Φίλων Κτενίδης: Ο Υπέρμαχος του Ποντιακού Ελληνισμού

Ο Φίλων Κτενίδης, ήταν αναμφισβήτητα μια από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες του Ποντιακού Ελληνισμού. Προσωπικά, θεωρώ πως ήταν η μεγαλύτερη. Τα πολυεπίπεδα έργα του, τόσο τα πνευματικά, όσο και ο προσωπικός του αγώνας στα πεδία μάχης που εθελοντικά υπηρέτησε, τον χαρακτηρίζουν ως πραγματικό αριστοκράτη, αξιοκράτη, ιδεαλιστή και παράδειγμα προς μίμηση, ειδικά –και απαραίτητα- από το ποντιακό πανελλήνιο.

Γεννήθηκε στην πρωτεύουσα του ποντιακού κράτους, την Τραπεζούντα το 1889, περνώντας αρκετό χρόνο από τα παιδικά του χρόνια, στην Κρώμνη, κάτι που εξηγεί τις συχνές αναφορές της στα έργα του.

Το 1906, θα αποφοιτήσει από το περιβόητο «Φροντιστήριον Τραπεζούντος» με άριστα και κάνει το πρώτο του επαγγελματικό βήμα ως λογιστής, κρατώντας αυτή τη θέση για μια τριετία. Παράλληλα, ο εικοσάχρονος τότε Φίλων Κτενίδης, κάνει τα πρώτα του βήματα στη δημοσιογραφία με άρθρα φιλολογικού περιεχομένου, στην εφημερίδα «Εθνική Δράσης» με έδρα την Τραπεζούντα.

Το 1909, εκδίδει την πρώτη του ποιητική συλλογή «Τα Κύματα», στο τυπογραφείου του Γ. Μιχαηλίδη στην Τραπεζούντα. Αλλά την επόμενη χρονιά, είναι που θα κάνει ένα σημαντικότατο εκδοτικό βήμα. Το 1910, εκδίδει ο ίδιος το δεκαπενθήμερο περιοδικό «Επιθεώρησης», το οποίο γνώρισε μεγάλη επιτυχία και διαβαζόταν ακόμα και στα ελληνόφωνα χωριά της Ρωσίας.

Συνεργάτης στο έργο του αυτό, ο εθνομάρτυρας και άλλος ένας πραγματικός δημοσιογράφος της εποχής, Νίκος Καπετανίδης. Ο ίδιος ο Φ. Κτενίδης, αναφέρει για την συνεργασία του με τον Καπετανίδη: «Δεν ήξερα αν γράφαμε παίζοντας ή αν παίζαμε γράφοντας». Μαζί με τον Καπετανίδη, διάβαζαν τακτικά το περιοδικό του Γ. Ξενόπουλου «Η Διάπλασης των Παίδων», καθώς και διάφορους συγγραφείς, Έλληνες και μη.

Βέβαιος πως κάποια στιγμή θα κινδυνέψει η ζωή τους, από τους νεότουρκους “Κεμαλιστές”, διαφεύγει προς την Αθήνα. Ο Καπετανίδης μένει πίσω και εκδίδει τα τελευταία τεύχη του περιοδικού, πριν απαγχονιστεί από τις Εθνικιστικές Δυνάμεις του Κεμάλ και αφού είχε ήδη γλιτώσει μια φορά από βέβαιο θάνατο, στα χέρια του ίδιου του Τοπάλ Οσμάν, φανατισμένου οπλαρχηγού και στενό φίλο του “Ατατούρκ”. Ο Φίλων Κτενίδης, είχε δηλώσει αργότερα, πως τα τελευταία αυτά τεύχη της «Επιθεώρησης», ήταν και τα καλύτερα που είχαν εκδοθεί.

Στην Αθήνα αποφασίζει να ασχοληθεί με την ιατρική, όπου και γράφεται στην Ιατρική Σχολή Αθηνών, όμως το 1912 θα διακόψει τις σπουδές του, όταν κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων, αποφασίζει να υπηρετήσει ως εθελοντής στα μέτωπα της Μακεδονίας, αλλά και της Ηπείρου. Μετά τη λήξη των Βαλκανικών Πολέμων, επιστρέφει στην Ιατρική σχολή και σύντομα, πτυχιούχος πλέον, επιστρέφει στη γενέτειρά του, Τραπεζούντα. Εκεί θα βρεθεί αντιμέτωπος για άλλη μια φορά με την εχθρική στάση των Τούρκων, εξαιτίας της θητείας του στον Ελληνικό στρατό και θα διωχθεί ξανά, αλλά αντί να επιστρέψει στην Ελλάδα, αποφασίζει να καταφύγει στα ελληνικά χωριά της περιοχής, με σκοπό να προσφέρει ιατρικές υπηρεσίες χωρίς αμοιβή. Καταλήγει το ‘15 στα Πλάτανα του Καυκάσου όπου ορίζεται διευθυντής του μεγαλύτερου Ρωσικού στρατιωτικού νοσοκομείου. Μετά την επανάσταση του ‘17, απαλλάσσεται από τα στρατιωτικά του καθήκοντα και ένα χρόνο μετά υπηρετεί ως πρόεδρος του Εθνικού Συμβουλίου Ποντίων, στο -γνωστό για το ψυχρό του κλίμα- Κρασνοντάρ, της νοτίου Ρωσίας. Το Φεβρουάριο του 1919 ταξιδεύει προς την Κωνσταντινούπολη για να καταθέσει υπόμνημα με θέμα το προσφυγικό ζήτημα του Πόντου, στον Τοποτηρητή του Οικουμενικού Θρόνου. Είχε ήδη στείλει ένα υπόμνημα στον Υπουργό Εξωτερικών της Ελλάδος, νωρίτερα της ίδιας χρονιάς, ζητώντας του να πάρει θέση στο θέμα του επαναπατρισμού των επιβιωνόντων, εκδιωγμένων Ελλήνων του Πόντου.

Βυθισμένος βαθύτατα στην αγάπη του για την πατρίδα και λειτουργός, πρακτικά υπηρέτης της, ο Φίλων Κτενίδης, δεν γνώριζε πως οι Έλληνες πολιτικοί, ασχολούνται μόνο με ό,τι αποφέρει κέρδος στις τσέπες τους και όχι στην πατρίδα. Αντιμετωπίζοντας λοιπόν την αδιαφορία της Ελληνικής Κυβέρνησης να ασχοληθεί με το θέμα και με το όνειρο του σπασμένο σε πολλά κομμάτια, μετακομίζει στο Παρίσι, για να πάρει κάποια ιατρική ειδικότητα. Όμως μπορεί τα όνειρα και οι καρδιές να ραγίζουν εύκολα, αλλά τα κομμάτια τους παραμένουν για πάντα μέσα μας. Έτσι, το 1920, για άλλη μια φορά ο Κτενίδης θα διακόψει τις σπουδές του για να υπηρετήσει ως εθελοντής στο Μικρασιατικό μέτωπο.

Όταν πλέον ήταν φανερό πως έπρεπε να εγκαταλείψουν τη Μικρά Ασία, ο Κτενίδης επέστρεψε στην Ελλάδα βαθιά απογοητευμένος. Το όνειρό του για μια ενωμένη Ελλάδα, όπου ο Τουρκικός ζυγός θα ήταν παρά μια ανάμνηση στη γη του Πόντου, θρυμματιστήκαν και γνώριζε πλέον πως δεν υπήρχε επιστροφή.

Το 1935, δίνει υποψηφιότητα με το Λαϊκό Κόμμα του Τσαλδάρη, όπου και εκλέγεται βουλευτής, θεωρώντας πως από αυτή τη θέση, θα μπορέσει να αγωνιστεί σε ένα κατανοητό για την κυβέρνηση επίπεδο για τους Πόντιους πρόσφυγες, που όπως και αυτός, είχαν ξεριζωθεί από τον τόπο τους. Τρία χρόνια αργότερα, το ‘38, εγκαταστάθηκε -με την οικογένειά του πλέον- μόνιμα στη Θεσσαλονίκη, όπου και άσκησε το επάγγελμά του, δηλαδή του ιατρού.

Το 1950, ήταν η χρονιά που καθιέρωσε τον Φίλων Κτενίδη ως ένα αναμφισβήτητο ηγετικό πρόσωπο του Ποντιακού Ελληνισμού. Έκδωσε το πρώτο τεύχος του περιοδικού «Ποντιακή Εστία». Ένα περιοδικό που αγαπήθηκε βαθύτατα και έφερε σε όλους τους αναγνώστες με τις ιστορίες που φιλοξένησε, δάκρυα, μνήμες από την πατρίδα τους, τα ήθη και έθιμά τους, τη γλώσσα τους, αλλά και χαμόγελα, για ένα καλύτερο αύριο στον Ποντιακό Ελληνισμό. Έξι χρόνια μετά, η Ακαδημία Αθηνών βραβεύει την «Ποντιακή Εστία» για το έργο και τις αξίες του περιοδικού.

Παράλληλα με την έκδοση της “Εστίας”, αναλαμβάνει και ως πρόεδρος του Δ.Σ. του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος. Αυτό, βοήθησε σημαντικά στο να ασχοληθεί και με τη συγγραφή ποντιακών θεατρικών έργων.

Συνολικά, έγραψε 17 έργα. Κάποια καθαρά στην ποντιακή διάλεκτο, κάποια “ανάμεικτα” και κάποια στα νεοελληνικά. Τα έργα του Κτενίδη, είναι τα πιο πολυπαιγμένα από θεατρικούς θιάσους και συλλόγους του Ποντιακού Ελληνισμού. Παρόλο όμως που ασχολήθηκε έντονα με το θέατρο, δεν λησμόνησε την αγάπη του για την ποίηση. Έτσι, ανάμεσα στα πολυαγαπημένα -από όλους τους ομογενείς του και όχι μόνο- θεατρικά του έργα, έγραψε και ένα ποίημα που συμπλήρωσε ένα μεγάλο κενό, κάτι που έλειπε έντονα από τον Ποντιακό Ελληνισμό. Ένας εθνικός ύμνος!

Η Καμπάνα του Πόντου

Ένα εκτενές ποίημα, που έχει απαγγελθεί πλέον αναρίθμητες φορές, σε αναρίθμητες εκδηλώσεις, συνέδρια κλπ. Ένα “δακρυγόνο” ποίημα, που αγγίζει τις πιο ευαίσθητες χορδές της ψυχής κάθε ξεριζωμένου πρόσφυγα που έφυγε “άρον-άρον” από τον τόπο του, για να αποφύγει τη σφαγή, το βιασμό και τη λεηλασία.

Το έργο του Φίλων Κτενίδη όμως δεν σταμάτησε εκεί.

Η Παναγία Σουμελά στο Βέρμιο

Στο 8ο τεύχος της “Εστίας”, δημοσιοποιεί κάτι που αναστάτωσε και χαροποίησε ολάκερο τον Ποντιακό Ελληνισμό: την ανιστόρηση της κατεστραμμένης και εγκαταλειμμένης στον Πόντο μονής της Παναγίας Σουμελά. Το ιερότερο μοναστήρι του Πόντου. Σύντομα άρχισαν να καταφθάνουν δωρεές από όλες τις γωνιές της χώρας και ένα χρόνο μετά, μπήκε ο θεμέλιος λίθος για την ανέγερση της μονής στο Βέρμιο, Κοζάνης. Η Παναγία Σουμελά (του Βερμίου), θεωρείται μέχρι και σήμερα (και θα θεωρείται για πάντα), η πιο σημαντική μονή για τον Ποντιακό Ελληνισμό.

Ο Φίλων Κτενίδης θα μπορούσε τότε να θεωρήσει πως ήρθε η ώρα να ξεκουραστεί και να απολαύσει τους καρπούς των κόπων του, αλλά αυτό είναι σχεδόν αδύνατο για κάποιον τόσο δραστήριο και μάλιστα με το συγκεκριμένο ιστορικό. Το ‘59, πάλι μέσα από τις σελίδες της “Εστίας”, ο Κτενίδης ανακοινώνει την ιδέα για παμποντιακό συνέδριο, με στόχο τη διαφύλαξη και καλιέργια του ποντιακού στοιχείου. Η εκτέλεση βέβαια της συγκεκριμένης ιδέας, εξαρτώταν από τους πολυπληθής και διάσπαρτους συλλόγους της χώρας και επειδή «όπου λαλούν πολλοί κοκκόροι, αργεί να ξημερώσει..»… αυτό το πρώτο παμποντιακό συνέδριο, δεν έγινε τελικά ποτέ. Αργότερα βέβαια, κατόπιν κάποιας στοιχειώδης συνενώσης «κύλησε -μετά κόπων και βασάνων- το νερό στο αυλάκι».

Σε ηλικία 74 ετών, έχοντας ζήσει μια ζωή γεμάτη πάθος, αγάπη, ιδρώτα και δάκρυα απογοήτευσης, ο Υπέρμαχος του Ποντιακού Ελληνισμού, θα αφήσει την τελευταία του πνοή στις 13 Ιουλίου 1963, καταφέρνοντας αυτό που όλοι κρυφά αναζητούν, να γίνει αθάνατος. Θα τον θυμόμαστε και θα τον τιμούμε πάντα, μέσα από τα έργα του, τις ιδέες του και την αστείρευτη αγάπη για την λατρεμένη μας πατρίδα. Η ταφή του έγινε στη μονή της Παναγίας Σουμελά, παρουσία ενός φαινομενικού πλήθους, που τίμησε στο ταξίδι της τελευταίας του κατοικίας ένα τόσο σπάνιο άνθρωπο.

ΥΓ. Είμαι ευγνώμων, που πλέων άρθρα σαν αυτό, γράφονται σε ηλεκτρονική μορφή, γιατί αν κυριαρχούσε ακόμα η παλαιά μέθοδος, το χαρτί μπροστά μου θα ήταν τώρα βρεγμένο.

Ευχαριστώ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *