίου στην Αμερική, προς το τέλος του 1931 και κυκλοφόρησε στην Ελλάδα τον Ιανουάριο του 1932.

Εδώ κρίνω σκόπιμο να αναφέρω την μεγάλη σχέση του ρεμπέτικου και της τζαζ και κυρίως των  blues, όχι μόνο σαν μουσικό άκουσμα αλλά και σαν στίχος και με τους ανθρώπους και στους χώρους που γεννήθηκαν αυτά τα δύο σπουδαία είδη μουσικής.

Στα καταγώγια του λιμανιού της Νέας Ορλεάνης αναπτύσσεται ο πρόδρομος της τζαζ το ράγκταΪμ. Το βασικό μουσικό χαρακτηριστικό του είναι ο συγκοπτόμενος ρυθμός, συνήθως δύο ή τεσσάρων τετάρτων. Η νομοθετική ρύθμιση του 1897 να περιοριστεί γεωγραφικά η πορνεία σε μια γειτονιά, Storyville προσδίδει στη Jazz χαρακτήρα μουσικής του υπόκοσμου. Το 1917 η περιοχή αυτή κλείνει και σε συνδυασμό με το Κραχ του 1929 οι μουσικοί αναζητούν εργασία σε Σικάγο, Νέα Υόρκη, Χάρλεμ. Εκεί οι χιλιάδες των Ελλήνων μεταναστών έχουν τους δικούς τους μουσικούς αλλά και καλούν επώνυμους μουσικούς από την Ελλάδα και οι τζαζίστες γνωρίζουν τους μπουζουξήδες και αντιστρόφως και οι μεν επηρεάζονται από τους δε.

Ο γνωστός μελετητής Πάνος Σαββόπουλος σε εργασία του με τίτλο “Ρεμπέτικα και Blues δρόμοι παράλληλοι” ισχυρίζεται ότι “Ο Μπουφετζής του Γιώργου Μπάτη προέρχεται από Αφροαμερικάνικο gospel (ευαγγέλιο).

Αντίστοιχα η “Μισιρλού που αποδίδεται στο Μιχάλη Πατρινό και ηχογραφείται σαν ζεϊμπέκικο οικειοποιείται από τον Ελληνοαμερικάνο Νικ. Ρουμπάνης που του αλλάζει τόνο και μελωδία μετατρέποντας στο γνωστό οριενταλ με τις δεκάδες και ανά τον κόσμο διασκευές, και το Σμυρναϊκό “τι σε μέλλει εσένανε” το 1945 στο Λος Άντζελες ηχογραφήθηκε σαν foxtrot…και αυτό συνεχίζεται μέχρι τις μέρες μας.

Μέγαρο Μουσικής Αθηνών > Εκδήλωση 27/03/ 2014 “Από το ρεμπέτικο στην τζαζ” Yiorgos Psihoyios Τrio

Ο Γιώργος Ψυχογιός δημιουργεί ένα σπάνιο συνδυασμό γνωστών και αγαπημένων μελωδιών από τους μεγάλους δασκάλους του ρεμπέτικου, αποδίδοντας τη σχέση τζαζ και ρεμπέτικου με μοναδικό τρόπο. Ελεύθεροι αυτοσχεδιασμοί πάνω σε γνωστές συνθέσεις που αποδεικνύουν έμπρακτα ότι δεν υπάρχουν σύνορα στη μουσική.

Το πρόγραμμα περιλαμβάνει συνθέσεις των Βασίλη Τσιτσάνη, Μάρκου Βαμβακάρη, Απόστολου Καλδάρα, Γιάννη Παπαϊωάννου, Μπαγιαντέρα, Γιοβάν Τσαούς, Μανώλη Χιώτη, ( στην Αμερική o Χιώτης, κατά τα λεγόμενα της τότε συζύγου του Μαίρης Λίντα χαίρει του σεβασμού και της φιλίας του διάσημου κιθαρίστα Jimi Hentrix).

Αλλά ας επιστρέψουμε στο Ελληνικό ρεμπέτικο.

Το 1932 κυκλοφορούν οι πρώτες ηχογραφήσεις τραγουδιών από τον Μάρκο Βαμβακάρη. Την επόμενη χρονιά, το 1933, καταγράφονται οι πρώτες ηχογραφήσεις με μπουζούκι στην Ελλάδα από τον Γιώργο Μπάτη σε δίσκο και τον Μάρκο Βαμβακάρη με το «Να ‘ρχόσουνα ρε μάγκα μου».

Το 1934 δημιουργείται η πρώτη επίσημη ρεμπέτικη κομπανία με την ονομασία «Τετράς η ξακουστή του Πειραιώς» με τον Μάρκο Βαμβακάρη, τον Γιώργο Μπάτη, τον Στράτο Παγιουμτζή η΄Τεμπέλη και τον Ανέστο Δελιά ή Αρτέμη.

Η πρωτοφανής επιτυχία του “Μινόρε του Τεκέ” γίνεται η αφορμή να ενδιαφερθούν οι Ελληνικές δισκογραφικές εταιρίες και άρχισαν να ψάχνουν στους τεκέδες και στις ταβέρνες του Πειραιά, προκειμένου να βρούνε κάτι αντίστοιχο για να ηχογραφήσουν. Η Columbia ανακαλύπτει την περίφημη “Τετράδα την Ξακουστή του Πειραιώς”, ηχογραφούν – σε διάστημα ενός έτους – πάνω από είκοσι τραγούδια με κύριο όργανο το μπουζούκι και θεματολογία “χασικλίδικη”. όμως διστάζει να κυκλοφορήσει το υλικό, φοβούμενη τον αντίκτυπο που θα είχε στην «καλή κοινωνία» η υιοθέτηση του μπουζουκιού, όργανο το οποίο ήταν ταυτισμένο με “τεκέδες”, “χασίσια” και “παραβατικές συμπεριφορές”. Η ανταγωνίστρια Odeon εκμεταλλεύεται άμεσα την αδράνεια της Columbia και το 1934 κυκλοφορεί, με τους ίδιους συντελεστές και τα ίδια θεματολογικά χαρακτηριστικά, μια σειρά τραγουδιών, τα οποία γίνονται αμέσως επιτυχίες, σπάζοντας την προκατάληψη και το φόβο που επικρατούσε σχετικά με το μπουζούκι.

Το 1936 με τη δικτατορία του Μεταξά  επιβάλλεται λογοκρισία. Αναγκαστικά η δισκογραφία προσαρμόζεται και οι αναφορές σε ναρκωτικά, τεκέδες κ.λ.π. εκλείπουν από τις ηχογραφήσεις. Αυτό έχει σαν συνέπεια ο Γιώργος Μπάτης ( ZORZ ΒΑΤΕ) να έχει μόνο 16 ηχογραφημένους δίσκους αρνούμενος να “συμμορφωθεί προς τας υποδείξεις”. Πάντως, μέχρι το 1941 εμφανίζονται οι περισσότεροι από τους κλασικούς συνθέτες και τραγουδιστές του ρεμπέτικου τραγουδιού στη δισκογραφία, όπως ο Στράτος Παγιουμτζής, ο Μπαγιαντέρας, ο Γιάννης Παπαϊωάννου, ο Απόστολος Χατζηχρήστος, ο Βασίλης Τσιτσάνης, ο Μανώλης Χιώτης, ο Στελλάκης Περπινιάδης, η Ρόζα Εσκενάζυ και πολλοί άλλοι.

Με την απελευθέρωση αρχίζει να κατακτά τη θέση της λαϊκής μουσικής και πρώτος ο Μάνος Χατζιδάκης “μελετά” το είδος αυτής της μουσικής .

Στα μέσα της δεκαετίας του 1950 εμφανίζεται μια πιο εκλεπτυσμένοι μορφή, το Αρχοντορεμπέτικο που τυγχάνει ευρύτατης αποδοχής. Το μπουζούκι γίνεται συναυλιακό όργανο από τον Μίκη Θεοδωράκη, το Μάνο και όλους τους Έλληνες συνθέτες, ενώ μελετητές όπως ο Ηλίας Πετρόπουλος ο Ντίνος Χριστιανόπουλος ο Πάνος Σαββόπουλος, ο Κώστας Φέρρης έχουν ασχοληθεί σε βάθος.

Η μετέπειτα ιστορική εξέλιξη είναι εν πολλοίς γνωστή…

Πριν από πέντε χρόνια, με αφορμή τον τελευταίο στίχο του τραγουδιού του Βαμβακάρη “ένας μάγκας στο Βοτανικό”, διάβασα για πρώτη φορά. για τις περιβόητες φυλακές του Μεντρεσέ.

Ένας μάγκας στο Βοτανικό

πι και φι ξηγιέται στο λεπτό

Στα παιχνίδια και στα καμπαρέ

και στου Περδικάρη τον τεκέ

Τη φουμάρει, μαστουργιάζει

με τη γκόμενά του στον τεκέ

Κι η Αγγέλω του πατά φωτιές στον αργιλέ

Είναι μάγκας , είναι μερακλής

Στο Βοτανικό ειν’ ο πιο νταής

Τόνε τρέμουν όλες οι μανγκές

Μα δεν του καίγεται καρφί που λες.

Τη φουμάρει, μαστουργιάζει

και μπαφιάζει πάντα βερεσέ

γιατί πήρε σύνταξη από το Μεντρεσέ.

Επηρεασμένος από αυτό και με δεδομένη την αγάπη μου στο ρεμπέτικο τραγούδι, που με παραπέμπει στην ταβέρνα του Λυγερού με την υπέροχη συλλογή τραγουδιών στο τζουκ Μποξ, και στο υπόγειο Κνωσός στο Ηράκλειο της δεκαετίας του ‘60, όπως και στα ρεμπετάδικα: Βεντέτα, Ξημερώματα Καλαμίτσα, Κάσμπα, την Καλύβα του Χοντρονάκου με τη Μαριώ την ταβέρνα “Σουέζ” με το λατερνατζή, τον φοιτητή Μανώλη Μητσιά στην 107, με τη Λιλή τον Μανωλάκη την Μπέλου… των φοιτητικών μου χρόνων στη Θεσσαλονίκη, γράφω τους στίχους που ακολουθούν .

Είδος τραγουδιού : Μουρμούρικο

Στίχοι : Γ. Αγγελάκης

Στου Μεντρεσέ τις φυλακές

Στου Μεντρεσέ τις φυλακές

είναι κλεισμένος ο Μανές.

Είναι μάγκας και ντερβίση,

μα από πίκρα θε να σβήσει

Είναι μέσα πέντε χρόνους.

Του χρεώσανε δυο φόνους.

Στου Τζοάνου μια βραδιά

μπλέχτηκε  σε σαματά.

Άλλοι κάναν τη ζημιά

μ ‘ αυτόν πιάσαν  με σουγιά,

 κι όσοι βρίσκονταν εκεί,

κάναν όλοι τουμπεκί.

Στου Μεντρεσέ τις φυλακές

με μας μαζί και  ο Μανές.

Για ισόβια τον χώσαν,

άδικα τον  εσταυρώσαν

Παίζει τσιμπητή  κιθάρα  

κι έχει  ζηλευτή φωνάρα.

Είναι φουλ εξηγημένος.

Μάγκας παρεξηγημένος

Κάθε βράδυ πριν πλαγιάσει,

τα μουρμούρικα σαν πιάσει,

η καρδιά μας πάει να σπάσει.

Θα πεθάνει πριν γεράσει!

Ρίξε μου, ρίξε μου,

ρίξε μου τη σουγιαδιά,

ρίξε μου τη σουγιαδιά,

ίσα πάνου στην καρδιά.

Όμως αί.., όμως αί..,

όμως αίμα δεν θα βγει,

όμως αίμα δεν θα βγει,

όλο μου το έχουν πιει.

Μια σταγό.., μια σταγό..

μια σταγόνα δεν θα βγάλω

μια σταγόνα δεν θα βγάλω

δεν μπορούν να πιούνε άλλο.

Βάραμε, βάραμε.

Βάραμε με το στιλέτο.

Βάραμε με το στιλέτο,

δεν θα βγάλει αίμα, δέτω.

Βιβλιογραφία – Ιστοσελίδες
Γιάννη Ζαίμάκη .Αμφισβητούμενοι κόσμοι στις παρυφέςτης πόλης; η μουσική βιογραφία ενός ρεμπέτη στο διάβα του 20ου αιώνα
Το «Ρεμπέτικο» του David Prudhomme, από τις εκδόσεις Γνώση.
Βικιπαίδεια, ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Εργασία Στέλιου &Λεωνίδα Λαϊνάκη

www.panossavopoulos.gr

https://geomythiki.blogspot.gr/2016/12/1712-1836.html

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *