H Διανομή της «Διανομής»

Οι εβδομηντάρηδες και πάνω θα θυμούνται υποθέτω τα πρώτα μετακατοχικά χρόνια, όταν οι σύμμαχοί μας Αμερικάνοι, στα πλαίσια του σχεδίου Μάρσαλ, πάσχιζαν να ανακουφίσουν τους λαούς που είχε σακατέψει η θύελλα του πολέμου. Φτώχια, πείνα, συμφορά παντού, και ένα κουτί γάλα, μια κονσέρβα, ένα μολύβι ήτανε δώρα Θεού τα δύσκολα εκείνα χρόνια. Στα χωριά δε νιώσαμε και τόσο τη στέρηση αυτή, γιατί λίγο ή πολύ οι οικογένειες ήταν αυτάρκεις στα στοιχειώδη αγαθά επιβίωσης, το λάδι, το ψωμί, το γάλα, τα κηπευτικά, τα φρούτα. Ευπρόσδεκτα ωστόσο ήτανε όλα τα πεσκέσια που μας ήρθανε από το Αμέρικα με τη γενική ονομασία «Διανομή».

Θυμάμαι το καραβάνι με τα γαϊδουρομούλαρα που έφτασε στο χωριό από το Λιμάνι. Ιστορική ημέρα εκείνη. Τσουβάλια, κιβώτια, κουτιά, χάρτινα βαρέλια με ξένα γράμματα και σήμα κατατεθέν απ’ έξω δυο χέρια σε θερμή χειραψία, περιείχαν του κόσμου τα καλά από τη γη της…επαγγελίας. Πιτσιρικάδες εμείς τότε, μπερδευόμαστε στα πόδια των γαϊδάρων και των χωριανών, που τα στοίβαζαν σε δυο-τρία δωμάτια, επιλεγμένα από τον Πρόεδρο ως τα ασφαλέστερα και με ιδιοκτήτες υπεράνω υποψίας, για λόγους ευνόητους.

Την επομένη Κυριακή λες και γινότανε πανηγύρι στο χωριό μετά την εκκλησία. Όλοι περίμεναν με αγωνία τη διανομή της «Διανομής». Ανάμεσά τους αγωνιούσαμε κι εμείς τα παιδιά μήπως και υπήρχαν για πάρτη μας τίποτε καραμελοειδή, μπισκοτοειδή, που τα γευόμασταν τότε με το σταγονόμετρο. Μαζεύτηκαν, λοιπόν, στο «τριόδι» οι δικαιούχοι – όλοι οι χωριανοί δηλαδή – και άρχισε ο τζερτζελές.

Πρώτα ανοίχτηκαν τα τσουβάλια με τα γυναικεία φορέματα. Μάταια ο Πρόεδρος προσπαθούσε να επιβάλει την τάξη. Η καθεμιά προσπαθούσε να αρπάξει και να προβάρει ό,τι πιο παρδαλό και γυαλιστερό ξεχώριζε. Οι νιες και οι μεσόκοπες μοστραίρνανε κάτι κελεμπίες αραχνοΰφαντες με λουλούδια και πουλιά, κάτι καμιζόλες και αταίριαστα για τις συνήθειες του χωριού ενδύματα, φορέματα που βγαίνανε από τις ταινίες των Αμερικάνικων εργοστασίων κατά χιλιάδες, αλλά πιθανόν και να προέρχονταν από το περίσσευμα κάποιων ευσπλαχνικών Κυριών, που τα είχαν για πέταμα. Άρπαξε εντέλει η καθεμιά ό,τι πρόλαβε εν μέσω τσακωμών και σκληριγμάτων. Οι άνδρες ήταν πιο ήρεμοι.

Θυμάμαι ένα εξηντάρη, το Βαγγέλη, που ήρθε στην εκκλησία ξεκάλτσωτος με ένα ζευγάρι υπερμοντέρνα για την εποχή ασπροκόκκινα μυτερά σκαρπίνια, με πλουμιά στο μασκαρέτο. (Εκτός από ένα και μοναδικό ζευγάρι χιλιομπάλωτα στιβάνια, σκόλη- καθημερνή, δεν είχε βάλει ποτέ στα πόδια του άλλο πατούμενο). Φορούσε κι από πάνω μια παντελόνα και μια σακάρα διπλασίου μεγέθους από το νούμερό του αλλά, μπροστά στην αγνώριστη από τα μπαλώματα δική του γκαρνταρόμπα, τούτα ήτανε…ARMANI, τηρουμένων των αναλογιών. Την αλλόκοτη τούτη ενδυμασία συμπλήρωνε η μοναδική ρεπούμπλικα που βρέθηκε στην αποστολή και που κατάφερε να την αρπάξει ο Βαγγέλης, πριν προλάβει άλλος, αντικαθιστώντας μ’ αυτήν μεγαλοπρεπώς το χιλιοτρύπητο σκούφο του και εξασφαλίζοντας έτσι προστασία από τον ήλιο στο θέρισμα και το αλώνισμα. Το μόνο που έλειπε απ’ αυτό το…συνολάκι ίσως ήτανε ένα…πούρο. Δίπλα του καμάρωνε η συμβία του η Σοφία με ένα πλουμιστό με όλες τις αποχρώσεις ζέρσεϊ, τόσο στενό και ημιδιαφανές που συγκέντρωνε τα ειρωνικά βλέμματα των υπολοίπων, επειδή τόνιζε ιδιαίτερα τα…θέλγητρά της, από τα ευτραφέστατα οπίσθια έως τα ολίγον ξεπεσμένα εμπρόσθια. Σχεδόν όλοι και όλες ήρθαν εκείνη την Κυριακή μασκαρεμένοι στην εκκλησία και ο παπάς αναγκαζόταν κάθε τόσο να επιβάλλει την τάξη, καθόσον δημιουργείτο μεγάλη αναστάτωση κατά τη διάρκεια της λειτουργίας από τα χάχανα και τον σχολιασμό της μόδας, που ήρθε τόσο αναπάντεχα στο χωριό μας από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού.

Το επόμενο μεσημέρι η καμπάνα σηματοδότησε πάλι την έναρξη της διανομής. Όλο το χωριό ξανά επί ποδός με σακουμάδες, καλάθια και κοφίνια. Ανοίχτηκαν τα τσουβάλια. Η μαύρη ζάχαρη γέμιζε τους σακουμάδες των δικαιούχων, καθώς και το αλεύρι. Του κόσμου τα καλά. Κονσέρβες με αλεσμένο ψάρι και κρέας, χωρίς ημερομηνία λήξης, περισσεύματα του πολέμου πιθανόν. Μπορεί να ήταν και δέκα χρονών. Δε βαριέσαι, το χαρισιμιό άλογο δεν το κοιτάζουνε ούτε στην ουρά. Δεν έλειπαν ωστόσο και οι πιο τολμηροί που, παρά το ότι τα πρησμένα κουτιά με το άνοιγμά τους σκυλοβρωμούσαν, δεν τους τη χάριζαν. Βλέπεις είχανε τόσα αντισώματα αποκτήσει από τη βρώμα του χωριού, που δε φοβότανε τίποτε. Άλλοι πάλι χρησιμοποιούσαν το ψάρι της κονσέρβας αυτής για να ραντίζουν τα φυτώρια της ελιάς, να μην τα τρώνε οι κατσίκες επειδή σκυλοβρωμούσαν. Στα προηγούμενα αγαθά ήρθαν να προστεθούν μπιζέλια σε κονσέρβες και κουτιά με χυμό πορτοκάλι . Χάρτινα επίσης κιβώτια με γάλα σε σκόνη, βολιασμένο, που το τρώγαμε σαν μπισκότο και κολλούσε το έρμο στα δόντια. Αρπάζαμε και κανένα βόλο ζάχαρη, σκληρό σαν πέτρα, και τον… αλέθαμε με μεγάλη χαρά.

Στη γωνία μιας τέτοιας αποθήκης ήτανε στοιβαγμένες πλάκες χρώματος καφέ, που μοιάζανε με πέτρες χτισίματος, ακανόνιστα κομμένες. Με τον Κωστή, το συνομήλικό μου τότε, ξυπόλητοι και κουρεμένοι εν χρω, κωλοτριβόμαστε ανάμεσα στο πλήθος και, όταν πλησιάσαμε το σωρό με το άγνωστο τούτο είδος, ο φύλακας ελεγκτής μας απέπεμψε κακήν κακώς, αφού πρώτα προλάβαμε και αρπάξαμε ένα κομμάτι σε μέγεθος σπιρτόκουτου. Τρέξαμε σ’ ένα στάβλο και το μοιράσαμε. Οποία ευτυχία!! Τι ήτανε τούτο το υπέροχο τερψιλαρύγγιο καφέ χρώματος και αγνώστων λοιπών στοιχείων!! Ουδέποτε τα αισθητήρια της γεύσης μας είχαν περιέλθει σε τέτοια κατάσταση ευφορίας. Άραγε είχε η οικογένειά μας μερίδιο από τούτο το σκουτελικό, που έβαλε σε πειρασμό και τον πλέον εγκρατή;

Επανήλθαμε στο χώρο, μήπως και θα ξεφεύγαμε από την προσοχή του φύλακα, για να «βουτήξουμε» ακόμα κανένα κομμάτι. Μόλις όμως κάναμε να πλησιάσουμε, εκείνος, χτυπώντας το πόδι του στο δάπεδο, μας κυνήγησε με αγριοφωνάρες και απειλητικές χειρονομίες. Τα αλεύρια και οι κονσέρβες, τα ρούχα και τα γάλατα που είχαν κουβαλήσει οι γονείς μας στο σπίτι, δεν είχαν για μας καμιά αξία. Για ποιον άραγε προοριζόταν τούτος ο τόσο «απαγορευμένος καρπός» και φυλασσόταν με Δρακόντεια μέτρα;

Καλοκαίρι, μεγάλες Αυγουστιάτικες μέρες και ζέστες ανυπόφορες. Με τον Κωστή το μεσημέρι, που ξεκουράζονταν όλος ο κόσμος, δεν είχαμε αναπαημό. Αυτή τη φορά έπρεπε να καταστρώσουμε σχέδιο εφόδου στον απρόσιτο χώρο φύλαξης του αγνώστου τούτου αγαθού. Η αποθήκη ωστόσο ήταν κλειδωμένη. Υπήρχε μόνο ένα στενό παραθυράκι προς το γειτονικό χωράφι, δυο μέτρα από το έδαφος. Ερευνήσαμε επιμελώς το χώρο και εντοπίσαμε το φύλακα ιδιοκτήτη της αποθήκης να κοιμάται ροχαλίζοντας κάτω από μια κρεβατίνα. Πότε-πότε έριχνε κανένα χαστούκι στα μούτρα του, για να διώξει τις μύγες που έκαναν σουλάτσο στα χείλια και τα ρουθούνια του, και έτριβε σπασμωδικά τις γυμνές βρωμιάρικες πατούσες του τη μια με την άλλη, για να διακόψει το γαργαλητό από τα σμήνη των μυγών.

Ιδού, λοιπόν, η ευκαιρία που δεν έπρεπε να πάει χαμένη. Ήθελε όμως σβέλτα χέρια, γι’ αυτό και αμέσως βρεθήκαμε κάτω από το μισάνοιχτο παραθυράκι. Έσκυψα και ο Κωστής καβαλίκεψε στον ώμο μου. Σηκώθηκα μέχρι που έφτασε και άρπαξε την κάσα του παραθύρου. Σπρώχνοντάς τον από κάτω όσο μπορούσα, κατάφερε και σηκώθηκε στην τετράγωνη τρύπα κι ύστερα με χίλια βάσανα να πηδήξει στο εσωτερικό της αποθήκης, όπου φυλάσσονταν τα ελέη του Θεού. Ο στόχος μας ήταν συγκεκριμένος: Οι καφετιές πλάκες, που πολύ αργότερα έμαθα ότι ονομάζονταν σοκολάτα κουβερτούρα. Όμως, πηδώντας ο φίλος μου φαίνεται ότι τσαλαπάτησε ένα καπάκι του βαρελιού και έγινε ένα καταμούνταρο που, όπως αποδείχτηκε αργότερα, ήταν η αιτία για την υπόλοιπη θλιβερή συνέχεια. Αμέσως ο Κωστής άρπαξε δυο πλάκες και τις πέταξε έξω από το παράθυρο, όπου εγώ καραδοκούσα, κι ύστερα κι άλλες δυο και, ενώ επέστρεφε στο σωρό για άλλο ένα ακόμα ζευγάρι, κοκάλωσε από το φόβο του, όταν άκουσε το κλειδί να περιστρέφεται στη χονδρή κλειδαριά. Με σπασμωδικές απελπισμένες κινήσεις κατευθύνθηκε στο άνοιγμα του παραθύρου, όπου και σφηνώθηκε, ενώ άκουγε τις φωνές του φύλακα: «Στάσου, μωρέ κερατά»! Όμως «ο ζόρες τόπο κάνει» λέει μια παροιμία. Έτσι, ενώ ήταν σχεδόν έτοιμος ο διώκτης του να τον αρπάξει από το γυμνό πόδι, κατάφερε και γκρεμίστηκε προς το αδειανό χωράφι, για να τραπεί σε άτακτο φυγή, ενώ πίσω του ακουγόταν η αγριοφωνάρα: «Άσε συ κερατά και εδά που δα πάω γω στο δάσκαλο και στον κύρη σου, δα σε τακτοποιήσω εγώ κλεφταρά!!».

Έγινα καπνός με το που άκουσα την πρώτη φωνή, κρατώντας παραμάσχαλα τις τέσσερις πολύτιμες πλάκες όπως ο…Μωυσής κάποτε. Ούτε πίσω μου δεν κοίταξα να δω τι απέγινε ο συνεταίρος. Έφτασα ξεγλωσσισμένος και κρύφτηκα σε πυκνά κλαδιά, σ’ ένα ρυάκι, και λούφαξα εκεί τρέμοντας σαν το λαγό που ξέφυγε από τα λαγωνικά, αναλογιζόμενος τις συνέπειες, αφού ούτως ή άλλως ο Κωστής στην επικείμενη ανάκριση θα μαρτυρούσε και τον έτερο. Βρισκόμουν σε πλήρη σύγχυση και δεν ήξερα τι να κάνω. Παραμέρισα λίγο τα κλαδιά και από μακριά διέκρινα κάποια πρόσωπα που έκαναν, φαίνεται, πραγματογνωμοσύνη στον τόπο του εγκλήματος, το φύλακα, το καβετζή, δυο γυναίκες κι ένα άλλο ακόμη. Το πράμα, λοιπόν, είχε πάρει σοβαρές διαστάσεις. Αφού έσπασα και έφαγα ένα κομματάκι, που όμως δεν το χάρηκα και τόσο λόγω της σύγχυσης που βρισκόμουν, έκρυψα τα κλοπιμαία σε μια τρύπα σε σχισμή βράχου. Έβαλα και ένα μάτσο χόρτα μπροστά και με μύριες προφυλάξεις ξεγλίστρησα βγαίνοντας από την κρύπτη, με σκοπό την επάνοδο στο σπίτι. Στις επίμονες ερωτήσεις της μάνας μου πού ήμουνα τόση ώρα, δικαιολογήθηκα ότι κυνηγούσα πουλιά με την ασφεντόνα – συνηθισμένη ασχολία τα μεσημέρια- και έτσι δεν υπήρξε συνέχεια.

Την επομένη κατά το απογευματάκι άκουσα από μακριά τη γνώριμη φωνή του φύλακα που καλούσε το δάσκαλο πατέρα μου: «Δάσκαλε, δάσκαλε»!! Βγήκε εκείνος στην αυλόπορτα. Πετάχτηκα κι εγώ και τι βλέπω. Ο φύλακας κρατούσε τον Κωστή με το ένα χέρι από το μπράτσο και με το άλλο από το αφτί και τον οδηγούσε στο σπίτι μας. «Τι συμβαίνει»; απόρησε ο πατέρας μου. «Λέγε του δασκάλου είντα καμες», παρότρυνε ο φύλακας. Ο Κωστής είχε κρεμάσει το κεφάλι και έκλαιγε με αναφιλλητά. Επακολούθησε διάλογος με όλο το χρονικό της ληστείας και αναμενόταν η απόφαση για την ποινή και η αυτόματη εκτέλεσή της. Αγρίεψε ο πατέρας μου. Άστραψε και βρόντησε από τις αγριοφωνάρες, ενώ εγώ παρακολουθούσα συντετριμμένος, συμπονώντας το φίλο μου, που βρισκόταν σε τόσο κρίσιμη κατάσταση. Τι μπορούσα όμως να προσφέρω εκείνη την ώρα; Μετά το σφυροκόπημα ο Κωστής αναγκάστηκε να ανοίξει το χέρι του. Η ρογδένια βέργα έπεφτε με δύναμη στα τεντωμένα δάκτυλα. Ένας μορφασμός πόνου στο πρόσωπο του Κωστή κι εγώ γύρισα αλλού το κεφάλι να μη βλέπω. Άκουγα μόνο τους χτύπους που συνοδεύονταν από την ερώτηση: «Θα το ξανακάνεις; λέγε». Έξι φορές η ίδια ερώτηση, όσες και οι βεργιές, από τρεις στο κάθε χέρι.

Έτρεξα σε μια γωνιά και έβαλα τα κλάματα, χωρίς να με βλέπει κανείς. Η παιδική μου καρδιά σπάραζε, όσο ο φίλος μου δοκιμάζονταν και μάλιστα χωρίς να πει λέξη για συνεργό. Έτρεμα μήπως κάτι αναγκαζόταν να αποκαλύψει για μένα και στην περίπτωση αυτή η νομοθεσία όριζε διπλάσια ποινή από εκείνη του Κωστή. Ο φίλος μου έφυγε κλαψουρίζοντας αναλογιζόμενος προφανώς το δεύτερο δικαστήριο που τον περίμενε, με δικαστή το σκληρό πατέρα του.

Πέρασαν δυο τρεις μέρες, κρύωσε το πράμα. Ένα μεσημέρι βρεθήκαμε πάλι μαζί και μια και δυο για την τρύπα, όπου είχα κρύψει τις πλάκες. Βγάλαμε τη μια πλάκα, την χτυπήσαμε πάνω στις γυαλιστερές πέτρες του ποταμού και έγινε θρύψαλα. Πήραμε ο καθένας από ένα κομμάτι και αρχίσαμε με περίσσα λαιμαργία να τα καταβροχθίζουμε. Και δεύτερο και τρίτο, μέχρι που μπουχτίσαμε. Ήπιαμε και δροσερό νεράκι από μια φλέγα που ήτανε εκεί κοντά, ενώ εγώ έλεγα του Κωστή: «Χαλάλι, μωρέ όλη η ταλαιπωρία» -μνημονεύοντας με ξένα κόλλυβα- για το οποίο πράγμα συμφώνησε κι εκείνος χωρίς αντίρρηση.

Έμεναν ακόμη τρεις πλάκες για πολλές επόμενες απολαύσεις. Σκεφτήκαμε όμως να μετατοπίσουμε τα λάφυρά μας και για μεγαλύτερη ασφάλεια τα κρύψαμε σε μια θυρίδα ενός ερειπωμένου μαγατζέ. Το δυστύχημα ήταν ότι δεν ξέραμε ότι τούτο το προϊόν δεν αντέχει σε υψηλές θερμοκρασίες. Έτσι, στην επόμενη επίσκεψή μας η κουβερτούρα είχε λιώσει και είχε ανακατωθεί με τα χώματα και τα σκουπίδια της κρύπτης. Άλλο ένα μέρος, όπως έλιωνε στον Αυγουστιάτικο καυτό ήλιο, είχε πασαλείψει τον τοίχο και είχε ποτίσει τα χόρτα στο έδαφος, όπου το καταβρόχθιζαν με βουλιμία μιλιούνια μυρμήγκια, που είχαν μαζευτεί σε τούτη την πρωτόγνωρη πανδαισία, που πρόσφεραν τα κλοπιμαία της Αμερικάνικης βοήθειας του σχεδίου Μάρσαλ. Για τελευταία φορά γευτήκαμε ό,τι μπόρεσαν τα δάκτυλά μας να μαζέψουν από την παχύρρευστη μάζα που είχε πασαλείψει τις πέτρες και τα ξύλα, για να επαληθευτεί η παροιμία: «Διαολομαζώματα, ανεμοσκορπίσματα».

Η συμμετοχή μου στη «μεγάλη της κουβερτούρας ληστεία» που ήταν αφορμή να υποστεί τα μύρια ο συνεργός μου, ουδέποτε αποκαλύφτηκε. Προς τιμήν του φίλου μου, που δεν του ξέφυγε κουβέντα για μένα, τον υπεράνω πάσης υποψίας. Ωστόσο ύστερα από εξήντα πέντε χρόνια σήμερα νιώθω την ανάγκη να εξομολογηθώ το αμάρτημά μου αυτό όχι κρυφά σε πνευματικό εξομολογητή, αλλά δημόσια και δια του τύπου μάλιστα. Υποθέτω πως την εξομολόγησή μου αυτή θα τη λάβει σοβαρά υπόψη του «ο τους αμαρτωλούς ελεών», όταν έρθει εν τη βασιλεία του και, αν υπάρχει δικαστήριο ανηλίκων τη φοβερή εκείνη ημέρα της κρίσεως, δεν έχω φυσικά την παράλογη απαίτηση να με τοποθετήσει εν τω μέσω του Παραδείσου, αλλά σε κάποια γκρίζα έστω περιοχή μεταξύ Κόλασης και Παραδείσου και χώρια μάλιστα από τον Κωστή γιατί, εάν μονοιάσομε, δεν μπορεί κανείς να εγγυηθεί ότι δε θα διαταράξομε την ηρεμία εκείνων που δικαίως θα απολάμβαναν την αιώνια βασιλεία των ουρανών.

Με την έναρξη της σχολικής χρονιάς τον Οχτώβρη, ο Κωστής προσήλθε στο σχολείο φορώντας ένα ολοκαίνουργιο παντελόνι μπεζ χρώματος , το οποίο εκτελούσε και χρέη εσώβρακου -δύο σε ένα δηλαδή- ραμμένο από τη μάνα του, που έκανε και την ψευτομοδίστρα. Το ύφασμα προερχόταν από το τσουβάλι της ζάχαρης του σχεδίου Μάρσαλ, που ήταν αρκετά ανθεκτικό, για να ξεπεράσει από του διαόλου τη μάνα στο κορακοχώρι μας. Μάλιστα η μητέρα του είχε φροντίσει ώστε τα δυο χέρια σε θερμή χειραψία, που ήταν τυπωμένα στο τσουβάλι, να βρίσκονται συμμετρικά τοποθετημένα, ένα σε κάθε κωλομέρι του Κωστή. Έτσι, όταν την επόμενη χρονιά ο γιος της ήρθε στην πόλη και το φορούσε και σαν μαγιό στην αμμουδιά – τρία σε ένα αυτή τη φορά- μαζεύτηκε γύρω του η μαρίδα, που έκανε σεϊρι με τούτη την πρωτότυπη και γουστόζικη διακόσμηση των οπισθίων του.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *